Μόνοιτου Άριστου Καμπάνη (1883-1956) |
|
|
|
Μονότονη που εχύνετο των
κούκων η κραξία ωσάν απ΄ Ολυμπίου πληγήν
που αργοσταλάζ΄ ιχώρα μες την εαρινή βραδιάν, –
αλήθεια, μακαρία – και το θυμούμαι αξέχαστα
σαν νάτον χθες ή τώρα. Μόνοι, Η γαλήνη Εμείς οι
δυο. Και συ θεά Κυνθία κ΄ η αρχαία τύρβη απέραντη
ερχόταν απ΄ τη χώρα – ωραίος σαν ύπνος θάνατος
σταλμένος απ΄ τον Δία να μας στεφάνωνε ήθελα σ΄
αυτή την άξιαν ώρα. Γιατί το ξέρω, πιο πολύ κι
απ΄ τη ζωή μας όλη – της τρικυμίας και της
φθοράς – αξίζ΄ η απλή στιγμή που χαιρετά τ΄ αγέρωχο
λαμπρόν αραξοβόλι Στην ησυχία του Μαρτιού –
πόσο μυριστική του Ολέθρου, τι αν εκάναμε
θρησκεία μας την ιδέα; – Ατέλειωτη εξοπίσω μας η ζωή
και πάντα νέα! |
|
|
|
Περιοδικό Νέα Ζωή, Τόμος 9, αρ. 2 (1914), σ. 152. |