ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

ΚΑΤΑΜΕΣΗΜΕΡΟ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ

 

 

Οι βώλοι της γης αχνίζουν φωτιά. Ως πέρα στο αντικρινό βουνό τρέμουν όσα είναι στη γραμμή του ματιού, λες και τα βλέπεις μέσ’ από ένα τζάμι θολό που τρέμει κι αχνίζει. Τα σπερδούκλια χορεύουν σαν εύθυμα σκελετά. Πέρα, μακριά! Χαίρεσαι, γιατί είναι μακριά. Μέρα μεσημέρι καταλαβαίνεις ένα φόβο μεσονυχτιού.

Η αμμουδιά είναι γεμάτη από τούφες τούφες γκρίζα αγκάθια, που ’ναι όμοια με χελώνες. Καθετί που έχει μητέρα τη θάλασσα, έχει απάνω του κάποιαν αγριάδα αλλόκοτη. Αυτά τ’ αγκάθια μοιάζουν σα ζωόφυτα του βυθού. Αραδιασμένα πάνω στη μαλακή θαλασσόπετρα, ανασαίνουν τη βουή της θάλασσας με μιαν αγριάδα σιωπηλή. Λες μέσα σου: από πού αρκουδίσανε σιγά σιγά, ως να φτάξουνε στ’ αρμυρά κατώφλια της;

Πέρα, ένα μίλι κατά το βοριά, ξεχωρίζει μια μικρή γλώσσα στεριά, ένας μικρός κάβος ολόισος, χρισμένος με αλάτι. Στο παραλυμένο μυαλό μου φαντάζει σα μια ολάκερη έρημο. Κείνο το φλογισμένο αλάτι, πλουμισμένο με λίγες στρογγυλές πέτρες του πελάγου!...

Ένα βουνό στέκει από πάνω μου κι αχνίζει. Ένα κατάμαυρο βουνό. Εκατομμύρια πεύκα! Εκατομμύρια νεκρά δέντρα!...

Μού φαίνεται πως ακούγω μέσα στα φλογισμένα ρουμάνια, κάπου κάπου, να σκα κανένα ψημένο κλαδί: κρακ, κρακ...

Χαμηλά, στα πόδια του βουνού, τα χώματα κατρακυλούν κατά τη θάλασσα. Χωρίζουνε πάξες πάξες, λες κι είναι κακοψημένο ψωμί. Το χώμα είναι σαν καμίνι. Καταλαβαίνεις πως εκεί μέσα σκάνε σιωπηλά ένα σωρό σπέρματα. Θα γεννήσουνε κάθε ζωή· και η κάθε ζωή, ηδονή. Τα χώματα, τ’ ασπροχώματα, κυλούν κατά τη θάλασσα. Φωτιά κι ασβέστης· σού καίγουν το μυαλό να τα κοιτάς. Τ’ ακούς, γκουπ, γκουπ, να χωνεύουνε σκεδιάζοντας ειδών ειδών καμάρες, που στέκουν απάνω στο γλιστερό βράχο της ακρογιαλιάς...

Καταλαβαίνω όχι μονάχα την ερημιά και τη σιωπή τούτης της στιγμής, μα την αιώνια σιωπή, λες κι από τους αιώνες έτσι καβουρντίζεται αυτή η γης από ’ναν ήλιο που ολοένα κρέμεται μέσα σ’ έναν ουρανό γιομάτον πηχτή φλόγα, και ιδέα πως η νύχτα την έσβησε, είτε έρχεται να τη σβήσει, διόλου δε σού δροσίζει τον νου...

Γκουπ... Γκουπ... Θάβεσαι κάτου από τα χώματα, πνίγεσαι, μηδενίζεσαι, βουβά, δίχως μιλιά. Όλα λιώνουν. Τρίβουνται σε σκόνη. Τα πετραδάκια του γιαλού είναι σκεπασμένα από μια ψιλή σκόνη, από μια ψιλότατη πάσπαλη. Τα βότσαλα, λογιών λογιών ξύλα και ξεβράσματα της θάλασσας, και κείνα τρίβουνται σιγά σιγά, πέφτουνε σε σκόνη... Μυρίζει και το ζωντανό κρέας από τη λάβρα... Κι εγώ ατός μου τρίβουμαι, πέφτει σκόνη από πάνω μου, η ύπαρξή μου σκορπά λίγη λίγη, χάνεται... Τρίβεσαι, λιώνεις πέφτεις σα σκόνη, σαν αλισάχνη. Πεθαίνεις, κι η ψυχή σου κοιμάται μέσα σ’ έναν πύργο που οι τοίχοι του είναι από πυρωμένο σίδερο, μέσα σ’ ένα κουβούκλι γεμάτο ατμούς που κλώθουν. Εσύ, ναι μα το Θεό, πεθαίνεις, κι η ψυχή σου δεν ξυπνά, δεν ανοίγει τα μάτια της για να πεθάνει... Μόλις ακούς πια τα μικρά κυματάκια, οπού τα σηκώνει κάποια χαμένη πνοή που πλανιέται, ξαφνικά, ανοιχτά, στο πέλαγο, για μια στιγμή, και ξεψυχά με μιας...

 

 

Επιστροφή στη Βασάντα του Φώτη Κόντογλου

Επιστροφή στα KEIMENΑ ΜΑΖΙ