|
Πατώντας εδώ μπορείτε να δείτε ένα χειρόγραφο ποίημα του Κ.Παλαμά
|
||||||||
Χειμάρρα
Ας άνθισαν οι μυγδαλιές, κι ας την κρυφομηνάτε
Ας είναι μέσα μου η καρδιά σκληρά σφιχτοδεμένη
Ας άνθισαν οι μυγδαλιές. Να! Ο ουρανός θολώνει,
Ας κλαίει και μέσα μου η καρδιά. Κι από τα κλάματα της
Ο Τάφος
Άφκιαστο κι αστόλιστο του Χάρου δε σε δίνω.
Στο ταξίδι που σε πάει ο μάυρος καβαλάρης,
κι όπως είσαι ανάλαφρο, μικρό σα χελιδόνι,
Ω! Πόλη!
Ω! Πόλη! Εσύ του πράσινου διθάλασσο όραμα,
Η Ασάλευτη Ζωή
Και τ' άγαλμ' αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω
|
Και τόπλασα. Κ' οι άνθρωποι, στενοί προσκυνητάδες Και τ' άγαλμα στα σκύβαλα, κ' εμέ στην εξορία. Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου` και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία` έσκαψα λάκκο, κ' έθαψα στο λάκκο τ' άγαλμά μου. Και του ψιθύρισα: " Άφαντο βυθίσου αυτού και ζήσε με τα βαθιά ριζώματα και με τ' αρχαία συντρίμμια, όσο που νάρθ' η ώρα σου` αθάνατ' άνθος είσαι, ναός να ντύση καρτερεί τη θεία δική σου γύμνια!" Και μ' ένα στόμα διάπλατο, και με φωνή προφήτη, μίλησ' ο λάκκος: "Ναός κανείς, βάθρο ούτε` φως του κάκου. Για δώ, για κεί, για πουθενά το άνθος σου, ώ τεχνίτη! Κάλλιο για πάντα να χαθή μεσ' στ' άψαχτα ενός λάκκου. |
Ποτέ μην έρθ' η ώρα του! Κι αν έρθη, κι αν προβάλη, μεστός θα λάμπει και ο ναός από λαό αγαλμάτων, τ' αγάλματ' αψεγάδιαστα, κ' οι πλάστες τρισμεγάλοι` γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων! Το σήμερα είτανε νωρίς, τ' αύριο αργά θα είναι, δε θα σου στρέξη τ' όνειρο, δε θάρθ' η αυγή που θέλεις, με τον καημό τ' αθάνατου που δεν το φτάνεις, μείνε, κυνηγητής του σύγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης. Τα τωρινά και τ' αυριανά, βρόχοι και πέλαγα` όλα σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης` μακρότερη απ' την δόξα σου και μιά του κήπου βιόλα` και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!" Κ' εγώ αποκρίθηκα: "Ας περάσω κι ας πεθάνω! Πλάστης κ' εγώ μ' όλο το νου και μ' όλη την καρδιά μου` λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου` από τ' αθάνατα όλα μπορεί ν' αξίζη πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου". |
Ίαμβοι και Ανάπαιστοι
|
Νερόν ήθελα νάπινα Τάχα θάβλεπ' αγνώριστα κι αδιάφορα μπροστά μου όλα τ' αγαπημένα μου κι όλα τα χιλάκριβά μου; Ή τάχα νόμος άγιος, δίχως εγώ να νοιώθω, πάλι σ'αυτά θα μ' έφερνε μ' έναν δεύτερο πόθο; |
Καβάλλα πάει ο Χάροντας το Διγενή στον Άδη, κι άλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται τ' ανθρώπινο κοπάδι. Και τους κρατεί στου αλόγου του δεμένους τα καπούλια, της λεβεντιάς τον άνεμο, της ομορφιάς την πούλια. Και σα να μην τον πάτησε του Χάρου το ποδάρι, ο Ακρίτας μόνο ατάραχα κοιτάει τον καβαλλάρη! |
|
- Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα, Ειμ' εγώ η ακατάλυτη ψυχή των Σαλαμίνων. Στην Εφτάλοφην έφερα το σπαθί των Ελλήνων. Δε χάνομαι στα Τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω. Στη ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω!- |
Στου σοφού το παράθυρο που σκύβει νύχτα μέρα στης μελέτης τ' απόκρυφα, η Φύσις η μητέρα έστρωσε μοσχομύριστη δροσερεμένη στράτα από κρίν' απριλιάτικα και ρόδα βελουδάτα. Τ' αταίριαστα και τ' άμοιαστα, αδέρφια είναι τα δύο` το λουλούδι τ' ολόχαρο, το θλιβερό βιβλίο. |
