του Δημοσθένη Βουτυρά (1879-1958)
— Λοιπόν, καλό καθησιό σήμερα!
— Στο καλό παιδιά! Τυχεροί.
— Γεια σου γέρο Λουρή!
Ο Λοπέτσος έσπρωξε τη βάρκα και σηκώθηκε. Ο Κουλάς βύθισε τα κουπιά στη θάλασσα. Η βάρκα προχώρησε. Τα κουπιά φανήκανε να βγαίνουν στάζοντας νερά σα να θέλανε να πάρουν αναπνοή, και πάλι βυθισθήκανε για να ξανάβγουν πιο πέρα.
Σήμερα ο γέρο Λουρής θα είχε καθησιό, καθώς είπαν οι ψαράδες, και σ΄ αυτό τον ανάγκαζε μια αιτία, ή καλύτερα πολλές αιτίες. Η πρώτη και εκείνη που έκρυβε με τις φτερούγες της τις άλλες, ήταν ένα όνειρο της γριάς Λουρή! Η γριά Λουρή είχε δει όνειρο και όνειρο, καθώς έλεγε, σκοτεινό, που, πάλι κατά τα λόγια της, αυτά τα όνειρα είναι από κείνα που βγαίνουν, δεν είναι παιχνίδια της φαντασίας!
Το είπε στον άνδρα της το πρωί και τον συμβούλευσε να αποφύγει το ψάρεμα με το δυναμίτη, που είχαν αρχίσει αυτός και μερικοί άλλοι ψαράδες από κάμποσο καιρό. Ο γέρο Λουρής έτυχε να έχει δει κι αυτός όνειρο, όχι σκοτεινό, αλλά πολύ μάλιστα ζωηρό, που τον έκανε να σηκωθεί με ξεραμένο το λαρύγγι και με όρεξη για καθησιό! Αυτό ήταν οι άλλες αιτίες οι κρυμμένες! Για τούτο, ενώ η γυναίκα του, που του έλεγε ότι μέσα στο σκοτάδι του ονείρου μια λέξη σαν δυναμίτης, έτρεχε ζωηρή, δεν εννοούσε όμως και να μην πάει στο ψάρεμα το αληθινό, το ήσυχο, αυτός, αφού πρώτα με τρόπο της εξεθείασε τα όνειρά της και της είπε ότι είναι σωστές μαντείες, προφητείες, που τύφλα νάχουν οι προφήτες, της λέει, ότι επειδή φοβάται μην του βγει σε κακό το όνειρο, δε θα βάλει το πόδι του στη βάρκα σήμερα!
Η γυναίκα του βρέθηκε πιασμένη και ευχαριστημένη! Αν δεν ήταν το όνειρο, αλίμονο στο γέρο Λουρή, που τόλμησε να καθήσει και να μην πάει στη δουλειά!
Η βάρκα με τους δύο ψαράδες εμίκραινε όσο πήγαινε, έως ότου κρύφθηκε πίσω από ένα νησάκι, ένα βράχο στη θάλασσα πέρα μακριά απ΄ τον κολπίσκο. Ο γέρο Λουρής στεκότανε τώρα κοιτάζοντας τη βάρκα του, που κουνιότανε σα δεμένο ζώο, που τραβιέται ν΄ απαλλαχθεί απ΄ το σχοινί, που το έχουν δεμένο. Σα να λυπόταν που θα άφηνε μια μέρα να πάει χαμένη. Είχε συνηθίσει κάμποσο καιρό στη δουλειά την τακτική απ΄ την ημέρα που αγρίεψε η γριά του και τον φοβέρισε, όχι μόνο να του φύγει, αλλά και να τον δείρει, αν ξαναπατήσει στο κρασοπουλιό! Και τώρα, όσο προχωρούσε ο ήλιος, του φαινότανε να έκανε αμαρτία και η αμαρτία να μεγάλωνε ολοένα!
— Ε! ας ξεσκάσω λίγο και από αύριο θα αρχίσω για καλά!... Έπειτα, αυτό το διαβολόνειρο με τρομάζει λίγο, και για καλό και για κακό μακριά απ΄ τη θάλασσα σήμερα!...
