Γιώργου Θεοτοκά
ΛΕΩΝΗΣ
Α'
Είχε μολύβια απ' όλα τα χρώματα, είχε και διάφορα κουτιά νερομπογιές και ωραία τετράδια της ιχνογραφίας. Είτανε πρώτης τάξης χαρτί, παχύ, στερεό, μαλακό στην αφή, άσπρο σαν το γάλα. Είτανε χαρά να το βλέπεις, χαρά να το αγγίζεις. Όταν έβαζες απάνω λίγο χρώμα δεν μπορούσες πια να σταματήσεις.
Από τεσσάρω χρονώ ζωγράφιζε, ίσως και πιο πριν. Η μεγάλη μανία του είτανε, όπου έβρισκε μια άσπρη κόλλα, να τη γεμίζει ζωγραφιές. Όταν είτανε πολύ μικρός ζωγράφιζε όλο μασκαράδες και παιχνίδια. Ύστερα βάλθηκε να φτιάνει στρατιώτες, παπάδες, ζώα, σπίτια, βαπόρια. Σαν άρχιζε, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι ήθελε να κάμει, μα σιγά-σιγά γινότανε μια ολόκληρη ιστορία. Οι ζωγραφιές μιλούσαν, περπατούσαν, η μία καλούσε την άλλη, είτανε σαν τα παραμύθια της γιαγιάς που δεν είχανε τελειωμό. Καμιά φορά έφτιανε κι ένα γαϊδούρι που περπατούσε στα κεραμίδια ενός σπιτιού ή μια χοντρή γυναίκα που πετούσε στον ουρανό σαν μπαλόνι-αυτά για να γελάσει. Όταν τον πήγαιναν σ' ένα ξένο σπίτι και έκανε αταξίες, του έδιναν μια κόλλα χαρτί κι ένα μολύβι, και τον κάθιζαν σε μια γωνιά και τότε πια δεν ενοχλούσε κανέναν. Στο δρόμο, πάλι, σαν έβλεπε ένα μεγάλο άσπρο τοίχο, σταματούσε και συλλογιζότανε τι ωραία που θα είτανε αν μπορούσε να τον γεμίσει ανθρώπους και δέντρα και ιστορίες. Ο τοίχος τον τραβούσε, ο Λεωνής γυρνούσε και τον έβλεπε, ήθελε να μπορούσε να τον έπαιρνε μαζί του. Συλλογιζότανε πως θα έπρεπε να ζωγραφιστούν όλοι οι τοίχοι της Πόλης, τα σπίτια, οι εκκλησίες, οι μαντρότοιχοι, τα τζαμιά, τα παλάτια, όλα να ζωγραφιστούν από πάνω ίσαμε κάτω και να είναι κάθε δρόμος σαν ένα ανοιχτό βιβλίο γεμάτο ωραίες, χρωματιστές εικόνες. Ήξερε πως αυτό δεν μπορούσε να γίνει, μα του άρεζε να το συλλογίζεται.
Ύστερα έπαιζε πολλή ώρα με τα μολυβένια στρατιωτάκια κι είτανε πάλι ολόκληρες ιστορίες, πόλεμοι, πολιορκίες, κατασκοπείες, τουφεκισμοί. Στο τέλος γινότανε μεγάλη παρέλαση με σημαίες επι κεφαλής, νικητές και νικημένοι στην ίδια γραμμή. Εμπρός πήγαιναν οι εύζωνοι, ύστερα οι ζουάβοι με φέσια και φαρδιές κόκκινες βράκες, οι Σκώτοι φουστανελλάδες με τις πίπιζες, η βασιλική φρουρά της Αγγλίας με τους πελώριους τριχωτούς σκούφους, οι πεζοναύτες ντυμένοι μαβιά, τέλος το ιππικό, οι Γάλλοι δραγόνοι με θώρακα και περικεφαλαία, οι Γερμανοί ουλανοί με τα άσπρα. Ο Λεωνής είταν ο αρχιστράτηγος, είχε το γενικό πρόσταγμα. Φορούσε την περικεφαλαία του και το σπαθί του, έπαιζε τύμπανο και έκανε κι αυτός παρέλαση γύρω στην κάμαρα. Είτανε και κάμποσα στρατιωτάκια που τους είχε πέσει το κεφάλι τους κι έμπαιναν κι αυτά στη γραμμή κι είτανε πολύ αστείο να τα βλέπεις να κάνουν παρέλαση με δίχως κεφάλι. Όλο αστεία πράγματα συνέβαιναν.
