ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ
ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Ταξίδευα
τις προάλλες από το νησί μας
στην Πόλη. Σα βρίσκουμαι σε ταξίδι, θέλω να ρωτώ και να μαθαίνω μαζί με ποιους
ταξιδεύω. Το βαπόρι μας πολλούς επιβάτες δεν είχε, μα σαν αγγίξαμε στη βορεινή
πόλη του νησιού, ανέβηκε κάποιος που μου φάνηκε σαν παράξενος. Φράγκικο ήθος,
φράγκικοι τρόποι, ως και περπατηξιά φράγκικη. Κι ωστόσο τον αχόρταγο το βαρκάρη
του τονέ στόλιζε με καθάρια ρωμαίικα!
—
Τι πράμα είναι πάλι αυτός! είπα μόνος μου.
Σαν
ξεκίνησε το βαπόρι, τονέ σιμώνω, τονέ χαιρετώ, κι ανοίγω ομιλίες μαζί του.
—
Και πούθε είστε; του λέγω.
—
Από το μέρος που με είδατε να μισεύω.
—
Και για πού, αν θέλει ο Θεός;
— Για την Ευρώπη. Πέρασα εκεί τη νιότη μου όλη. Ήρθα να δω
τους δικούς μου, και τώρα γυρίζω πίσω.
Με
τα λόγια, γενήκαμε φίλοι. Καθίσαμε στο κατάστρωμα οι δυο μας το βράδυ, και
κοιτάζοντας την ήμερη θάλασσα, μπρος,
και τα βουνά αντικρύ, λέγαμε, εγώ τα
δικά μου, και κείνος τα δικά του.
Ήτανε
μεγάλη και πολυπαθιασμένη η ιστορία του. Με παρακάλεσε όμως να μην την ξαναπώ
κανενός, εξόν αυτό το μικρό μέρος που θα σας δηγηθώ τώρα :
—
Έφυγ’ από το νησί μας μικρός μικρός. Κι ίσια στα μακρινά τα ξένα. Ίσια στην
Ευρώπη, εκεί που λέτε
σεις οι πολύξεροι πως είναι τα φώτα,
μα γω τηνέ βρήκα γεμάτη σκότος και καταχνιά, και το λησμοβότανο στα θλιβερά
μονοπάτια της! Είκοσι χρόνια με
μισοκοίμιζε το φοβερό το βοτάνι.
Είκοσι χρόνια μ’ έτρωγε σκουλήκι κρυφό, της πατρίδας ο αθάνατος πόθος, που
μήτε μια Ευρώπη δε σώνει να τον ξεριζώσει ολότελα.
Στα
είκοσι τα χρόνια, το καταπόνεσε η λαχτάρα το λησμοβότανο. Ξύπνησε η καρδιά
μου, ξύπνησ’ ο νους μου, όλα μου ξύπνησαν, και πατρίδα ζητούσαν.
Παίρνω
το βαπόρι, κι ίσια κάτω, κατά τα νησιά μας. Τα βρήκα όλα στον τόπο τους! Όλα
γελούσαν ακόμα καθώς που γελούσαν τότες που με κατευόδωναν.
Κι ο ήλιος, σα να ήξερε κι αυτός το τι υπόφερε η ράχη μου εκεί απάνω, δώσ’ του
και μου τη ζέσταινε, ώσπου μούδιαζα από την ευχαρίστηση.
Ο καημένος ο πλοίαρχος του μικρού βαποριού που μ’ έφερνε
στην πατρίδα μου, μόνο που δεν έκλαψε σαν τα ’μαθε όλ’ αυτά. Ήτανε βράδυ βράδυ
σάνε φτάσαμε, κι ώσπου ν’ αράξει το βαποράκι στον κόρφο μας, σκοτείνιασε
κιόλας. Κι έβλεπες που άναβαν ένα ένα τα φώτα των σπιτιών αντικρύ.
—
Βάλε τώρα φωτιά, καπετάνιο!
Πηγαίνει
ο γέρος στο κανόνι μα
δεν παίρνει φωτιά! Τρέχει λοιπό στη
σφυρίχτρα, κι αμέσως αρχινάει, ένα βοητό που θαρρούσες και πετάχτηκε κανένας
δράκος από τα σπλάχνα της γης, και σφύριζε μισή ώρα δίχως να πάρει αναπνοή.
—
Ε, φτάνει, καπετάνιο! Το καταλάβανε. Να η βάρκα που έρχεται.
Ήρθε
η βάρκα με μερικά παλικαράκια χαρούμενα. Ανεβήκανε γλήγορα, και με καλοσωρίσανε
ντροπαλά ντροπαλά. — Για δες εκεί, που αντίς να με πάρουνε με τα λεμόνια ύστερ’
από τόση απονεσιά, τα καημένα τα παιδιά να με ντρέπουνται, λέει, και να
δακρύζουν κιόλας!
—
Και ποιοι είστε σεις;
—
Εγώ είμαι ο αδεξιμιός σου.
—
Εγώ ο ξάδερφος σου, — ο
ανεψιός σου, — ο γαμπρός σου.
Πικρός
κι ανάποδος είσαι, ω κόσμε, μα έχεις και τις παράξενές σου τις γλύκες.
Έσκιζε
η βάρκα τα κύματα και πήγαινε κατά τη σκάλα.
Ακόμα
δεν έδεσε το παλαμάρι ο μπαρμπα-Σταμάτης, και δρόμο, να προφτάσει πρώτος τα
συχαρίκια.
—
Τώρα πια δε με γελάτε, φώναξα σαν πάτησα χώμα.
Σας
ξέρω όλους εσάς. Να ο θειος
μου! άσπρισε όμως! Να κι ο χουβαρντάς
ο Ζήσης με το πονηρό του γέλιο!
