ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

 

 

θα σε ζαλίσω κατιτίς περισσότερο, αδερφέ Αντρέα.

Κάθουμαι μέσα στο σπίτι, και πιάνω να θυμάμαι τη φυλακή του Παρισιού. Έτσι, το ρίχνω στο διάβασμα και στο γράψιμο. Σε συλλογίζουμαι, και μου είναι μια γλυκιά δουλειά να σου φτιάξω ένα γράμμα.

Η ζωή μου είναι ήσυχη σαν ένα ποταμάκι που τρέχει ανάμεσα στις λυγαριές. Τα δυο χειμωνιάτικα θεριακλίκια, ο καπνός και το διάβασμα, μου παραστέκουν όπως οι δυο ληστές. Τι να σου πω, αν μου έλειπαν τα βιβλία, ο κόσμος θα ’τανε για μένα άδειος (σήμερα, που ’μαι αλυσωμένος να κάθουμαι μέσα στην πολιτεία). Αν ζει κανένας, ζει με τα βιβλία, σαν δεν ζει μέσα στη φύση. Μα μες στη φύση, όπως ξέρεις, δεν μπορώ να ζήσω τώρα. Τ’ άλλα τα σκατά: κοινωνία, πολιτική και τα τέτοια, είναι τόσο βρομερά, που θα ’ρχεται η μυρουδιά τους στα ρουθούνια σου.

Όπως και να ’ναι, δεν έχουνε δίκαιο να λένε πως είμαι μισάνθρωπος. Οχτρεύουμαι την άσκημη μάκενα, που τη λένε κοινωνία και καμαρώνουνε... Ωχ, αδερφέ...

Έστειλα κάποιον να μου πάρει λίγα κατσίκια, για να πασκίσω να κάνω ξανά ό,τι έκανε το σόι μου, από εκατό χρόνια: ζωντανά! Ο Θεός να βοηθήσει...

Κείνο που μου στέκει στο στήθος, είναι που είμαι κλεισμένος μέσα στα σπίτια σα χελώνα. Πού ’ναι εμένα η φωλιά μου, η απόμερη, η ζεστή φωλιά μου!... Δέντρα, μαμούδια, καβούρια, φουρτούνες, αγέρας άγριος κι έρμη μαυροβραχιά!... Όρνια, γίδια, τυροκόμισμα, σωρός η κοπριά με το αψύ σπίρτο της, που μου θυμίζει το γερο-Εύμαιο και τον Άργο, το πιστό σκυλί του Οδυσσέα, που περίμενε να ξεψυχήσει σα θα ’βλεπε να γυρίσει σπίτι του ο ξενιτεμένος αφεντικός του!... Ξωκλήσι, λιβάνι, χερουβικό! Θεϊκή γαλήνη! Άγια κόχη με αντιμήνσιο και αρτοφόριο!... «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω»... Το κοινωνικό στη μνήμη κάθε αγίου είναι: «Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος»... (Αν μπορούσαμε να κάνουμε ένα ποίημα με τέτοιο αίσθημα, εμείς, που δεν ξέρω πως διάολο πήραμε στραβά το πράμα, θαρρώντας πως ποιητής και ρήτορας είναι ένα και το αυτό!)

«Αλλ’ ημείς ως αι νεάνιδες τω Κυρίω άσωμεν, ενδόξως γάρ δεδόξασται»...

… … … … …

Στενοχωριέμαι που δεν μπορώ να κάνω κάτι ζεβζεκιές που μου κατεβαίνουν ουρανόθεν. Το μέρος είναι μικρό, και σε παραφυλάνε σα λαγό. Τις προάλλες είχα αποφασίσει πια ν’ αφήσω μικρές φαβορίτες αλά Σατωπριάν. Μα πού, για όνομα του Θεού! Τι διάολο, να μη μπορεί κανένας να κάνει τον εαυτό του ό,τι θέλει, ενώ είναι λεύτερος να είναι ψεύτης, κλέφτης, μπερμπάντης, φιλόπατρις, θεατρίνος, μασκαράς, αντάρτης, ρουφιάνος - και μάλιστα ενθαρρύνεται!...

Σε λυπάμαι, αγαπητέ μου Αντρέα, γιατί έχεις τόση πολλή ανάγκη από γυναίκα. Δεν αρνιέμαι πως έχει πολλά λαμπρά προτερήματα, αλλά μπορεί να πάθει κανένας και αγιάτρευτα πράματα εξ αιτίας της. Μα εγώ είμαι ερημοπούλι, κι ίσως έχω άδικο... Μια φορά, αυτή η κουβέντα μου φέρνει στον νου μια νόστιμη ιστορία που διάβασα προ χρόνια, και θα σου την πω:

 

Ένας θεοπάλαβος Φραντσέζος, ένας κάποιος Λεγκά, μαζί με άλλους εφτά, βαριεστημένοι απ’ τη ζωή της πολιτείας και τις φροντίδες της, πήρανε τα μάτια τους και μπήκανε σ’ ένα καράβι που πήγαινε στα νησιά της Άφρικας. Η παλαβάδα τους τούς σφύριξε να ζητήσουν απ’ τον καπετάνιο να τους βγάλει απάνου σ’ ένα ερη[μονήσι με …]μπαγκάζια, θροφές και σπόρο για να σπείρουν.