Άλλοτε πάλι ξεφύλλιζε το μεγάλο βιβλίο με τα ποιήματα.
Είταν ένα χοντρό βιβλίο με κόκκινο ξώφυλλο, στολισμένο με χρυσά σχέδια, που λεγότανε Ανθολογία. Μέσα είχε διάφορους υπότιτλους: θρησκευτικά ποιήματα, πατριωτικά, βακχικά, ερωτικά...Τα θρησκευτικά και τα πατριωτικά ο Λεωνής απάνω-κάτω ήξερε τι σήμαιναν. Τα βακχικά ρώτησε και του εξήγησαν. Τα ερωτικά ρώτησε, μα δεν του έδωσαν καθαρές εξηγήσεις, μόνο κάτι μασημένα λόγια και κοροϊδίες. Γι'αυτό μια μέρα πήγε στη γιαγιά και της καυχήθηκε πως ήξερε ένα σωρό ποιήματα και όταν η γιαγιά ρώτησε : “Τι ποιήματα;” ο Λεωνής αποκρίθηκε: “Ερωτικά ποιήματα”, κι αυτό το είπε από πονηριά για να πάρει λόγια. Μα η γιαγιά φόρεσε τα γυαλιά της, τον κοίταξε μες τα μάτια και τον ρώτησε: “Τι θα πει ερωτικά ποιήματα;” κι ο Λεωνής δεν ήξερε και καταντράπηκε που προδόθηκε έτσι η πονηριά του. Τότε η γιαγιά του είπε: “Να μην το λες αυτό γιατί δεν είναι της ηλικίας σου”. Ο Λεωνής πολύ στεναχωρέθηκε, δεν είτανε τρόπος αυτός, όλη την ώρα να του χτυπούνε το ζήτημα της ηλικίας.
Η Ανθολογία είχε και αρκετές εικόνες που παράσταιναν τους ποιητές. Ο ένας είταν αδύνατος, ευγενικός, με ψηλό μέτωπο και ωραία άσπρα μαλλιά. Ένας άλλος είτανε παχύς και δυνατός, είχε μουστάκια και μεγάλες φαβορίτες κι είτανε, θαρρείς, έτοιμος για καβγά. Ένας τρίτος, με μυτερό γενάκι, είτανε ντυμένος στα μαύρα και πολύ λυπητερός. Ένας τέταρτος φορούσε φουστανέλλα. Όλων των ειδών είταν οι ποιητές, μα λιγάκι άγριοι όλοι τους και σαν ονειροπαρμένοι. Απ' όλους όμως πιο ωραίος είταν ένας νέος με ανοιχτό γιακά ονόματι λόρδος Βύρων. Αυτός είταν ξένος μα οι Έλληνες τον αναγνώριζαν για δικό τους και του έγραφαν πολλούς επαίνους, επειδή είχε θυσιάσει τη ζωή του για την ελευθερία της Ελλάδας. Ο Λεωνής δεν καταλάβαινε τα ποιήματα που μιλούσανε γι' αυτόν, μα κοίταζε την εικόνα του πολλή ώρα κι ύστερα τον συλλογιζότανε. Τον αγαπούσε ξεχωριστά και τον θαύμαζε. Τέτοιο μεγάλο πράγμα που είχε κάμει αυτός ο νέος, ό,τι και να του έλεγαν για να τον επαινέσουν οι Έλληνες ποιητές λίγο θα είτανε. Μια μέρα ο Λεωνής πήρε το κόκκινο βιβλίο στην κάμαρά του κρυφά, την ώρα που δεν είτανε κανείς εκεί, και φίλησε την εικόνα του λόρδου Βύρωνα. Ύστερα ντρεπότανε γι' αυτό που είχε κάμει.
