Ο Νυμφίος

του Ιωάννη Γρυπάρη (1870-1942)

 

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...

Στη σκοτεινιά που ολόγυρά μου απλώνει

τρέμει θαμπό τ΄ ασημοκάντηλό μου·

κι εδώ, όπου ασυντρόφιαστη και μόνη

αποτραβιούμαι, νιώθω να ζυγώνη

το σύγκρυο αναφτέριασμα του τρόμου.

 

 

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...

Ο χνουδωτός καντηλοσβήστης πάει

στο φως που τον τραβάει, πάει και πέφτει·

φάντασμα καλοθύμητο περνάει

μ΄ ανάλαφρον ανάσυρμα και πάει

και πνίγεται στα βάθη του καθρέφτη.

 

 

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...

Με νήμ΄ ανεμοκλώστινο η αράχνη

της έγνοιας πλέκει στην καρδιά μου δίχτυ·

σαν κάποιο χέρι κρούσταλλο μού ψάχνει

των σπλάχνων μου τα σπλάχνη – μα ούτε άχνη

μουδ΄ ανεπνιά γρικάω το μεσανύχτι.

 

 

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...

Και σφαλιχτά τα μάτια μου σκεπάζω

με τα χέρια και κρύβω το κεφάλι

βαθιά στο προσκεφάλι... και κοιτάζω

τ΄ ανάερο φάντασμα, που δεν τρομάζω,

στα βάθια της ψυχής μου να προβάλλη.

 

 

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...

Πάσα στιγμή, που ζη την πάσα ημέρα,

την έγνοια την ανείκαστή μου, ω Πόθε,

πληθαίνοντας, μου κρυφολές : – Καρτέρα,

να ιδής, λιχνίζοντας στον ίσιο αγέρα,

πέρα τις πίκρες, τη χαρά σου εδώθε!

 

 

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...

Έλα, εκλεκτέ, σφιχτοπερίπλοκέ μου,

η ελπίδα μου κι η γλυκαπαντοχή μου·

έλα, εκλεκτέ, που ακαρτεράω, και πιε μου,

ροδέμνοστε και παγκαλόμορφέ μου,

στη φούχτα μου εδώ μέσα την ψυχή μου!