Λεηλατώντας τον γαλαξία

 

Οι Λατίνοι εραστές συγκεντρώθηκαν στην Υεμένη για το ετήσιο συνέδριό τους. Ο πρώτος ομιλητής απαίτησε την ηλιακή οπισθοδρόμηση μπροστά στα βλέμματα. Ο δεύτερος ανέλυσε την πρωτοκαθεδρία των αισθημάτων έναντι των αχτίνων και των κυμάτων. Ο τρίτος, σιωπηλός, πέθανε. Οι παρευρισκόμενοι παρέλαβαν ήρεμα το πτώμα και το δώρισαν στα μεταναστευτικά πτηνά της περιοχής. Ο νεκρός είδε για πρώτη φορά το μεγαλείο των αστεριών την επόμενη μέρα. Εικάζεται πως χαμογέλασε.


Αδιαφορία για τη Μεσόγειο

 

Ημίθεοι θάβουνε στη γη τ’ αγάλματά τους

Οι άκρες των ονείρων τους είναι γεμάτες αίμα

 

Για ν’ αποτίσουν φόρο τιμής στον Μουσόργκσκι

Οι οφθαλμοί σου ψάλλουν τον Βόλγα

 

Τότε υποφώσκουν οι νευρώνες τ’ ουρανού

Συνεκβάλλουν σάρκα και συνείδηση, με πολλαπλά ονόματα

 

Βακχικά κινούνται προς τα ζοφερά πέπλα της παρακμασμένης Μαγδαληνής

Που έρωτα μυρίζουν

 

Ακριβώς.


Αμηχανία

 

Ο υπό εγχείρηση νάνος που όλοι γνωρίζουμε

Βρίσκεται σ’ ένα ιγκλού Εσκιμώων

Απολαμβάνει τα προνόμια θρησκευτικού αρχηγού και

Έχει ήδη εννέα παιδιά:

τρεις Αιθίοπες, πέντε λάμιες και μία σουπερνόβα.

 


Η ανακοίνωση της ποίησης

 

 

Γράφω για να θυμάμαι τον κόσμο

όταν θα ‘ναι αργά για χαμόγελα

 

Για να προσφέρω στους νόμους την κρυφή τους αλήθεια

 

Μέσα στον λόγο μου αναπτύσσονται τέρατα

λαξευμένα απ’ αυτούς που φοβούνται τις έριδες

και γνωρίζω πως υπάρχω ουρλιάζοντας

για τα υπέροχα ψέματα των υδάτων

γι’ αυτούς που προστάζουν τους δήμιους

και χαράζουν τα σύννεφα

για την υφέρπουσα διάνοια των εγκλείστων

για τα μάτια και τα σώματα των πόθων

 

Καταλαβαίνω την έκπληξή σας

γιατί ήσασταν βέβαιοι για τους ανθρώπους

μα εγώ σας διαψεύδω

καθώς κλείνω την πόρτα μου στους παράδοξους βράχους

της αλλοτινής θάλασσας που ποτίζει τις πόλεις

 

Τα γαλάζια παράθυρα και οι χάλκινες πύλες

νιώθουν τους αναστεναγμούς των πρυτάνεων

και φεύγουν μακριά μου

γιατί είμαι ανένδοτος στα πλούσια άμφια

είμαι πάντα θερμός στα ιστία

 

είμαι η φωνή που δεν πρέπει να αρέσει

μα να πλάθει λυκάνθρωπους για τα μελλοντικά σφαιριστήρια

πρέπει ν’ αρέσω

να βλέπω τα γυάλινα μούσμουλα

και ν’ αναγνωρίζω σ’ αυτά τους μύες των ταύρων

 

είμαι η ποίηση

δηλαδή

το νερό του εσπερινού όρους.

 

 


Καλοκαιρινό

 

Πικρός και άνυδρος του κόσμου ο καημός, απλώνει ατάραχα στης δύσης τη βεντάλια. Λαγοκοιμούνται οι φύλακες και δεν τον νιώθουν, δεν ιστορούν στα παιδιά τους πονεμένα χαρτιά και φεγγάρια. Απλώνει ατάραχα στα ψεύτικα βράδια, κλειδώνουν τα στόματα και οι μυρτιές, δυνάστες και θύτες κρεμάνε φωτάκια στις αλυκές. Πονάω μητέρα, δεν φέγγουν πτηνά. Δεν ακούω ανάσες και φορτηγά. Γιατί το ένα σκούζει, το άλλο κράζει; Πόσο αγαπά το δάσος τη μιλιά;