Βγαίνει
από τη φυλακή
πιο άρρωστος
από ποτέ. Αλλά τα
χειρότερα
έχουν έρθει
από αλλού: τα
ραδιοφωνικά
του σίριαλ
είναι κομμένα,
τα έργα του στη
μαύρη λίστα, τα
πνευματικά του
δικαιώματα
μπλοκαρισμένα
από την εφορία
για παλιούς
φόρους.
«Αγανακτισμένοι
πολίτες»
σκίζουν στους
δρόμους τις
αφίσες για το
φιλμ «Γεράκι
της Μάλτας», ο
κίτρινος τύπος
τον αποκαλεί
Σάμοβαρ Σπέιντ
και γράφει:
«Δεν υπάρχει
νόμος που να
μας υποχρεώνει
να προσθέσουμε
ένα δολάριο
στα έσοδα του
Χάμετ και οι
πατριώτες
Αμερικανοί
θα αρνηθούν να
διαβάσουν ή ν'
ακούσουν κάτι
που γράφτηκε απ'
αυτόν τον
τύπο.» Αργότερα
μάλιστα, η
μπάλα παίρνει εξαιτίας
του Χάμετ
και ολόκληρο
το
σκληροτράχηλο
είδος. «Μα είναι
τέχνη;» αναρωτιούνται
σε άρθρα τους. Ο
Χάμετ δεν
παραπονιέται.
Το αντίθετο,
θυμάται η Χέλμαν:
«Η μορφή της
καυχησιολογίας
(και του χιούμορ,
επίσης) του
Χάμετ ήταν να
κάνει πλάκα με
τους μπελάδες
ή τον
πόνο του.» Και
εξηγεί: «Άρχισε
μια
εκνευριστική φάρσα...:
στη φυλακή δεν
ήταν καθόλου
άσχημα. Βέβαια, το
φαγητό ήταν
απαίσιο και καμιά
φορά χαλασμένο,
αλλά μπορούσες
πάντα να βρεις
γάλα· οι λαθρέμποροι
αλκοόλ και οι
κλέφτες
αυτοκινήτων ήταν
χαϊβάνια, αλλά η
κουβέντα τους
δεν ήταν πιο
ανόητη απ' ό,τι
στα
κοκτέιλ-πάρ-τι της
Νέας Υόρκης. Σε
κανέναν δεν
άρεσε να
καθαρίζει τις
καλλιό-πες,
αλλά με τον
καιρό έφτανες
να καμαρώνεις
κάπως για τη
δουλιά σου
και να σου
κινούν το
ενδιαφέρον οι
διαφορές ανάμεσα
στα καθαριστικά
υλικά· οι
ομοφυλόφιλοι
της φυλακής
είχαν πολύ
κακό χαρακτήρα,
όχι όμως
χειρότερο από
τους άλλους
που συναντάς
στα μπαρ,
και ούτω καθεξής...
Κάποτε
συναντήσαμε
στο δρόμο τον
Χάουαρντ Φαστ
(αριστερός
συγγραφέας που
αργότερα "είδε
το φως του" -
σ.τ.μ.) και μας
είπε για την
ποινή
φυλάκισης που
επρόκειτο να εκτίσει.
Όπως φεύγαμε, ο
Χάμετ είπε: "Θα
'ναι ευκολότερα
τα πράματα,
Χάουαρντ, αν πρώτα
βγάλεις τον
ακάνθινο
στέφανο απ' το
κεφάλι σου".
Και από 'κεί
κατάλαβα ότι ο
Χάμετ θα μιλούσε
για τη φυλακή του, όπως
πολλοί από μας
μιλάμε για το
κολέγιο.»
Ο Χάμετ
εξακολουθεί να
συμμετέχει
στην πολιτική, να
υπογράφει
εκκλήσεις (π.χ.
για τους
Ρόζενμπεργκ)
τώρα που οι
αριθμοί των υπογραφών
έχουν
λιγοστέψει, να
διδάσκει στη
σχολή. Το
καλοκαίρι του
1952 μετακομίζει
στο Κάτοναχ,
στο εξοχικό
του φίλου του
Δρ. Ρόζεν, όπου
θα μείνει έξι
χρόνια χωρίς
να πληρώνει
νοίκι - και φτωχικά.
Το 1953 καλείται να
καταθέσει στην
επιτροπή του
Μακάρθι (αποσπάσματα
απ' την
κατάθεση δες
στο παράρτημα).
