ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΤΑΣIΤΣΑ
Η αδερφή μου. Όπως είχα να λάβω μαντάτα της χρόνια ολάκερα μέσα στο μεγάλο πόλεμο, όντας σε μακρινά μέρη και εξ αιτίας του αποκλεισμού της Ανατολής, έχοντας κιόλας στον νου το πόσο λεπτά ήτανε πλασμένη, κατάντησα πια να τη λογαριάζω με τους νεκρούς. Το παρακάτου ποίημα γράφτηκε μέσα σε τέτοια δυστυχία που έδερνε την καρδιά μου: πως ποτές πια δε θα ξανάβλεπα το αγαπημένο πρόσωπό της. Τα τελευταία χνάρια της μορφής της σβήνουν μέσα μου και παν. Ο αιώνιος αφανισμός… Ανόλπιστα, γυρίζοντας στο σπίτι μου, τη βρήκα στη ζωή. Ο Θεός με σπλαχνίστη.
α μεσάνυχτα κάθουμαι με το κεφάλι ακουμπισμένο στον αγκώνα.
Κατέβα να μου κόψεις τη λύπη - έλα
να μιλήσουμε.
Κάνε να ταραχτεί ο αγέρας, που βαραίνει από συφορά.
Έξι φτερά έχεις: Δυο φτερούγες αγριοπεριστεριού, ασπρότερες απ’ το λαιμό Σου - κι άλλες δυο πλουμισμένες με κοκκινάδια - κι άλλο ένα ζευγάρι που σαλεύουν πάνου απ’ το κεφάλι σου όπως της πεταλούδας.
Ωραία τα μαλλιά σου, χρυσά - κι ούτε μια τριχίτσα μετάξινη ταράζει την απλή ασπράδα του μετώπου.
Έλα! Τα χρυσόχρωμα φτερά σου ήθελ’ είναι για τα θλιμμένα μου μάτια σαν άνθι πλουμιστό μέσα σε βαθιά έρημο.
Αγκάλιασε με, τον αδερφό σου. Και δίπλωσέ με μες στα φτερά σου, στα πούπουλά σου, που έχεις εξ. Με το δεξί σκέπασε την καρδιά μου· και τ’ άλλα, άσ’ τα όπως κάνουν στον ουρανό...
Αδερφή μου! Τι μπορεί να ·ναι σκληρότερο από τούτο; Να σβήσεις μέσα στη φαντασία μου, σαν τα συννεφάκια που τα ξαίνει ο μπάτης, σε τρόπο που δεν ξέρεις αν πραγματικά υπήρχαν!...
Κι είμαι κούφιος εγώ τώρα. Είμαι ουρανός που η ερμιά του δεν κόβεται από άστρο, ούτε καν από φτεράκι πουλιού που περνά ψηλά.
Σε ζητώ στα μάτια όλων των κοριτσιών - μα είναι σκοτάδι εκεί μέσα.
Εσύ, σε μια γαλάζια πέτρα καθισμένη, σβήνεις πίσω από μαβιά πέλαγα.
Πας! Έσβησες! Μια φορά σε είδαν τα μάτια μου...
Périgueux, 1918
Επιστροφή
στη Βασάντα του Φώτη Κόντογλου