Την Κυριακή το μεσημέρι ερχότανε ο παππούς, τον έπαιρνε στα γόνατά του και τραγουδούσανε μαζί κάτι αστεία τραγούδια:
Ταχτιρλί, που πας, μωρή;
Στον μπακάλη για τυρί,
και τυρί δεν ηύραμε,
τον μπακάλη δείραμε...
Ο παππούς τον γαργάλευε κι ο Λεωνής ξεφώνιζε. Ύστερα ο παππούς άρχιζε διάφορες σοβαρές συζητήσεις με τα πρόσωπα που ήταν εκεί. Ο Λεωνής δεν καταλάβαινε τίποτα, μα χαιρότανε ν' ακούει. Μαζευότανε σε μια γωνιά και άκουε.
Ο παππούς είτανε ψηλός και ίσιος, είχε ωραία μέση, του άρεζε να χορεύει ελληνικούς χορούς. Είχε γένια άσπρα κομμένα τετράγωνα. Την Κυριακή φορούσε μαύρη ρεντιγκότα και ημίψηλο καπέλο και κρατούσε ένα μεγάλο, βαρύ μπαστούνι με ασημένιο χέρι σαν εκείνα που συνήθιζαν οι δεσποτάδες. Το όνομά του ήταν γέρο Μπιλαρίκης, έτσι τον έλεγαν όταν δεν είταν παρών. Τα παιδιά του είτανε τα παιδιά του γέρο Μπιλαρίκη, μ' αυτό τον τίτλο τα ήξερε ο κόσμος. Ο Λεωνής είτανε το εγγονάκι του γέρο Μπιλαρίκη. Όλους τους σκίαζε ο παππούς και τους πρόσταζε.
Είχε τις καλές του και τις κακές του ώρες. Όταν χωράτευε και γελούσε, όλος ο κόσμος είτανε χαρούμενος και διασκέδαζε. Όταν είτανε κατσουφιασμένος, κανείς δεν ύψωνε τη φωνή τριγύρω του. Αν τύχαινε να πας σπίτι του σε τέτοιες περιστάσεις, η γιαγιά σε υποδεχότανε στο προαύλιο με διάφορα γνεψίματα που σήμαιναν: “Μη μιλάς δυνατά, μη γελάς, μην κάνεις θόρυβο”. Καταλάβαινες και συμμορφωνόσουν. Ανέβαινες τις σκάλες στη μύτη των ποδιών και πρόσεχες μη βροντήσεις καμιά πόρτα.
Είτανε γνωστό πως ο παππούς έδερνε πότε-πότε, έξω από το σπίτι του. Δε γινότανε λόγος μπροστά του γι' αυτό το ζήτημα, αλλά όλο το συγγενολόι το σχολίαζε συχνά. Δεν είχε δείρει κάποιον μια φορά, με το μπαστούνι, στη Γέφυρα του Γαλατά, μέρα μεσημέρι; Μαζεύτηκε κόσμος, τον είδανε διάφοροι γνωστοί, πλησίασαν και οι Τούρκοι αστυφύλακες, μα δεν του είπανε τίποτα, μονάχα πρόσταξαν τον κόσμο να διαλυθεί. Είχε πάντα άριστες σχέσεις με την αστυνομία, κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει ακριβώς το γιατί. Φαίνεται είχε κάποιο ύφος, κάποιο παράστημα, που η αστυνομία το εκτιμούσε. Όταν περνούσε εμπρός από τα αστυνομικά τμήματα, τον χαιρετούσαν στρατιωτικά και όταν έδερνε, όχι μόνο δεν θύμωναν, αλλά και χαμεγελούσαν λιγάκι. Θαρρείς και παραδεχόντανε πως ένας τέτοιος καλοστεκούμενος και αξιοσέβαστος γέροντας είχε κάποιο δικαίωμα να φρονηματίζει τη μορταρία. Μιαν άλλη φορά είχε δείρει, μέσα στο γραφείο του, ένα σοβαρό πρόσωπο, ένα γνωστό έμπορο του Γαλατά, με αρκετά περίεργο τρόπο. Καθώς διαφωνούσανε για αριθμούς, άρπαξε με τα δύο χέρια ένα μεγάλο λογιστικό βιβλίο με σκληρό ξώφυλλο κι άρχισε και του χτυπούσε το κεφάλι. “Ξέπεσε το εμπόριο, έλεγε ύστερα. Ξέπεσε η εμπορική πίστη. Δηλαδή ξέπεσε ο κόσμος!”.
