|
Έκδοση για την κοινωνία και τον πολιτισμό στην Κοζάνη Tεύχος 95: Σεπτέμβριος - Oκτώβριος 1996 |
κείμενα και ανθολόγηση
του Θανάση Μακρόπουλου
Με αφορμή τη συνέντευξη του Γιώργου Χρονά στην Ελευθεροτυπία της Δευτέρας (9-9-1996), η οποία είχε ως θέμα τη σχέση του με τον ποιητή Νίκο - Αλέξη Ασλάνογλου που τόσο αδόκητα χάθηκε, θα ήθελα να προσθέσω ορισμένα στοιχεία, μια και στα χρόνια 1992-1994 με απασχόλησε ερευνητικά ο ποιητής του Δύσκολου θανάτου.
Τον είδα πρώτη και τελευταία φορά στις 30 Μαρτίου 1994 στην εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμή του το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωνίας της Θεσσαλονίκης, αλλά στάθηκε αδύνατο να συνεννοηθούμε για λόγους που ξεπερνούσαν την προσωπική μας θέληση, μια και από καιρό αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, όπως είναι γνωστό.
Ο Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου υπήρξε, μαζί με το Δημήτρη Κ. Κατσανό, συνδιευθυντής του περιοδικού της Θεσσαλονίκης Σκέψη, που κυκλοφόρησε σε ένα μόνο τεύχος τον Οκτώβριο του 1951. Μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Πυρσός που εξέδιδε ο Σύλλογος Αποφοίτων του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Οκτώβριο του 1953 ως το Δεκέμβριο - Ιανουάριο του 1954-1955 (13 τεύχη), ανέπτυξε στα πλαίσιά του πλούσια δράση, δημοσιεύοντας ποιήματα και άρθρα. Υπήρξε ακόμα βασικός συνεργάτης της Διαγωνίου (1958-1962 και 1965-1969) του Ντίνου Χριστιανόπουλου, που πρώτος, με αλλεπάλληλες κριτικές, επισήμανε την αξία του ποιητή, καθώς και του περιοδικού της Θεσσαλονίκης Διάλογος, που εξέδιδε ο Βασίλης Φράγκος από τον Απρίλιο - Ιούνιο του 1962 ως τον Ιανουάριο - Μάρτιο του 1963 (4 τεύχη). Η δραστηριότητα αυτή σταματάει το 1969, ενώ το 1978, μετά την οριστική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος, σωπαίνει και ποιητικά, καθώς οι συλλογές του 1981 Ωδές στον πρίγκηπα και του 1987 Τρία ποιήματα περιλαμβάνουν ποιήματα που γράφτηκαν αντίστοιχα στα χρόνια 1971-1975 και 1957-1976.
Συνεσταλμένος από τη φύση του ή κι από μια ελιτίστικη αντίληψη για την ποίηση, είναι αλήθεια πως απέφευγε την αγορά και τη συνάφεια των δημόσιων σχέσεων. Αυτός είναι ίσως ο λόγος που και η κριτική ελάχιστα τον αναζήτησε, όπως διαφαίνεται λ.χ. από τον αριθμό των βιβλιοκρισιών που γράφτηκαν για τις επιμέρους ή τις συγκεντρωτικές του εκδόσεις και που η δική μου έρευνα μπόρεσε να εντοπίσει: Δύσκολος θάνατος (1954) 3, Ο θάνατος του Μύρωνα (1960) 5, Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963) 3, 44 ποιήματα, επιλογή 1946-1964 (1970) 4, Ο δύσκολος θάνατος (1978) 6, Ωδές στον πρίγκηπα (1981) 2, Τρία ποιήματα (1987) 4. Τα στοιχεία που παραθέτονται είναι από τη Βιβλιογραφία Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996, που, με την υποστήριξη του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης και του περιοδικού της ίδιας πόλης Παρέμβαση, τυπώνεται αυτόν τον καιρό στη Θεσσαλονίκη. Η Βιβλιογραφία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης εργασίας η οποία διερεύνησε τις αλλαγές που επέφερε στα δημοσιευμένα ποιήματά του ο Ασλάνογλου και εκπονήθηκε με εποπτεύουσα καθηγήτρια την Αντεια Φραντζή στα πλαίσια του Α' Κύκλου των μεταπτυχιακών μου σπουδών (1992-1994) στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ (Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών). Το συμπέρασμα της μελέτης ήταν ότι τον Ασλάνογλου χαρακτήριζε η ακοίμητη λαχτάρα για τελείωση, η οποία όμως συνεπαγόταν μια ανασφάλεια αισθητική, που, όσο μπόρεσα να διαπιστώσω, συνέβαινε να συναρτάται και με μια ανασφάλεια ζωής.
