ΝΙΚΟΣ Δ. ΠΑΠΠΑΣ

 

ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Τέσσερα χρόνια πέρασαν και δεν πεθάναμε όλοι

τέσσερα χρόνια ζήσαμε μ’ εγκληματικές διαταγές

είδαμε αγόρια παραμορφωμένα στα αίματα

καμιόνια με κορμιά που τ’ αναζητούσαν μανάδες

ακούσαμε την πόρτα μας να τη χτυπάν παράνομα

είδαμε τους Γερμανούς να διαλέγουν τους μελλοθανάτους

ακούσαμε τα λεύτερα καράβια να ξεκινούν

ανθισμένα κι ολόχαρα στη φαντασία μας.

 

Συλλογιστείτε τα παιδιά που πέθαναν μπρος στ’ αποσπάσματα

μεθυσμένα απ’ τα δεκατέσσερά τους χρόνια

είχαν ένα μεγάλο ναό μες στην καρδιά

είχαν μεγάλα χέρια που αγκαλιάζαν τους ανθρώπους όλους

κρατούσαν στο χέρια τους μαγικό καρπό

τον έριξαν στη γη πίσω τους όταν τους σκότωναν

κι άνθισαν τούτα δω τα μεγάλα χωράφια

γεμάτα σημαίες και λάβαρα

πλημμυρισμένα απ’ τα χρώματα τέτοιας χαράς.

Συλλογιστείτε τα παιδιά που κράτησαν τα σταυροδρόμια

στη Γαλλία, στην Αθήνα, στη Χριστιάνια,

με το ντουφέκι στηριγμένο πάνω στην καρδιά τους

με την ανάσα στα βαθιά αρώματα

του μίσους και της εκδίκησής τους.

Στάθηκαν στις δουλωμένες πολιτείες νεαρά κι αμούστακα

έπαιξαν με το θάνατο γελώντας

κράτησαν τις συνοικίες και τις γειτονιές της πρωτεύουσας

κι όταν τον ίσκιο τους έτρεμαν οι ξένοι στρατιώτες

βαστούσαν την ψυχή μας στο κοντάρι της ελπίδας υψωμένη

την Ελλάδα και το λαό μας υπερήφανο

με τα θριαμβευτικά αισθήματα της νιότης.

 

Ήτανε νύχτα σκοτεινή σ’ όλη την Ευρώπη

στα χωριά μας περιπολούσαν χωριατόπαιδα απ’ την Πρωσία

οι αναπνοές μας είχανε κρυφτεί στα παγερά δωμάτια

έλειπαν τα δυο αδέρφια μου στα βουνά

αεροπλάνα μακρινά ακουγόταν σα μελίσσι

αεροπλάνα απ’ τους ελεύτερους φίλους μας

οι καρδιές μας ανοίγανε σαν άγγελμα

μέσα στη νύχτα λάμπανε τα βλέμματά μας

ανοίγαμε μυστικά καθώς στα παραμύθια τα παράθυρα

κοιτούσαμε πέρα τη λάμψη του ερχομού τους

και τους στέλναμε γλυκά τα σκλαβωμένα χαιρετίσματα

για να ξανάρθουν … ………………………

 

Τέσσερα χρόνια μας προδίναν και μας σκότωναν

τέσσερα χρόνια τους αντιστεκόμαστε και τους νικούσαμε

βαθιά παράνομα όνειρα ψιθυρίζαμε όλοι

ένδοξα χέρια μάς μοιράζανε κρυφές εφημερίδες

μυστικά μάτια μάς έριχναν συνθήματα

τη νύχτα που αγρυπνούσε ο θάνατος στους δρόμους

τα παιδιά πλημμύριζαν τα σοκάκια της πρωτεύουσας

κι έγραφαν στους τοίχους τα χρώματα της πατρίδας

με φοβερά κατακόκκινα γράμματα

που θα κραυγάζαν την ψυχή τους την αυγή.

Τέσσερα χρόνια. Κάθε μέρα μπορούσε να πεθαίναμε

μας είπαν πως έκαψαν το σπίτι μας στην πατρίδα

μας είπαν πως ντουφέκισαν το μικρό αδερφό

χάθηκαν στα στρατόπεδα οι παιδικοί γείτονες

ω, θα ξαναδούμε πια ο ένας τον άλλο;

Θα ξαναδούμε το μικρό κορίτσι

που είχε ζωσθεί τα μολυβένια άρματα

κι έβαλε το κορμάκι του ανίκητη φρουρά

για να φυλάξει μια μεγάλη λεωφόρο;

 

Στις γειτονιές διαλέγαν κάθε μέρα τα παιδιά

πόσοι θα μείνουμε ακόμα;

Είμαστε σαν φαντάσματα από λεπτό μέταλλο

φτάσανε οι Γερμανοί στο Βόλγα και στο Νείλο

κανένας δεν πιστεύει πως θα μας νικήσουνε

κανένας δεν ξεσφίγγει τ’ άρματά του

μας φέρνει ο αιθέρας τα παράνομα αγγελτήρια

γεμίζουν τα βουνά θυμούς και ρωμιοσύνη

τέσσερα χρόνια πότε πέρασαν

την καλημέρα μας την κάναμε συνωμοσία

το νου σας μην ξεχάσουμε τους πεθαμένους μας

τέσσερα χρόνια πέρασαν και μην λησμονηθούμε

είναι βαθειά κρυμμένη η λευτεριά

είναι μεγάλοι οι μάρτυρές της

το νου σας μην ξεχάσουμε τ’ αμούστακα παιδιά

τέσσερα χρόνια και δε μας άφησαν να πεθάνουμε

 

 

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA