Ο πενόμενος Ηρακλής και η θλιμμένη πριγκίπισσα
Γελοιογραφία του Μποστ από την Ελευθερία, 31 Μαρτίου 1963.
Ο τίτλος του σκίτσου είναι βέβαια λογοπαίγνιο με την τραγωδία Ηρακλής μαινόμενος του Ευριπίδη. Ο Μποστ, με αφορμή μια παράσταση της τραγωδίας αυτής στην Επίδαυρο, έχει γράψει ένα απολαυστικό κείμενο που μπορείτε να το διαβάσετε όλο εδώ κι από το οποίο ξεσηκώνω μια παράγραφο, έτσι για γεύση.
Στο θέατρο της Eπιδαύρου μπήκα στις 6
και μισή. Πέρσι, πλευρίσας καταλλήλως τον Γενικόν Διευθυντήν του Eθνικού Θεάτρου, κατώρθωσα να παρακολουθήσω τους
"Bατράχους" από διακεκριμένην θέσιν.
Φέτος, παιζόμενος ο "Hρακλής Mαινόμενος", ο Γεν. Διευθυντής μη ανακαλυπτόμενος
(ίσως και φρονίμως ποιών κρυπτόμενος) διότι ο Tζαμπατζής
εφαίνετο αναμενόμενος, παρηκολούθησα την παράστασιν εις το δικό μου δεκάδραχμον
βασιζόμενος. Πέρσι ήμουν στις πρώτες σειρές. Φέτος έπεσα λιγάκι ψηλά και
εθεάθην αναρριχώμενος.
Αν όμως ο Ηρακλής του Ευριπίδη είναι μαινόμενος, ο Ηρακλής του Μποστ στην Ελλάδα της καραμανλικής οχταετίας είναι πενόμενος. Πενόμενος και μετανάστης. Είναι μάλιστα, όπως διαβάζουμε, ο ένας από τους δύο Ηρακλείς του στέμματος· κι επειδή ο βασιλιάς αρκείται να εκπροσωπεί το μισό του ελληνικού λαού, τη δεξιά εννοώντας, αγνοώντας το άλλο μισό, οι δυο Ηρακλείς έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν πως ο ένας περισσεύει. Πήρε λοιπόν τα μάτια του ο Ηρακλής κι έφτασε στην Τσινετσιτά, ζητώντας να παίξει έστω ρόλους κομπάρσου.
Τι είχε συμβεί; Τις μέρες εκείνες, ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε στείλει επιστολή στον βασιλιά Παύλο ζητώντας του να προκηρύξει εκλογές λόγω του ότι η κυβέρνηση είχε προκύψει από εκλογές βίας και νοθείας, το 1961. Το διάβημα αυτό φυσικά δεν μπορούσε ποτέ να τελεσφορήσει, όμως αντί του βασιλιά απάντησε ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, ότι η κυβέρνηση απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του Ανώτατου Άρχοντα, μια ενέργεια μάλλον άγαρμπη που έδωσε λαβή στον αντιπολιτευόμενο τύπο να κατηγορήσει τον βασιλιά ότι επιτρέπει στον Καραμανλή να τον εκπροσωπεί, και ταυτόχρονα έδωσε έμπνευση στον Μποστ για το υπέροχο εύρημα. Φυσικά, μετά από λίγες εβδομάδες, οι εξελίξεις θα προχωρήσουν καταιγιστικά: η επίσκεψη Φρειδερίκης στο Λονδίνο και το χαστούκι (που μάλλον δεν δόθηκε ποτέ) από την Μπέτυ Αμπατιέλου, η δολοφονία Λαμπράκη και η αποχώρηση Καραμανλή θα αλλάξουν άρδην το πολιτικό σκηνικό.
Η άλλη πρωταγωνίστρια του σκίτσου είναι η θλιμμένη πριγκίπισσα, η Σοράγια. Κόρη Πέρση διπλωμάτη και με μητέρα Γερμανίδα, η Σοράγια Εσφαντιαρί παντρεύτηκε με μεγάλη χλιδή τον Βασιλέα των Βασιλέων, τον Σάχη της Περσίας το 1951, αλλά καθώς τα χρόνια περνούσαν τα χρόνια χωρίς τον πολυπόθητο διάδοχο ο Σάχης τη χώρισε το 1958. Η Σοράγια τότε επέστρεψε στην Ευρώπη και προσπάθησε να κάνει καριέρα σαν ηθοποιός. Με τον Λαουρέντις είχαν ξεκινήσει την ταινία «Μεγάλη Αικατερίνη». Τελικά η ταινία δεν τελείωσε ποτέ –και εδώ ο Μποστ βγαίνει προφητικός αφού βάζει τον Λαουρέντις να λέει «ουδέποτε αυτό το φιλμ προώρισται ν’ αρχίσει». Η ιστορία της Σοράγιας είχε αφήσει τη σφραγίδα της στην επικαιρότητα της εποχής. Στην οικογένειά μου, μου λένε, είχαμε μια γάτα σιαμέζα που δεν έκανε γατάκια, και φυσικά ονομάστηκε κι αυτή Σοράγια.
Η σύνθεση του Μποστ έχει λιγότερους υπαινιγμούς από άλλα σκίτσα του. Οι δυο μακρόσυρτοι μονόλογοι, του Ηρακλή και του Λαουρέντις, θυμίζουν, ιδίως ο δεύτερος, τα έμμετρα θεατρικά που έγραψε αργότερα ο Μποστ με τον βραδυφλεγή σουρεαλισμό τους. Οι εκφράσεις των προσώπων είναι έξοχες (ακόμα και της λεοντής!) ενώ από γλωσσική πλευρά θα επισημάνω το αχτύπητο «οι λεβέντεις» απ’ όπου συμπεραίνουμε ότι στη μπόστειο γραμματική ο λεβέντης κλίνεται όπως ο τίγρης. Αγνοώ τι σημαίνει το εντός παρενθέσεως κείμενο πλάι στον τίτλο («διστιχώς ζοή-μίσος κε εν Τσινετσιτά»), ενώ ο τελευταίος στίχος του Λαουρέντις (Γυρίζεις πλέον ώριμος στην πατρική σου χώρα) μου φαίνεται ακαθόριστα οικείος, αλλά μπορεί να γελιέμαι.
Όπως είπα πιο πάνω, η ταινία του Λαουρέντις δεν τελείωσε ποτέ. Και γενικά, οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας είχανε κακά στερνά. Ο θρόνος στην Ελλάδα εξευτελίστηκε με την εμπλοκή του στα Ιουλιανά και στη Δικτατορία, κι έτσι ο Ηρακλής του στέμματος βγήκε οριστικά στη σύνταξη. Ο Σάχης της Περσίας παντρεύτηκε, με ακόμα μεγαλύτερη γκλαμουριά, τη Φαράχ Ντιμπά, που του χάρισε τον πολυπόθητο διάδοχο, αλλά τούς σάρωσε η ισλαμική επανάσταση, ενώ η Σοράγια έζησε στην Ευρώπη δυστυχισμένη, όπως λένε. Πέθανε το 2001, σε ηλικία 69 ετών στη Γερμανία. Αντίθετα, ο Ντίνο ντε Λαουρέντις πήγε στην Αμερική, όπου έκανε πολλές και καλές ταινίες (πρόχειρα θυμάμαι το Σέρπικο, αλλά έκανε ένα σωρό) και γύριζε ταινίες μέχρι τα τελευταία χρόνια –κι ακόμα ζει και βασιλεύει, στα ενενήντα του. Όπως ζει και βασιλεύει και ο Μποστ, μέσα από τα δημιουργήματά του.