Η ανακοίνωση αυτή έρχεται να τιμήσει τη μνήμη ενός αυθεντικού ποιητή, που πολύ ταλαιπωρήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, και να επανορθώσει, στον ελάχιστο βαθμό που της αναλογεί, την αδικία που διαπράξαμε κριτικοί και αναγνώστες σε βάρος του.
Ο Ασλάνογλου εκδίδει την πρώτη του συλλογή Δύσκολος θάνατος το 1954 κι από κει και πέρα ακολουθούν την πρώτη του συλλογή και δυο συγκεντρωτικές εκδόσεις: Ο θάνατος του Μύρωνα (1960), Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963), 44 ποιήματα, Επιλογή 1946-1966 (1970), Νοσοκομείο εκστρατείας (1972), Αργό πετρέλαιο (1974), Ο δύσκολος θάνατος [συγκεντρωτική έκδοση, που αναιρεί όλες τις προηγούμενες δημοσιεύσεις] (1978, 1985), Ωδές στον Πρίγκηπα (1981, 1991), Τρία ποιήματα (1987). Εχει εκδόσει ακόμα το ποιητικό μονόπρακτο Θάλασσα και συγχρονισμός (1952, 1991), μια σειρά από σύντομα κείμενα δημοσιογραφικού χαρακτήρα με τίτλο Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα (1991) και τη μελέτη Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη (1959), ενώ μετέφρασε τα ποιήματα του Α. Rembaud Εκλάμψεις (1971, 1981) και το μυθιστόρημα του Ε. Zola Η ταβέρνα (1988). Αυτό είναι όλο κι όλο το έργο και τα ποιήματα μόνο 141, πολύ λίγα για μια θητεία σαράντα τόσων χρόνων. Ο Ασλάνογλου συμβαίνει να είναι ένας από τους λίγους εκείνους, γνήσια αστούς, ποιητές οι οποίοι συχνά δραπετεύουν από το κέντρο, για να περιπλανηθούν στην περιφέρεια.
Πολύ σπάνια, είναι αλήθεια, οι πόλεις της ελληνικής επαρχίας συναντιούνται στα κείμενα αναγνωρισμένων ποιητών, πράγμα που αντανακλά τον περιφερειακό, έτσι κι αλλιώς, ρόλο που τους έχει επιφυλάξει η συγκεντρωτική δομή της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Το γεγονός δεν είναι ανεξήγητο. Οι ποιητές, απ' ό,τι φαίνεται, ευδοκιμούν σε πυκνοκατοικημένες ερήμους. Η συνάρτηση κοινωνικού περιβάλλοντος και μορφωτικού επιπέδου δεν μπορεί παρά να έχει, και στην περίπτωση αυτή, την εφαρμογή της. Η ανάδειξη του ποιητή απαιτεί ένα χώρο επιρροών και ερεθισμάτων που του επιτρέπουν να εμπλουτίζει το βιωματικό του υλικό και να διαμορφώνει ισχυρό τον αισθητικό του λόγο, προϋποθέσεις που δεν καλύπτουν τα μικρά πληθυσμιακά κέντρα της ελληνικής περιφέρειας. Από την άποψη αυτή κατεξοχήν προσφέρεται το μεγάλο αστικό κέντρο, η Αθήνα πρώτα, η Θεσσαλονίκη ύστερα. Κάποτε ούτε και η τελευταία, όπως δείχνουν οι συχνές μετοικήσεις λογοτεχνών της στην πρωτεύουσα.