Δίδυμα τέκνα γέννησαν ο Φοίβος κ' η Αρμονία εσάς, Πολύμνια ψάλτρια, φιλόσοφε Ουρανία! Η πρώτη τον αμάραντον ανθό παντού τρυγάει, μιά πεταλούδαν άπιαστην η άλλη κυνηγάει. Αλλά τόσο ταιριάζουνε κι αντάμα οι δυό και χώρια, που τη μία παίρνουν καποτε για την άλλη πανώρια. |
|
Με πελέκι αστραπόμορφον Κ' ύστερα γίνετ' είδωλον εκείνη μεσ' στην πλάση ξαναγεννώντας άθελα ό,τι ήρθε να χαλάση. Κ' έτσι αλυσίδες γύρω μας παντού, σκοτάδια θεία. Κάθε Αιτία, μυστήριο` καθε Αλήθεια, θρησκεία. |
Ξένε σοφέ, πώς ήθελα το φθαρτό μου τραγούδι να σμίξω με του λόγου σου το αθάνατο λουλούδι. "- Μάθε πως τα συστήματα των φιλοσόφων, κάθε νου τρανού φεγγοβόλημα κάθ' επιστήμη, μάθε πως δεν αξίζουν τίποτε τα πάντα απ' άκρη σ' άκρη, όσο αξίζει ένα φίλημα, όσο αξίζει ένα δάκρυ!". |
|
Η μαύρη Λάμια που έκλεισε νάβρω το δαχτυλίδι της που μέσα εκεί έχει πέσει μ' ένα διαμάντι λιόκαλο καρφωμένο στη μέση. Ψάχνω, δε βρίσκω τίποτε... Ώ νύχτα, ώ τέρας πλάνο! Στα πόδια μου μιάν άβυσσο, και μιά Λάμια αποπάνω. |
Ήλιε, εσύ, πηγή αστείρευτη κάθε ζωής, εικόνα του ωραίου υπερτέλεια και του Απείρου κορώνα. Πριν αρχίσουν το διάβα τους των θεών οι λεγεώνες, πρώτο θεό σε αγνάντεψαν και μοναχόν οι αιώνες. Και πάλι θεός ύστατος σα νεκρική λαμπάδα του τελευταίου θρησκεύματος θα φέξης την κρυάδα |
Η γη μας γη των άφθαρτων αερικών και ειδώλων, πασίχαρος και υπέρτατος θεός μας είναι ο Απόλλων. Στα εντάφια λευκά σάβανα γυρτός ο Εσταυρωμένος είν' ολόμορφος Άδωνις ροδοπεριχυμένος. Η αρχαία ψυχή ζή μέσα μας αθέλητα κρυμμένη` ο Μέγας Παν δεν πέθανεν, όχι` ο Παν δεν πεθαίνει! |
Η Αγάπη μας...
Η Αγάπη μας παιδούλα στα χρόνια.
Η Αγάπη μας, παιδούλα… μα να, στο πρόσωπό της
[Βραδινή Φωτιά Α΄ ]
Αγορά
Πάντα διψάς - όπως διψάει το πρωτοβρόχι
Κι όλο τραβάει με τα πουλιά και με τα κήτη,
Και το καράβι και το σπίτι σου είπαν : “ Όχι !
[Η ασάλευτη ζωή , 1896]
Από πάνω από τα δέντρα
Από πάνω από τα δέντρα το φεγγάρι
Νύχτα μού έιν' η γνώμη, πίκρα και η καρδιά μου.
Σε γιομίζει, και αναβρύζει, συντριβάνι
[Τα Παθητικά Κρυφομιλήματα , 1920]
Τα Φτερά
Toutes blanches et toutes d ' or…
Ολόλευκα, ολόχρυσα,
[Ξανατονισμένη μουσική , 1890]
Ηδονισμός
Από τραγούδια έν' άυλο κομπολόι
Και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.
Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
[ Βραδυνή Φωτιά Β΄ ]
...στη Μαίρη Κουτσούρη...
...Και μού 'πανε: “ξεψύχησε με τους δικούς σου στίχους”
Βαρκούλα τη ψυχούλα της
Με τον ποιητή θα υψώθηκε μοίρα συντροφική
Στη μεταμόρφωση αυτή, του ονείρου η μουσική…
Βαρκούλα τη ψυχούλα της
[ 69 ]
Της καρδιάς μου το σκόρπισμα γυρεύει
Είτε κ' η αγάπη σε γλυκοχαϊδεύει,
Τρύπια φελούκα μισοβουλιασμένη
[Τα Δεκατετράστιχα , 1919]
[ 126 ]
Θεέ μου! Θεέ μου! Μα τίποτε δεν έχω
[Τα Δεκατετράστιχα , 1919]
3
Σ' αυτόν το λάκκο τον πιο πικρό
Σ' αυτόν το λάκκο τον πιο βαθύ
[Τα Παθητικά Κρυφομιλήματα
, 1920]
Όταν ήμουνα Βασιλιάς...
Στην χώρα την ονειρευτή που ζούσα βασιλιάς,
Και τότε των προγόνω μου πετώντας την πορφύρα,
Για να μπορέσω πιο καλά να ψάξω απάνου, χάμου,
[Ξανατονισμένη μουσική , 18
90]
Το χάρισμα
Σου φέρνω απ' τη γαλάζια μου πατρίδα
Είδα τον ήλιο κι είδα κάθε αστέρι,
Ρουμπίνια εδώ κι εκεί μαργαριτάρια
[Τα μάτια της ψυχής μου , 1892]
Ύστερ' από τη ζωή
Σαν πεθάνω, σαν το κερί θα σβήσω,
Κανένας ουρανός δε θα με πάρει ;
Θα χαθεί ; Δε θα γίνει γαλαξίας ;
Το άστρο της ανυπόταχτης αγάπης
Ο Ολυμπιακός Ύμνος
Αρχαίο Πνεύμ' αθάνατο, αγνέ πατέρα
(Ασάλευτη Ζωή)