Αυτά ελάβαιναν χώραν κατά το 1869, τότες δηλαδή που το Αϊβαλί είχε τρία σπίτια, κι εδώ που γράφω ήτανε ξαπλωμένη μια γαϊδούρα που γεννούσε ...

Αυτοί οι χρυσοί άνθρωποι λοιπόν τα πόρευαν έτσι. Μα, ύστερ’ από έναν χρόνο, τούτοι οι χάσκοι τεμπέληδες βαρεθήκανε να ρουχαλίζουνε και να παίζουνε ντάμα κάτου απ’ τις χουρμαδιές... Βαρεθήκανε. Ξέχασαν τις πείνες της πολιτείας... Γιατί τους είχε πιάσει η επιθυμία του θηλυκού… Σκαρώσανε μια βάρκα και τη ρίξανε στη θάλασσα. Όπως φαίνεται όμως, τα κάνανε θάλασσα, την πετάξανε απάνου στα βράχια και, με λίγα λόγια, είδανε και πάθανε να γλιτώσουν. Ωστόσο, ένας τους, ο φουκαράς Ισαάκ Μπόγερ, ρολογάς θαρρώ απ’ την Αμβέρσα, τα χάλασε τα πιάνα απ’ την κούραση, και πέθανε. Τον θάψανε με θρήνος, κι ο Λεγκά, αρχιτέμπελος, έγραψε τον επιτάφιό του. Να τος:

«Στον ίσκιο των αθανάτων φοινίκων, εις τον κόλπον, τον πιστόν κόλπον μιας γης παρθένου, ευλαβώς απετέθησαν τα οστά του Ισαάκ Μπόγερ,

Που υπήρξε αγαθός Γασκώνος καταγόμενος εξ Αδάμ,

Από αίμα ευγενέστερον κάθε άλλου απ’ τους ανθρώπους αδελφούς του,

Οι οποίοι όλοι έχουν να λογαριάσουν σίγουρα μεταξύ των προγόνων των δεσποτάδες και μυλωνάδες.

Εάν όλοι οι άνθρωποι εζούσαν όπως έχει ζήσει,

Ο χορός, οι νταντέλες, οι χωροφύλακες, οι κλειδαριές,

Τα κανόνια, οι φυλακές, οι εισπράχτορες, οι βασιλιάδες,

Θα ’τανε πράματα αδιαφόρετα σ’ αυτόν τον κόσμο.

Πιο φιλόσοφος απ’ τους φιλοσόφους, ήτανε γνωστικός,

Πιο θεολόγος απ’ τους θεολόγους, ήτανε χριστιανός,

Πιο διαβασμένος απ’ τους δοκτόρους, ήξερε πως δεν ήξερε τίποτα,

Πιο ανεξάρτητος απ’ τους πασάδες, δεν είχε μήτε πανούκλα των κολάκων, μήτε μεθύσι δόξας,

Και πιο πλούσιος απ’ τους πλουσίους, δεν του ’λειπε τίποτα, εκτός από μια γυναίκα.

Αναγκάστηκε ν’ αποχωριστεί την αγαπημένη του πατρίδα και το παν μαζί της, για να ξεφύγει απ’ τους λυσσασμένους υπουργούς της.

Σκίζει, φεύγοντας, βουνά και θάλασσες και, πέφτοντας απάνου σ’ αυτό το νησί,

Βρήκε τον αληθινό λιμένα της σωτηρίας.

Αυτός κι εφτά σύντροφοι της ίδιας μοίρας ήτανε αυτουνού του νησιού, επί δύο ολάκερα χρόνια,

Λαός μαζί και κυρίαρχοι.

Θα χαιρότανε πιο πολύ τη γλύκα αυτουνού του νέου κόσμου,

Αν ο κρυφός πόθος της καρδιάς του για το φύλον το άγαν αγαπητόν δεν τον βίαζε να κάνει μιαν απόφαση που του έδωσε το θάνατο.

Παρέσχε την τιμήν στο νησί Ροδρίγ να μπορέσει ν’ αποδώσει εις τον Ύψιστον ένα αναστημένον δίκαιον την ημέρα της κρίσεως.

Η ψυχή του μετέβη ένδοξος και εν θριάμβω εις τα Ανάκτορα της Αθανασίας.»

 

Αυτό το ηθικό διήγημα, σίγουρα, δεν μπορεί παρά να σε ωφελήσει, και να σε τραβήξει απ’ την παραλυσία.

Δώσε τα χαιρετίσματα μου στον Σ. Ο δε άλλος Αϊβαλιώτης που σου σύστησα είναι τρελός με παρελθόν, παρόν και προ πάντων μέλλον. Αν λάβεις την ευτυχία να τον γνωρίσεις, θα δεις πως εδώ είναι η Ακαδημία της ζεβζεκιάς.

Ωστόσο, πιε μια μπίρα στην υγειά μου, και σπάσε ένα δυο κολοκύθια στο κεφάλι του Ξουρή.

Φ.

Αϊβαλί, 4 Ιανουαρίου Ι921.

 

 

Επιστροφή στη Βασάντα του Φώτη Κόντογλου

Επιστροφή στα KEIMENΑ ΜΑΖΙ