Το τοπίο κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ποίηση του Ασλάνογλου. Δείχνει τη θέληση του ποιητή να γειώσει, από τη μια, τις μνήμες στο χώρο διαιωνίζοντας το βίωμα, κι από την άλλη, να υπερβεί τα όρια μιας κοινωνίας που με τις προκαταλήψεις της συνθλίβει τη ζωή του. Ο χώρος στον οποίο κινείται ο ποιητής εκτείνεται από τους δρόμους και τις πλατείες της γενέθλιας πόλης ως την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Πολύ συχνά, επώνυμο ή ανώνυμο, προβάλλεται στους τίτλους των ποιημάτων: Αθήνα, Κέρκυρα, Κόρινθος, "Πεταλούδα" 51, Σταθμός Λιτοχώρου, Μες στ' αυτοκίνητα, Πρατήριο βενζίνης, Θάλασσα της Ελσινόρης, Αεροδρόμιο Μίκρας, Θάλασσα της Τεργέστης, Μες στο δωμάτιο, Γεσθημανή, Πρόσφυγες στην άμμο, Ερείπια της Παλμύρας, Γήπεδο στο Κριέρι, Πένθιμο τραγούδι της Επανομής, Μια πολυκατοικία άδεια, Η βεράντα, Στ' ακρογάλια, Στη βροχερή αποικία, Μασσαλία, Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο, Καρπάθια όρη, Salon d' auto, Φροντιστήρια, Τάφοι της Αγίας Παρασκευής, Στο καρνάγιο, Στους κήπους της έπαυλης, Περαία, Νοσοκομείο εκστρατείας. Μέσα στα κείμενα βέβαια οι αναφορές στο τοπίο είναι πολύ συχνότερες, ιδίως οι ανώνυμες: Βορράς, Αθήνα, Ελσινόρη, Αφρική, Αδριατική, Πειραιάς, Ελ Μίνα, Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα, Κάλυμνος, Καστέλλα, Γλυφάδα, Μόλυβος, Σαρωνικός, Καλαμαριά, Μεσόγειος, Ρήνος, Μπάαλμπεκ, Μπεκάα, Χαλκιδική, Βαρσοβία, Πασαλιμάνι, Κάβο ντ' Ορο, πλατεία Ναυαρίνου, "Δελφίνια", "Οι Καλαμιές", πόλη, προάστια, δρόμοι, άσφαλτος, πλατείες, καφενεία, βεράντα, δωμάτιο, συνοικιακά φροντιστήρια, αερολιμένας, προκυμαία, λιμάνι, ακτές, θάλασσα, εργατούπολη, εργοστάσια, επαρχία, κωμοπόλεις, αγροικίες, κάμπος, τρένα, σταθμοί, νοσοκομείο, θάλαμοι, υψώματα, κάστρα, ορεινά εργοτάξια, σκοπιές, ορεινά φυλάκια, τάγματα προκάλυψης. Για τη λειτουργία του τοπίου στην ποίησή του ο ποιητής θα πει σε μια συνέντευξη που έδωσε στην Ελενα Χουζούρη: Πιστεύω πως ο χώρος είναι ο πρωταγωνιστής του δράματος. Τοπωνύμια, τοπία, χώρες, πλατείες και δρόμοι, πόλεις ολόκληρες θα 'λεγε κανείς πως είναι τα υπεύθυνα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές μιας τραγωδίας, οι πέτρες μέσα στο χρόνο. Καμία σχέση με τη ρομαντική φθορά. Το πρόσωπο είναι ένα, ομοιογενές, αδιαίρετο. Ο χώρος όμως το σπάζει, όχι ο χρόνος. Από κει αρχίζει, νομίζω, η κινηματογραφική αντίληψή του [περ. Το Δέντρο 41 (Νοέμβριος 1988) 38]. Και για τον πιο κοντινό χώρο μέσα στον οποίο προτιμά να κινείται, το μακεδονικό, επισημαίνει σε μια άλλη συνέντευξή του, στη Μαρία Τρουπάκη αυτή τη φορά: Οι εφτά ενότητες του "Δύσκολου Θανάτου", είναι μια νωπογραφία του ερημικού μακεδονικού χώρου ή άλλων περιοχών μεταφερμένων σ' αυτόν. Είναι ένας πίνακας των βορινών επαρχιών, των εργατουπόλεων και της υπαίθρου, των συνοριακών φυλακίων και της προκάλυψης. Μέσα σ' αυτή την ερήμωση καταυγάζει ή πεθαίνει η ομορφιά, δίνει το νόημα και το περιεχόμενο που αυτή θέλει στο νεκρό τοπίο [περ. Διαβάζω 118 (8-5-1985) 70].