Ο Λεωνής αγαπούσε τον παππού.
Β'
Η συζήτηση γινότανε στο διάδρομο, κοντά στην κουζίνα.
Η Κατίνα η μαγείρισσα είχε ιδιαίτερες πληροφορίες για διάφορα παράξενα περιστατικά που συνέβαιναν τις μέρες εκείνες. Είτανε λιγάκι σαν παραμύθι.
-Ο Σέρβος ο βασιλιάς, έλεγε, πήγε και πυροβόλησε το βασιλιά της Αυστρίας μέσα στο κράτος του, την ώρα που έβγαινε περίπατο με το αμάξι από το παλάτι του κι είχε δίπλα του και τη βασίλισσα. Σηκώθηκε η βασίλισσα να τον προφυλάξει και πάει και αυτή. Με το ίδιο βόλι σκοτώθηκαν κι οι δύο. Τώρα η Αυστρία θέλει να κάνει πόλεμο στη Σερβία.
Μα η καμαριέρα η Σεβαστή ήξερε τα πράγματα αλλιώτικα.
-Ο Αυστριακός σκότωσε το Σέρβο, έλεγε για τούτο αγρίεψε η Ρωσία και θέλει να κάμει πόλεμο στην Αυστρία.
-Όχι, απαντούσε η Κατίνα, όπως σου τα λέω εγώ είναι. Ο Σέρβος σκότωσε τον Αυστριακό κι η Αυστρία θέλει να κάμει πόλεμο στη Σερβία κι η Αρκούδα είπε πως όποιος πειράξει τη Σερβία θα τον χτυπήσει. Ρώσοι και Σέρβοι ένα σόι είναι, γι' αυτό υποστηρίζονται. Το ίδιο και οι Χαρβάτες κι οι Μαυροβουνιώτες.
-Τους ξέρω εγώ, είπε η Σεβαστή κουνώντας το κεφάλι, τους ξέρω εγώ.
Πάντα καμωνότανε πως όλα τα ήξερε.
Ο Λεωνής ωστόσο δεν έπαιρνε τα λεγόμενα τους πολύ στα σοβαρά, δεν είχε εμπιστοσύνη. Θυμότανε μιάν άλλη φορά που διαφωνήσανε για κάποιο ανάλογο ζήτημα, στα Θεραπειά, το περασμένο καλοκαίρι, σχετικά με εκείνο το πελώριο μαύρο βαπόρι που περνούσε στο Βόσπορο. Η Κατίνα έλεγε πως η σημαία του είτανε ρωσική, η Σεβαστή έλεγε πως είτανε γερμανική, ενώ ο Λεωνής ήξερε πολύ καλά πως είτανε γαλλική. Και πώς μπορούσε να γίνει μια τέτοια σύγχυσης; Όλος ο κόσμος ήξερε τα χρώματα της Γαλλίας, όπου περνούσε αυτή η σημαία οι άνθρωποι χαιρόντανε και της χαμογελούσαν. Μα ποιος άκουε το Λεωνή; Ο καβγάς αυτός είχε γίνει την ίδια εκείνη μέρα που παρουσιάστηκε στην προκυμαία ένας άγνωστος παπάς, πολύ γέρος, κι έπιασε μεγάλη συζήτηση με την Κατίνα για βαπόρια και για θάλασσες κι έλεγε ότι θυμότανε, σαν να είτανε χτες, την πρώτη φορά που πέρασε στο Βόσπορο ένα πλοίο με ατμό. Τα χωριά έγιναν άνω-κάτω, έλεγε, κατέβηκε στις παραλίες πλήθος λαός, Έλληνες και Τούρκοι με τους παπάδες και τους χοτζάδες επι κεφαλής, και τότε πια όλοι συμφώνησαν πως χάλασε ο κόσμος. Γιατί χάλασε ο κόσμος; Ρωτούσε μέσα του ο Λεωνής.