Επίστευε τα όνειρα όχι πολύ, σχεδόν δεν τα πίστευε, και αν τους έδινε τώρα ένα βάρος, καθώς μιλούσε μόνος του, το έκανε έτσι πάνω πάνω, να γελάσει και τον εαυτό του. Ήταν αληθινός κατεργαράκος αυτός ο γέρο Λουρής· όλους τους γελούσε και τον εαυτό του ακόμα!
Η θάλασσα κουνιόταν λίγο. Ένα πανί έκανε γύρους μακριά, έπειτα προχώρησε στο νησάκι.
Έκανε να φύγει, όταν ένας κρότος ακούστηκε να έρχεται από μακριά.
Το πανί πλησίασε το νησάκι και κρύφτηκε.
Είχε βραδιάσει πια όταν ο γέρο Λουρής κίνησε να βγει απ΄ την ταβέρνα του Πατράκα. Η ταβέρνα είχε γεμίσει από ναυτικούς, που φώναζαν, φιλονεικούσαν και χτυπούσαν πάνω στα τραπέζια τις γροθιές τους σαν να σφράγιζαν τα λόγια τους. Τα ποτήρια χοροπηδούσαν και το κρασί χυνότανε στο τραπέζι και οι ναυτικοί έπαυαν λίγο για να δώσουν άλλο δρόμο στο κρασί το χυμένο, που κατέβαινε σα φίδι ζητώντας δρόμο να φύγει.
Ο γέρο Λουρής καθώς έκανε να σηκωθεί, είδε ότι η καρέκλα τον έσερνε, τον κρατούσε. Είχε ζαλιστεί! Όσο θαμπός να ήταν ο νους του γέρο Λουρή απ΄ το κρασί, έβλεπε και άκουγε καλά. Αλλ’ ο γέρο Λουρής είχε και ένα κακό. Όταν έπινε, δεν κρατούσαν τα πόδια του! Τώρα το απέδωσε στον πολύ καιρό που είχε να πιει! Σηκώθηκε με δυσκολία, και αφού πλήρωσε, βγήκε έξω βάζοντας σημάδι ένα φύλλο της πόρτας, για να μην παραστρατήσει, και έχοντας το σώμα ίσιο σαν ξεραμένο.
Ένας φόβος τον πείραζε στον δρόμο. Η γριά του! Όταν τον έβλεπε, θα είχε ιστορίες και ιστορίες! με το θαμπό νου του, που του φαινόταν βαρύς και έτσι βάραινε όλο του το κεφάλι, σκεπτότανε τι να βρει για να τα μπαλώσει, καθώς έλεγε. Δεν πίστευε πως θα μεθύσει. Στο διάβολο οι φίλοι!... Κρίμα στα λεπτά!\
— Βάρδα!
Ένα γαϊδουράκι φορτωμένο ερχότανε γρήγορα. Έκανε ν΄ ανέβει στο πεζοδρόμιο, αλλά το πόδι του πάτησε στην άκρη και ο γέρο Λουρής κολύμπησε στη σκόνη. Σηκώθηκε βρίζοντας το γαϊδουρολάτη και το γαϊδούρι του, που μόλις διακρινόταν στα σκοτεινά. Κόντευε να στραγκουλίσει το πόδι του! Όλα τα κακά μαζεμένα ερχόνταν!
— Ε, γέρο Λουρή, μια φωνή γυναικεία του είπε κοντά του. Την ώρα εκείνη ο γέρο Λουρής κλονιζόταν, αλλά ο γέρο Λουρής ήταν κατεργάρης! Γνώρισε μια γειτόνισσά του.
— Συ είσαι, Βαγγέλω!... Α! Χρυσούλα ήθελα να πω! Μη ρωτάς τι κόντευα να πάθω; Παρά λίγο ένα αμάξι να μου κόψει πέρα και πέρα το πόδι! Μα δεν ξέρω· το άλογο θα με βάρεσε, γιατί έχω πόνους και πόνους!... Ωχ!...
Ο γέρο Λουρής κούτσαινε. Του φάνηκε να αισθάνεται και πόνο στο πόδι!
— Να βάλεις κρεμμύδι!
Ο γέρο Λουρής κούτσαινε περισσότερο.
— Δεν πιστεύω να έπαθε τίποτε; ρώτησε.
— Μπα! Αν ήταν, ούτε να τ΄ ακουμπήσεις θα μπορούσες!
