Δύο μονοκονδυλιές

Α. Η γριά

Γυαλίζει ο δρόμος στη βροχή και δεν
θυμάμαι πού πηγαίνω κι η γυναίκα
μια στείρα μια γριά σακατεμένη
που στο κατώφλι σέρνεται, θλιμμένα
χαμογελά και πού πηγαίνεις λέει
κανείς δεν είναι πια σ' αυτή την πόλη
στο κάθε σπίτι τρέμει ο λυχνοστάτης
στο κάθε σπίτι κλείνει ο τελευταίος
κι αφήνει μόνο μια χαραμαδίτσα
για τους ανυποχώρητους μα τώρα
ρημώθηκαν οι δρόμοι κι οι πλατείες
νεκρές και τα καρνάγια ρημαγμένα
κι οι άντρες μας καιρό ξενητεμένοι
λησμονημένοι σε παλιά ταξίδια
κι άλλες γυναίκες πια δεν έχει ο τόπος
να σε καλοδεχτούν και να σου στρώσουν
και μόνο εγώ σου απόμεινα καλέ μου
μια στείρα
μια γριά σακατεμένη
στη σκοτεινή αγκαλιά να σε τυλίξω

 

β. Το συμβάν

Ήταν το σπίτι σκοτεινό κι η θύρα
μισάνοιχτη και μπήκα σα να μ' είχε
φωνάξει κάποιος απ' το βάθος όμως
κανείς δεν ήταν μόνο άδειοι τοίχοι
σοβάδες γκρεμισμένοι και σπασμένα
των προκτητόρων έπιπλα και σκόνη
που γέμιζε το στόμα και το στήθος
κι έψαχνα ψηλαφώντας στο σκοτάδι
χωρίς να ξέρω τι κι αναζητούσα
κάποιον που δεν εγνώριζα και μόνον
όταν και πάλι βρέθηκα στου δρόμου
την καταχνιά και τα λειωμένα φώτα
σα να 'χα από 'να λήθαργο επιστρέψει
θυμήθηκα
και μέτρησα τα χρόνια
κι είδα πως είχα χάσει τη ζωή μου