Τώρα παρακολουθούσε τη συζήτηση με το ένα αυτί κι έσκυβε από το παράθυρο του διαδρόμου που έβλεπε σε μία μεγάλη μάντρα, όπου είχαν εγκαταστημένο ένα καρβουνάδικο. Όλη την ώρα τα παιδιά του καρβουνιάρη έβγαιναν και του φώναζαν:
· Παιδάκι! Παιδάκι! Ρίξε ένα στρατιωτάκι!
Ο Λεωνής έριχνε αράδα μολυβένια στρατιωτάκια όλων των ειδών. Τα παιδιά του καρβουνιάρη χοροπηδούσαν ανάμεσα στα στοιβαγμένα κάρβουνα και στην ξυλεία, κυνηγιόντανε καμιά φορά, κυλιόντανε καταγής. Κανείς δεν καταγινότανε μαζί τους, ό,τι ήθελαν έκαναν, ο Λεωνής τα ζήλευε. Ύστερα κατέβαζε ένα σπάγγο μ' ένα κουτί από χαρτόνι δεμένο στην άκρη κι έπαιζαν το τηλέφωνο.
Μα εκείνο το βράδυ τα παιδιά έλειπαν. Μονάχα ο καρβουνιάρης είταν εκεί. Φορούσε τα καλά του ρούχα και καπέλο, είχε βγάλει μια καρέκλα στο πεζοδρόμιο και διάβαζε εφημερίδα. Ποιός ξέρει γιατί όλη αυτή η επισημότητα; Ίσως εξ αιτίας του πολέμου.
Είτανε ζέστη και γαλήνη. Η νύχτα ζύγωνε σιγά-σιγά. Ο δρόμος είταν άδειος, μα η μεγάλη Κωνσταντινούπολη βοούσε ολόγυρα σαν μελίσσι. Αμάξια κυλούσαν με θόρυβο στα γειτονικά λιθόστρωτα, αόρατοι πουλητάδες διαλαλούσαν ακόμα το εμπόρευμά τους. Ανάμεσα στα ψηλά γκρίζα σπίτια ηχούσαν μουσικές, εδώ ένα πιάνο, εκεί μια λατέρνα, ή καμιά κοριτσίστικη φωνή που τραγουδούσε. Οι καμπάνες της Αγίας-Τριάδας σήμαιναν τον εσπερινό. Σκυλιά γάβγιζαν μες από τους κήπους. Τα δέντρα μύριζαν όμορφα. Ένιωθες ότι λίγο πιο πέρα, στο Ταξίμι, στο Αγιάζ- Πασά, οι περίπατοι είτανε γεμάτοι κόσμο. Στα σκοπευτήρια, στις κούνιες στα ξύλινα αλογάκια, στις παράγκες των ταχυδακτυλουργών, των θαυματοποιών και των πεχλιβάνηδων, ποιος ξέρει τι σπρωξίματα θα γινότανε, τι γέλια, τι φωνές! Στις μπιραρίες δεν έβρισκες θέση να καθίσεις, πλήθος παιδιά θα έτρεχαν και θα έπαιζαν ανάμεσα στα τραπεζάκια. Κι οι κανταδόροι, καθισμένοι στη σειρά, σε μια μικρή εξέδρα, με τις κιθάρες στο χέρι, λιγάκι στρουμπουλοί όλοι τους, ροδοκόκκινοι, γελαστοί, με τα μεγάλα στριμμένα μουστάκια τους:
Παντού ταξίδεψα, τον κόσμο γύρισα
και δεν κρύβω την αλήθεια, είδα όμορφα κορίτσια.
Μα σαν τη δική μας τη Σμυρνιά
που 'χει μάτια που σου κλέβουν την καρδιά,
που 'χει στόμα καμωμένο για φιλιά,
δεν είδα πουθενά..
Ο Λεωνής βαρέθηκε τις ιστορίες της Κατίνας, έδωσε ένα μεγάλο πήδημα κι έτρεξε στην κάμαρά του να ζωγραφίσει.