Κοντά στη Θεσσαλονίκη η Βέροια, είναι επόμενο να εμφανίζεται πότε πότε στην τοπιογραφία των ποιητών της, καθώς αποτελεί κι αυτή τμήμα του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, ο οποίος εκκινεί από το ισχυρότερο τοπικό αστικό κέντρο και απολήγει σ' αυτό. Η παρουσία της Βέροιας σε δυο ποιήματα του Ασλάνογλου δεν είναι καθόλου ηθογραφική. Αντίθετα, είναι κατεξοχήν λειτουργική και οφείλεται στα εκκοκκιστήρια βαμβακιού που διαθέτει η πόλη, καθώς αυτά εύστοχα εντάσσονται στο βασικό προβληματισμό που απασχολεί τον Ασλάνογλου και που δεν είναι παρά το αναπόφευκτο τέλος της σχέσης με τον άλλο ή, όπως είπε ο ίδιος ο ποιητής στο Δημήτρη Καλοκύρη, η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση [περ. Το Τραμ 11-12 (Μάρτης 1979) 513].
Το πρώτο ποίημα στο οποίο εμφανίζεται η Βέροια επιγράφεται Εκκοκκιστήρια Α' και ανήκει στην ενότητα Νοσοκομείο εκστρατείας της έκδοσης του 1978 Ο δύσκολος Θάνατος. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1967 με τίτλο Εκκοκκιστήρια στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης Διαγώνιος [12 (Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1967) 185], ενώ τον οριστικό του τίτλο πήρε στη συλλογή του 1972 Νοσοκομείο εκστρατείας. Το ποίημα:
Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα - πόλεις που αγάπησα, κλειστές
ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς
σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο
Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ' αυλές μοναστηριών
ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα
με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα
θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη
Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε
ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν
ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί
άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι
Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.
Ο δυο ενδιάμεσες ενότητες του ποιήματος κατακλύζονται από αναμνήσεις αγάπης, που τις διακόπτει κάποια στιγμή ένα φιλοσοφικό σχόλιο, κι αυτό αρνητικό, της διάψευσης, μια και είναι η πίκρα του χωρισμού που εξέχει στη μνήμη, η τελική ερήμωση. Ο φωτισμός προτιμά το δειλινό, ενώ το κλίμα είναι της ερημίας: αυλές μοναστηριών, κρεβάτια παμπάλαια και της εγκατάλειψης: άφησαν, δεν έμεινε, αποκλείστηκαν, ξενιτευτεί. Ενδιαφέρουσα η αντίθεση με το κρυφό παράπονο: παμπάλαια κρεβάτια - έζησα πρόσκαιρα. Η πρώτη ενότητα στηρίζεται στις εικόνες και ανήκει στην εποχή της πίστης με το θετικό υπόλοιπο της σχέσης: κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα. Η δεύτερη στηρίζεται στο ρήμα, για να απορρίψει απερίφραστα το όποιο θετικό αποτέλεσμα της προηγούμενης. Τα ολόκληρα πρόσωπα χάθηκαν, ενώ η μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου αντικατοπτρίζεται στη μοναξιά των άλλων που σαν το ίδιο πάνε κι έρχονται στους αγαπημένους χώρους των σταθμών. Οι δυο τελευταίοι στίχοι ξαναβρίσκουν την αρχή. Το ποίημα ανοίγει η Βέροια και κλείνουν τα εκκοκκιστήρια. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Οι πόλεις επανέρχονται κλειστές, εν είδει περιβολιών. Οι πόλεις είναι χώροι της ευτυχισμένης συνάντησης, της θετικής εμπειρίας, περιβόλια, είναι όμως και τοπία λύπης, εκκοκκιστήρια. Η τελευταία διάσταση ευστοχεί ιδιαίτερα στο ενδεχόμενο της ερωτικής σχέσης. Γι' αυτό και επιλέγεται όχι μόνο ως τίτλος του ποιήματος αλλά και ως αφηγηματικός σκελετός στο επόμενο ποίημα.
