επιστροφή στα περιεχόμενα του Μ. Στασινόπουλου

Μιχάλης Στασινόπουλος

Βράδυ

Οι γιαγιάδες, μπρος στις θύρες καθιστές,
μοιάζουν ήσκιοι, όσο σιμώνει αργά το βράδυ
τα παιδιά φωνάζουν μέσα στις αυλές
και το μάγγανο όλο τρίζει στο πηγάδι.

Η βοδάμαξα βογγά κι αργοπερνά
φορτωμένη ένα σωστό βουνό δεμάτια
και παραπατούν τα βόδια της τα οκνά
με τα ολόμαυρα τα κουρασμένα μάτια.

Τα φορτώματα, από ξύλα και κλαριά,
ένα ολόκληρο, περνούνε, καραβάνι,
και μια βέργα από κομμένη λυγαριά
στης γιαγιάς το μαύρο σκάλωσε φουστάνι.

Πήρε βράδυ. Λιγοστεύουν οι φωνές
και το μάγγανο σωπαίνει στο πηγάδι
κι οι γιαγιάδες πια σηκώνονται σκυφτές
και στο λύχνο παν να σιάξουνε το λάδι.