Η γυναίκα σκέφθηκε αυτό που είπε και βρέθηκε σύμφωνη. Αλλά σε λίγο της φάνηκαν αλλόκοτα τα κινήματα του γέρο Λουρή και τα λόγια του. Τον είδε έξαφνα όχι να κουτσαίνει αλλά να παίρνει δρόμο, να τρέχει για να προφθάσει την ισορροπία, που του έφευγε. Έπειτα ο γέρο Λουρής έκανε λάθος και είπε μια κουβέντα δυο φορές.
— Μωρέ είναι μεθυσμένος ο παλιόγερος! Κοίταξέ τον!
Και μολαταύτα τον χαιρέτησε καλά πολύ.
— Καλή νύχτα, γέρο Λουρή!
— Στο καλό!
Καθώς περνούσε απ΄ τη σκάλα που ξεφόρτωναν ξύλα, στάθηκε κοιτάζοντας ένα μεγάλο ιστιοφόρο.
Πώς ήθελε να είχε κ΄ αυτός ένα τέτοιο μεγάλο καράβι! Αν εγνώριζε ότι θα του πέσει το λαχείο, να έβλεπε δηλαδή τον αριθμό στον ύπνο του, θα το αγόραζε, και τότε;... Αντί γέρο Λουρή θα τον φώναζαν Καπετάν Λουρή!
Και ο γέρο Λουρής βρέθηκε καπετάνιος με παιδιά διαλεχτά σ΄ ένα καράβι μεγάλο. Τα κύματα σηκώνονταν άγρια, το καράβι πεταγόταν ψηλά και τα παιδιά ανέβαιναν σαν μαϊμούδες στα κατάρτια!...
Ένα χτύπημα μικρό της θάλασσας τον έκανε να αφήσει καράβι, παιδιά, τρικυμία να σβήσουν στον αέρα. Μια βάρκα είχε πλησιάσει. Άκουσε φωνή γνωστή. Ο Λοπέτσος!
— Την έπαθες, γέρο Λουρή σήμερα. Ψάρια, ψάρια! Δεν έχεις ιδέα πόσα! Πρώτη φορά είδα!...
Ο γέρο Λουρής προχώρησε για το σπίτι του. Αισθανόταν χαρά που βρήκαν, που πέτυχαν στο ψάρεμα· είχε βρει μια αφορμή! Ο γέρο Λουρής ήταν κατεργαράκος τρομερός!
Η γριά του ήταν στην πόρτα και τον περίμενε. Την είδε σαν ένα μπόγο ρούχα να κάθεται μαζεμένη στο σκαλοπάτι.
Ορθώθηκε όταν τον είδε. Ο γέρο Λουρής έχασε την ισορροπία και δεν τον βρήκε παρά αφού πάλεψε με τον αέρα μια στιγμή. Η γριά του χτυπούσε τα χέρια στα μεριά της.
— Ω, ανάθεμά τον! Κοίτα χάλια!... Μωρέ στρίγγλε, τι χάλια είναι αυτά!
Στα τελευταία λόγια η γριά έπαψε να χτυπά τα χέρια επάνω της, και ετοιμάστηκε να χτυπήσει στις μασέλες του γέρο Λουρή. Αυτός στηλώθηκε σαν τον Δία, όταν έριχνε κεραυνό. Η γη έφευγε κάτω από τα πόδια του, καθώς κάτω απ΄ εκείνον τα σύννεφα.
— Κάτω τα χέρια παλιόγρια! που να πάρει ο διάβολος τα όνειρά σου και σένα ακόμα μαζί!
Εδώ ο γέρο Λουρής έκαμε μια κίνηση, που κάνουν τ΄ άλογα όταν δε θέλουν να προχωρήσουν. Το κρασί σα νοικοκύρης τον είχε τραβήξει στα εμπρός και αυτός έμεινε στη θέση του.
— Μωρή, γέμισαν κάτου από ψάρια, το ξέρεις; Δεν πας να δεις τι χαλασμός κόσμου γίνεται; Για πήγαινε ντε να δεις, για πήγαινε!...Λέει ήπια!... Δεν ρωτάς πρώτα πρώτα, μπορούσα να μην πιω, που θάσκαζα!.-
Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924),
σ. 74-79.