Το δεύτερο ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε κι αυτό στη Διαγώνιο, δυό χρόνια αργότερα [20 (Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1969) 1970], με τίτλο Τα εκκοκκιστήρια περιλαμβανόταν στη συλλογή του 1972 Νοσοκομείο εκστρατείας με τον τίτλο Εκκοκκιστήρια Β', τον οποίο κράτησε και στην ενότητα Νοσοκομείο εκστρατείας της συγκεντρωτικής έκδοσης του 1978 Ο δύσκολος θάνατος. Το ποίημα:
Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό
σταθμό. Αφήναμε τη Βέροια πίσω μας στην καταχνιά
και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ
Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια
να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή
δυνάμωνε με τον καιρό, μας είχε σχεδόν παρασύρει.
Φώτα και μηχανές μες' απ' τα τζαμωτά μας άφηναν
να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός γλιστρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας
μέσα σ' έν α σύννεφο σκόνης. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει.
Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής.
Και πως ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε
σχεδόν σκορπίσει.
Το τέλος της σχέσης προοιωνίζεται από την αρχή. Δεν έχει παρά να προσέξει κανείς ορισμένες λέξεις: αμίλητοι, καταχνιά, άφωνοι, μισοφώτιστο βράδυ. Η ατμόσφαιρα μοιάζει νεκρή, παρά την κίνηση (Προχωρούσαμε). Η σιωπή επανέρχεται (αμίλητοι, άφωνοι) επιβαρύνοντας τις στιγμές, καθώς η βαθύτητά της θεωρείται προάγγελος συμφορών. Στη δεύτερη παράγραφο, μαζί με τα ρεαλιστικά στοιχεία της περιγραφής, ενσπείρονται σημάδια του τέλους: η ερημωμένη έκταση, παρά το θόρυβο των μηχανών και το ξαστόχεμα της στιγμής (μας είχε σχεδόν παρασύρει), και η αντίδραση του συντρόφου (τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει). Δάκρυ υποθετικό βέβαια, όπως δείχνει το σα.
Πρόκειται αφαλώς για προβολή της υποκειμενικής διάθεσης του αφηγητή. Συχνά δε βλέπουμε στους άλλους παρά αυτό που θέλουμε να δούμε.
Η κατακλείδα έρχεται να εκφράσει την πρόωρη συνειδητοποίηση του τέλους της ερωτικής σχέσης, συναρτημένου με το αλόγιστο ξόδεμα, ένα άλλο βασικό μοτίβο στην ποίηση του Ασλάνογλου. Τα εκκοκκιστήρια σπάζουν το σφιχτό εναγκαλισμό κόκκου και ίνας, όπως ο καιρός τα δυο σώματα του έρωτα. Εδώ ο χωρισμός αφηγητή - Δημήτρη δεν έχει βέβαια εκδηλωθεί. Ωστόσο τα εκκοκκιστήρια, αγγίζοντας τον ενδόμυχο φόβο, τον υποβάλλουν. Με δεδομένο τον κατεξοχήν περιστατικό χαρακτήρα της ομοφυλόφυλης σχέσης, ακόμα και οι πιο όμορφες στιγμές νοθεύονται από τη σκοτεινή υποψία του επερχόμενου τέλους. Ο ποιητής, πέρα από άνθρωπος της αίσθησης, είναι κατεξοχήν ο άνθρωπος της διαίσθησης. Το φάντασμα του χωρισμού τον κυνηγάει παντού και δεν του επιτρέπει να ησυχάσει στιγμή, πολύ περισσότερο όταν συντρέχουν και δυσμενείς παράγοντες. Πίσω από την αρχή ενεδρεύει το τέλος, στη συνάντηση ο χωρισμός, μέσα στο φως το σκοτάδι. Ο ποιητής, έγκαιρος και έγκυρος εκφραστής των κοινωνικών σχέσεων και του ανθρώπινου πεπρωμένου, κατοικεί μονίμως εκεί, όπου λιμνάζει το πένθος, η βαθύτερη πάει να πει ουσία της ζωής.
