Της Γαλάτειας Καζαντζάκη
|
Λουσμένο το κορμί μου και με μύρα χιλιάκριβα γλυκά περιχυμένο εκίνησα ναρθώ. Μ΄αλλοί κλεισμένο το σπιτικό σου τόβρικα και πήρα το γυρισμό ξανά. Να περιμένω απόστασα. Ποιος ξέρει, μαύρη μοίρα αξόδευτη του πόθου την πλημμύρα σκληρότατα τόχει για με γραμμένο στα στήθια να κρατώ. Μα δε με λυώνει της απονιάς σου, μάθε, το μαράζι. Της νιότης μου τα ρόδα μαραγκιάζει ο φόβος του καιρού π΄ όλο σιμώνει. Νοιώθω φαρμακερό να περιζώνει τη μέση μου των γερατειών τ΄ αγιάζι. |
|
|
|
Από το
περιοδικό Νέα Ζωή , τόμος 9 (1914), σ. 9. |