Σαλώμη

του Ιωάννη Γρυπάρη (1870-1942)

 

Σε ασφάλτου στρώματ΄ η Μακώρ και πίσσας υψωμένη,

Στη Νεκρή θάλασσα βαθειά φεγγόβολη γιορτάζει·

Μέσ΄ άγνοιαστοι χαροκοπούν του Αντύπα οι καλεσμένοι

Κι όξω, γιαλοπερίγιαλα, χορός δαιμόνων βράζει.

 

Πλουσίου φαλέρνου ο καπνός τες κεφαλές βαραίνει

Των συμποτών. Μα ξύπνιο αυτί η Ηρωδιάς πλαγιάζει

Στου χαρεμιού το πάτωμα, κι απόγεια ν΄ ανεβαίνει

Του Γιοχανάν τη κάταρα γρικά, που την φρενιάζει.

 

Κι όπως νεροκαμένη οχιά, μεσημερνή, τη γλώσσα

Έτσι, μ΄ όσα τα κάλλη της μ΄ άλλα στολίδια τόσα

Μέσ΄ στο συμπόσιο πετά τη θραψερή Σαλώμη.

 

Ρίγ΄ ηδονής τ΄ αράθυμο κύμα της σάρκας φέρνει

Με το χορό. μα τρίσβαθα στη φυλακή του – ω τρόμοι!

Σε χάρου μήνυμα ο Ναζίρ την κεφαλή του γέρνει.-

 

Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 1, τεύχος 86 (1911), σ. 191.