Της Γαλάτειας Καζαντζάκη
|
Στου σκοτεινού κελλιού την καταφρόνια της αμαρτίας να πνίξει το μεθύσι ο μοναχός δε θέλει· και τα χρόνια περνούν κι απάνω του μελίσσι οι επιθυμιές βοούν. Τα χελιδόνια τις άνοιξες μηνούν. Δροσάτη βρύση γυναίκας γέλιο μοιάζει. Τα λαγόνια της αγαπητικιάς του το κυπαρίσσι σαν σειέται του θυμίζει, κ΄ είν΄αφιόνια γλυκά τα οράματά του. Δε θα λύσει τα κακά μάγια που στα καταχθόνια τόνε βυθάνε του Άδη. Μες στη χτίση γλυκότερ΄ άλλα δε λαλούν αηδόνια κ΄ είν΄ η παράδεισος το ερημοκλήσι. |
|
|
|
Από το
περιοδικό Νέα Ζωή , τόμος 9 (1914), σ. 10. |