Την ίδια εποχή αφήνει
στη μέση τον Τουλίπα,
την τελευταία
του προσπάθεια
να γράψει
μυθιστόρημα.
Το Φλεβάρη του 1955
καταθέτει και
πάλι σε επιτροπή
της πολιτείας
της Ν. Υόρκης,
που διερευνά
το έργο φιλανθρωπικών
και κοινωφελών
οργανώσεων. «Ο
κομμουνισμός
δεν είναι για μένα
βρόμικη λέξη»,
λέει. «Όταν
δουλεύεις για
την πρόοδο της ανθρωπότητας,
ούτε που
σκέφτεσαι αν ο
διπλανός σου
είναι κομμουνιστής.»
Το Μάρτη
του 1955 ο Χάμετ
κερδίζει στο
Ανώτατο Δικαστήριο
την υπόθεση
του εναντίον
της Γουόρνερ
Μπρος, που είχε
ξεκινήσει απ'
το 1948. Τότε, η
Γουόρνερ
Μπρος, που είχε
αγοράσει το Γεράκι
της Μάλτας, είχε
μηνύσει τον
Χάμετ επειδή
χρησιμοποιούσε
αλλού το
όνομα Σαμ
Σπέιντ, δηλαδή
για λογοκλοπή
του εαυτού του.
Η τελική
δικαίωση έλυσε
τα χέρια
πολλών
συγγραφέων,
για τον Χάμετ όμως
ήταν ηθική
μόνο νίκη. Τα
σίριαλ του
ήταν κομμένα,
αλλά και να
μην ήταν, τα
δικαιώματα του
τα είχε
δεσμεύσει η εφορία.
Τον Αύγουστο
του 1955 παθαίνει
καρδιακή
προσβολή.
Σιγά-σιγά αποτραβιέται
απ' την
πολιτική
δραστηριότητα:
η προσπάθεια
και μόνο για
ν' αναπνεύσει
είναι επώδυνη.
Το Γενάρη του 1957
η εφορία του επιδικάζει
αναδρομικές
οφειλές ύψους 140
χιλιάδων δολαρίων.
Η FΒΙ ερευνά
την υπόθεση:
«Είναι άνεργος...
Δε λαμβάνει χρήματα
από
οποιαδήποτε
βιβλία ούτε
και είχε λάβει
τα τελευταία
χρόνια... Το
εισόδημα του
τον
προηγούμενο
χρόνο ήταν 30
δολάρια, από
μία μετοχή στο
θεατρικό έργο
Θάνατος του
Εμποράκου... Δεν
έχει άλλες μετοχές,
ομόλογα,
χρεώγραφα, δεν
παίρνει καμιά
σύνταξη... Δεν έχει
ασφάλιση και
δεν ασχολείται
με κανένα
επιχειρηματικό
εγχείρημα.
Είχε αρχίσει
ένα βιβλίο,
αλλά το έχει
αφήσει εδώ και
χρόνια... ζει
με δάνεια από
φίλους.» Ο
αστυνομικός
προσθέτει από
κάτω: «Κατά τη
γνώμη μου,
μιλούσα σε
ξοφλημένο
άνθρωπο.» Και
έτσι ήταν. Το
Μάη του 1959 το
Κρατικό Ίδρυμα
Απομάχων Πολέμου
του χορηγεί
σύνταξη 131.10
δολάρια το
μήνα. Το 1960 αναπτύσσει
καρκίνο
στον πνεύμονα.
Την παραμονή
της
πρωτοχρονιάς
του 1961 πέφτει σε
κώμα. Πεθαίνει
στις 10 του
Γενάρη 1961 σε
νοσοκομείο της
Νέας Υόρκης.
Τρεις μέρες
αργότερα
θάβεται, σαν βετεράνος
δυο πολέμων,
στο Εθνικό
Νεκροταφείο
του
Άρλινγκτον. Οι χαφιέδες
δεν τον
ξεχνούν: Τέσσερις
μέρες
αργότερα, σε
αναφορά προς
την FΒΙ επισημαίνεται
η «ανάρμοστη
κατάσταση,
κάποιος που
υπήρξε μέλος μιας
οργάνωσης που
πιστεύει στην
ανατροπή της
κυβέρνησης μας
με τη βία να
θάβεται σαν
ήρωας, ανάμεσα
σ' εκείνους που
έδοσαν τη ζωή
τους υπέρ
αυτής της
κυβέρνησης».
Επιστροφή
Αρχική σελίδα
This page has been visited times.