Όμως, σε λίγες μέρες, έγινε στην τραπεζαρία μεγάλο συμβούλιο για το ίδιο ζήτημα. Ο παππούς, ο θείος Τζαννής, η θεία Λοξή, η θεία Ραλλού, η θεία Μαρκέλλα είχαν ανοίξει απάνω στο τραπέζι το χάρτη της Ευρώπης και χειρονομούσαν και φώναζαν:
· Από δω θα περάσουν!
· Όχι, από δω είναι ο δρόμος, ο φυσικός δρόμος, ο ιστορικός δρόμος όλων των επιδρομών!
· Οι Γάλλοι προχωρούν στην Αλσατία!
· Ο αγγλικός στόλος τους έκλεισε εδώ, τους σφίγγει σαν μια τανάλια...
· Η Ρωσία...
· Η Ρωσία...
· Η Ρωσία...
Η Ρωσία ήταν επάνω στο χάρτη σαν μία πλημμύρα. Ένα πράμα τεράστιο, απέραντο, ασυγκράτητο. Θαρρείς και, λίγο ακόμα, θα σκέπαζε το παν.
Ο θείος Τζαννής ύψωσε τη φωνή του, ωραίος, κομψός, πολύ ερεθισμένος. Τραβούσε νευρικά το μουστάκι του και μιλούσε σε τόνο προσταγής.
· Οι Ρώσοι, είπε, να, τους βλέπετε από που θα περάσουν. Εδώ θα τσακίσουν αμέσως τη δύναμη της Αυστρίας. Θα χυθούν επάνω της εκατομμύρια. Ποιος θα τους σταματήσει; Όσους κι αν σκοτώσουν, κάθε μέρα θα χύνονται καινούργια εκατομμύρια, σε δύο εβδομάδες από σήμερα θα είναι στη Βιέννη. Στοιχηματίζω ό,τι θέλετε, σε δύο εβδομάδες! Και τότε ο Κάιζερ θα απομονωθεί, θα περικυκλωθεί από παντού. Από δω οι Ρώσοι, από 'κει οι Γάλλοι, οι Άγγλοι από τη Θάλασσα. Θα τον σφίξουν, θα τον σκάσουν. Πόσο θα βαστάξει; Ένα μήνα; Τρεις μήνες; Με τα σημερινά μέσα του πολέμου, είναι αδύνατο να βαστάξει τρεις μήνες!
Ο Λεωνής πλησίασε τον πατέρα του, που παρακολουθούσε τη σκηνή από κάποια απόσταση, και του μίλησε εμπιστευτικά.
-Αλήθεια, ρώτησε, που ο Σέρβος βασιλιάς σκότωσε τον Αυστριακό:
· Ένας Σέρβος φοιτητής σκότωσε τον αρχιδούκα Φερδινάνδο, το διάδοχο της Αυστρίας.
· Γιατί;
· Για να ελευθερώσει την πατρίδα του.
Ο Λεωνής κοντοστάθηκε. Το ζήτημα έμοιαζε πιο σοβαρό απ' ό,τι είχε νομίσει στην αρχή.
· Και τώρα τι θα γίνει; ξαναρώτησε.
· Τώρα τα μεγάλα κράτη βρήκαν την ευκαιρία κατάλληλη για να λύσουν τις διαφορές τους.
· Κι είναι αλήθεια πως ο πόλεμος θα τελειώσει σε τρεις μήνες;
Ο πατέρας του τού χάιδεψε τα μαλλιά και κούνησε το κεφάλι. Έμοιαζε κουρασμένος.
· Όχι, αποκρίθηκε σιγανά.
