ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ

Τα χόρτα θρασομάνησαν με το χειμώνα
στον κήπο και στο πλακόστρωτο
τ’ αντικρινού παλιού σπιτιού.
Τα κάγκελα γέρνουν να πέσουν.
Κάθε τόσο ξεκολλούν απ’ το γείσωμα
κομμάτια του σουβά.
Όλα είναι μουσκεμένα κι ετοιμόρροπα
σα να ’χουν μαλακώσει απ’ τη βροχή.

Χτες είδα μια στιγμή
στης πόρτας το άνοιγμα
εκείνην που επιμένει να το κατοικεί.
Των τοίχων οι ρωγμές διακλαδίζουνταν
στο πρόσωπό της, τα βρύα
είχαν απλωθεί στα χέρια της.

Ίσως και να ’ναι ο τελευταίος χειμώνας
που στέκουντ’ όρθιοι χτίσμα κι άνθρωπος.

 

Μα εκεί που πονεμένος αναστεκόμουν

νά'σου κι ανακορμίζεται η Κόρη!

Κι ευτύς το σπίτι στεριώνει

οι ρωγμές σάν να κλείνουνε πάλι

( μα και τα βρύα, άνθη πώς γίνηκαν?)

 

Είναι που ξάφνου φανήκαν οι άνθρωποι

(πως το νικήσαν το Κακό ακούστηκε)

και με τα χέρια πιασμένοι ολόγυρα,

το περιδένουν το χάσμα και το σώζουν

 

 την Κόρην γηθοσύνης ρυόμενοι,

Εστιάς γάρ ην πολυσέβαστος!