Ο Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου συνθέτει πράγματι τη νωπογραφία του ερημικού μακεδονικού χώρου, η οποία συνάδει με τη δική του ψυχική ερημία και την αδυναμία να ελέγξει την αναπόφευκτη καταστροφή της σχέσης με τον άλλο. Ετσι η Βέροια με τα εκκοκκιστήρια της περνάει στη νεοελληνική ποίηση χάρη στην ιδιαίτερη ευαισθησία του ποιητή και στο καίριο σύμβολο που του προσφέρει.
Θυμήσου το στίχο της "αν το παιδί μου γεννηθεί νεκρό
θά 'ναι δικό σου"
Αυτό που με θλίβει δεν είναι τα μάτια σου
σταλαματιές από φως παιχνιδίζουν στο τζάμι
μήτε πάλι τα χείλη σου
βάφουν με υδρόχρωμα τους αρμούς και περνούν σ' άλλα χείλη
τα πολλά σου μαλλιά και οι ώμοι σου
υποφέρουν κι αυτά τη δική τους μακρόχρονη θλίψη
Αυτό που με τελειώνει στην άκρη μιας ήσυχης θάλασσας
κάτω απ' τις κίτρινες λεύκες είναι η σκέψη σου
πως οι άνθρωποι θα γεννιούνται πάντοτε φρέσκοι
αυτό που με απελπίζει ολότελα είναι τα ποιήματα
γραμμένα από σένα υπακούνε στο μετάλλινο χτύπο τους
μέσα στην άσκοπη μηχανογράφηση της μνήμης
δε μου ανήκουνε, ούτε ανήκουν σε τούτη τη γη
Σ' αυτή τη θάλασσα έχω ξανάρθει παιδί. Γυρίζω έρημος
ένα ποίημα προσμένω νεκρό
θά 'ναι δικό σου.
ΣΤΑΘΜΟΣ ΛΙΤΟΧΩΡΟΥ
Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το
φέγγρισμα
πίσω απ' το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ' τις γωνιές
όπως τα δίχτυα που απλώνουν στα τηλέφωνα κι ακούς
ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές
μια έκσταση από άταχτες φωνές μες απ' τα σύρματα
το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα
δυο τρία βράχια κι ο κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα
Δε θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από
σάρκα γίνεται πνευματική αγωνία
η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της
νύχτας
η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου
Ολα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. Προσευχηθείτε
για τις σκοπιές που αγρυπνούν
ΠΡΙΓΚΗΠΑ Η ΜΕΡΑ ΑΡΓΟΣΒΗΝΕΙ
Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει
Πρίγκιπα, η μέρα αρβοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν' αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη
Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και στα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιας ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ
να ορκιστώ πίστη κι ύστερα να πεθάνω
για σένα
Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες
γρίλιες
και τ' άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης
δόξας με πήραν τ' αναφιλητά
το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει
ΣΤΗ ΒΡΟΧΕΡΗ ΑΠΟΙΚΙΑ
Το φιλί σου δοσμένο την άνοιξη με καίει ακόμα
μισολιωμένο στα μάγουλα, στα λιγοστά μου πεσμένα μαλλιά
ήταν λαθρόβιο ή εξατμίστηκε εκείνη την ώρα
μέσα στα δάχτυλα ένα τίποτε ένας σπασμός
Το φιλί σου δοσμένο στην άσφαλτο με σέρνει μέσα
σε κλινικές όπου έζησα έγκλειστος, καθώς ξανά
θα γυρίσω εκεί κάποτε όταν έρθει η αρρώστια
Γιατί να δόθηκε, στη βροχερή αποικία που σε γνώρισα
ξέρω, δε θα βρεθεί ποτέ γατρειά