Ο Λεωνής ήξερε από πολέμους όλα αυτά δεν είτανε κάτι που μπορούσε να τον καταπλήξει. Σαν είτανε πολύ μικρός, είχε ακούσει για τον πόλεμο που έκαμαν οι Ιταλοί στους Τούρκους και πήραν ένα σωρό νησιά και κόντεψαν να πάρουν και “το νησί μας” έλεγε η οικογένεια. Ύστερα ήξερε διάφορες ιστορίες για τον πόλεμο που έκαμαν στους Τούρκους οι Έλληνες μαζί με τους Βουλγάρους, τους Σέρβους και το Μαυροβούνιο και πήραν πολλά νησιά και πολιτείες και πολέμησε κι ο θείος Μάρκος κι έγινε λοχίας κι έστειλε τη φωτογραφία του με γένια. Τότε είτανε που ακούστηκε στην Πόλη το κανόνι, που βροντούσε στην Τσατάλτζα. Σηκώθηκε κι ο Λεωνής τη νύχτα και το άκουσε. Ύστερα έγινε ο άλλος πόλεμος που τσακώθηκαν οι Έλληνες με τους Βουλγάρους και σκότωσαν πολλούς, όπως τους σκότωνε τον παλιό καιρό ο μέγας Αυτοκράτορας ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, που όλος ο κόσμος στο σπίτι και στο σχολείο μιλούσε γι' αυτόν. Ωστε όλα αυτά είτανε συνηθισμένα πράγματα. Είχε και κάτι μεγάλες ζωγραφιές με χτυπητά χρώματα που παράσταιναν Έλληνες αξιωματικούς φοβερούς, με στριμμένα μουστάκια και γυμνά σπαθιά, που κυνηγούσαν τους Βουλγάρους σε δάση και σε βουνά και τους έριχναν σε λίμνες και κοκκίνιζαν τα νερά από το αίμα που χυνότανε. Είχε καταγίνει και με τους χάρτες, ήξερε τα διάφορα Κράτη και ποιο είτανε καλό Κράτος και ποιο είτανε κακό.
Το Μαυροβούνιο πολύ τον διασκέδαζε. Τού φαινότανε πολύ κωμικό ένα τόσο δα κρατίδιο, μια μικρή μουντζούρα απάνω στο χάρτη, να σηκώνει κεφάλι κι αυτό και να θέλει να κάμει και να δείξει. Είτανε σαν κανένα παιδί της ηλικίας του, και μάλιστα λιγάκι πιο μικρό, που πήγαινε και ανακατωνότανε με τις παρέες των μεγάλων και περπατούσε σαν φουσκωμένος κούρκος, μ' ένα ξύλινο τουφεκάκι στον ώμο, κι έκανε καβγάδες και φοβέριζε τον κόσμο. Αστείο παιδί!
· Τα καημένα τα παλληκάρια!
Η θεία Ραλλού αναστέναξε κι αυτή και πρόσθεσε:
· Οι καημένες οι μητέρες!
Ο εκνευρισμός τους είχε κοπάσει, τώρα όλοι έμοιαζαν λυπημένοι και, θαρρείς, δεν ήξεραν τι άλλο να πουν. Στεκόντανε στη σειρά ακίνητοι, σαν μία συλλογή οικογενειακές φωτογραφίες. Οι τρεις θείες, μεσόκοπες και καθώς-πρέπει σφιγμένες και τεντωμένες μες σε μεγάλους κορσέδες, με γιακαδάκια που τους σκέπαζαν ολότελα το λαιμό, με μακριά μανίκια και λίγη δαντέλα στην άκρη των μανικιών. Ο θείος Τζαννής, νέος τριάντα χρονώ, άνθρωπος του κόσμου και λιγάκι γόης, με πυκνά μαύρα μαλλιά που του σκέπαζαν το μέτωπο και με λεπτό μαύρο μουστάκι, με άσπρο λινό παντελόνι της ώρας και σκούρο μαβί σακάκι, με ένα πελώριο σκληρό κολλάρο και μ' ένα μικρό κόκκινο λουλούδι στην κουμπότρυπα. Ο παππούς τέλος, ψηλότερος απ' όλους, ίσιος σαν κυπαρίσσι, δυνατός, επιβλητικός...
· Ο Θεός να λυπηθεί την ανθρωπότητα, είπε ο παππούς με τη βαριά του φωνή.
· Αμήν, αναστέναξε η θεία λοξή.
Την άλλη μέρα το ζήτημα έλαβε μεγάλες διαστάσεις στον Κήπο του Ταξιμιού.