Μέσα στην ομίχλη

του Γλαύκου Αλιθέρση (1897-1965)

 

Στον Παλαμά

 

Θλιμένα τ΄ άσπρα νέφη, κουρασμένα

στις στέγες πάνω γέρνουν κι ακουμπούνε,

δίχως να κάνουν θόρυβο κανένα.

 

Τίποτις δε ζητούνε ουδέ μιλούνε·

μένουν απ΄ έξω σα συλλογισμένα

κι ούτε χτυπούν τις πόρτες για να μπούνε.

 

Τα όνειρα τα παλιά τα ξεχασμένα

πολλές φορές τυχαίνει, ξαναζούνε,

κι έρχοντ΄ έτσι βουβά και δειλιασμένα.

 

Έρχοντ΄ έτσι βουβά και δεν τολμούνε

να μας ταράξουν την καρδιά ή τα φρένα

για κάτι πεθαμένα ως θα μας πούνε…

 

…Και στη σειρά τα σπίτια θαμπωμένα,

ώρα την ώρα λες και θα σβυστούνε·

κι εγώ ξενύχτης, σέρνω νυσταγμένα,

 

Πόδια στα καλντερίμια, π΄ αντηχούνε

τόσο κουφά, σαν ξένα ή μακρυσμένα…

Και στη λευκή κατάχνια, σ΄ όλα, πούναι,

 

μαύρο σημείο μόνο, βλέπω, εμένα.-

 

Περιοδικό Νέα Ζωή, Τόμος 11, αρ. 2 (1922), σ. 163.