σκόρπια ποιήματα

Ἰωάννα Μπουκουβάλα-Ἀναγνώστου

Τὰ παιδιὰ τοῦ Σαράντα

Τοῦ Μιλτιάδη δὲν εἶναι ὁ στρατός,
οἱ τρακόσιοι δὲν εἶν' τοῦ Λεωνίδα,
ποὺ ὀρθωθήκαν γιὰ σένα Πατρίδα,
σὰν ἐφάνηκε σμῆνος ὀ ἐχθρός.

Σαλαμίνας δὲν εἶν’ τὰ νερά,
κι οὔτε κάμπος ἐδῶ Μαραθώνα,
σὲ θεϊκὰ ποὺ μετριόταν ἀγώνα
χίλιους μ' ἕνα παιδιὰ
ρωικά.

Τοῦ εἰκοσιένα δὲν εἶν' κλεφτουριά,
ποὺ διαβαίνει βουνὰ καὶ λαγκάδια
καὶ σκορπᾶ τῶν ἐχθρῶν τὰ κοπάδια
σὰν τ' ἄχυρα ἔμπρὸς στὸ βοριά.

Εἶν’ τῆς Πίνδου αὐτὰ τὰ βουνά,
Ἀργυρόκαστρο, Ἅγιους Σαράντα,
Κορυτσά, τὰ παιδιὰ τοῦ Σαράντα
σοῦ χαρίζουν πετράδια τρανά.

Πολεμάει
καινούρια γενιά,
κι ὦ Ἑλλάδα, γιὰ ἰδέες, ὅλη
πλάση
τόσες δόξες σου πάει νὰ ξεχάσει
στοῦ Σαράντα τὸ θάμα μπροστά.

Ὦ Μητέρα, -Πατρίδα γλυκιὰ-
τόση δόξα παλιὰ πιὰ σοῦ φτάνει,
νά, τ' ὁλόδροσο δέξου στεφάνι,
ποὺ σοῦ πλέκει
καινούρια γενιά.