Δεν
μπόρεσα να πάω μπρος. Στάθηκα λιγάκι, τους πήρα τριγύρω μου, γύρεψα να τους
μιλήσω, ήθελα να τους πω πως τάχατις δεν άλλαξαν, και πως μου φαινότανε σα να
μην έφυγα ποτές από κοντά τους. Δεν μπόρεσα ν’ ανοίξω το στόμα μου. Ακούμπησα
πάνω στο γέρο το θειο μια στιγμή, σφουγγίσαμε τα δάκρυά μας,
και ξεκινήσαμε από τη σκάλα με το φανάρι.
Πηγαίνοντας,
στέκουμουν κάποτε να κοιτάξω, εδώ καινούριο σπίτι, εκεί δρόμο καινούριο,
περιβόλια κει που αφήκα χαλάσματα, αργαστήρια κει που ήξερα βράχους.
Και θαρρούσα πως ήμουνα και δυο φορές αψηλότερος εκεί πέρα, μικρά μικρά καθώς
φαίνουνταν όλα· τους το ’λεγα και γελούσαν.
Από
μέσα όμως με βασάνιζε βαριά συλλογή. Συλλογιούμουν κι έλεγα πως ν’ ανταμώσει
άνθρωπος μάνα ύστερ’ από τόσα χρόνια, παίξε γέλασε δεν είναι, και
πως χρειάζεται δω θάρρος και θάρρος, να μην πάθει τίποτις κι η γριά. Πήρα
λοιπόν τον αέρα που παίρνουν οι μεθυσμένοι σα θέλουνε να δείξουν πως δε
μέθυσαν τάχα. Περπατούσα γερά, και χτυπούσα το ραβδί μου κάτω μ’ απόφαση. Η
καημένη η γριά μου έλεγε κατόπι πως και κείνη την ίδια την απόφαση πολεμούσε
να κάμει. Κι έτσι βρεθήκαμ’ άξαφνα ο ένας αντίκρυ στον άλλονα! Σε μια στιγμή ακουμπήσανε
τα δυο πρόσωπα το ένα στ’ αλλουνού τον ώμο. Λέξη δεν άκουγες. Παραστεκόντανε
σαράντα ως πενήντα δικοί και φίλοι, με μια κατάνυξη σα να ’βλεπαν
ιερό μυστήριο. Κι ήταν το ιερότερο μυστήριο της ζωής μου, γιατί ένα φιλί μου
σφούγγιζε μιας ολάκερης ζωής αμαρτίες!
Ανασηκώνω
τα μάτια μου να δω τριγύρω μου, και με παίρνει μια κοπέλα στην αγκαλιά της
κλαίγοντας. Μου είπαν πως ήταν — η αδερφή μου!
—
Τι όμορφη που είσαι, της είπα γυρεύοντας να χωρατέψω και πνίγηκαν τα λόγια στα
δάκρια. Ήτανε λίγω μηνώ νύφη, με το γαμπρό πλάγι της, που περίμενε κι αυτός να
μ’ αγκαλιάσει. Πιάνω το χέρι του και του λέγω : — «Εσύ μου την έκαμες έτσι
όμορφη, γιατί ήταν αγριοκάτσικο σαν την έπαιρνα στα γόνατά μου τεσσάρω χρονώ
μικρούλα». Γυρίζω και ξαναβλέπω τα μάτια της, και, «Σε
γνωρίζω τώρα», της κάνω, «μεγάλωσες, μα δεν άλλαξες».
Κι
έτσι παίζοντας και κλαίγοντας πέρασα την τρομερή αυτή ευτυχία, που ταίρι δεν
έχει στον κόσμο.
Σα
μπήκαμε σπίτι, με πήρανε στο σαλόνι. Το σπίτι ήταν απάνω κάτω το ίδιο, μα τα
έπιπλα φράγκικα τώρα!
—
Ανάθεμά σε, Φραγκιά, που ως και δω ήρθαν τα σημάδια σου, είπα στο νου μου. Μα
δεν πρόφτασα να ξεστομίσω τίποτις, γιατί γέμισε αμέσως το σπίτι τρεις γενεές,
τις δυο που ήξερα, (εξόν εκείνους που μισέψανε για τ’ αγύριστο το ταξίδι, και
την καινούρια που ξεφύτρωσε κατόπι.
Τι
χάζι, σαν τα ’παιρνα ένα ένα τα παιδιά των παιδιών που γνώριζα, και τους έλεγα
τίνος ήταν. — Εσύ είσαι του δείνα, εσύ της τάδε. Και κανένα λάθος δεν έκαμα!
Κα! δώσ’ του γέλια, για να ξεχαστούν κι οι παλιές οι πίκρες.
Να
παρασταίνω την αντάμωση καθενός παλιού φίλου και δικού, χρειάζεται πιότερη ώρα.
Σας λέω μοναχά πως κάθε καινούριο πρόσωπο ήταν κι από ’να νιώσμα, και κάθε φορά
το ’βρισκα! Τόσο καλά τα θυμούμουν τα παλιά τα χρόνια.
Ε,
παλιά χρόνια! Βρίσκω πάλι τη χάρη σας και τη γλύκα σας!
Βρίσκω τον αποκρέβατο με τα σύκα, τ’ αρμάρι με τα γλυκά, τις τηγανίτες
το πρωί πρι να φέξει, καθετίς που σοφίζουνται οι μανάδες για να μας ξανακάμουν
παιδιά, κι ας άσπρισαν τα
μαλλιά μας! Σας βρίσκω στις παλιές
καρδιές και στα παλιά τα τραγούδια, — μα σαν πηγαίνω στα καινούρια τα σπιτικά
και βλέπω καινούρια πρόσωπα, κι ακούγω καινούρια πράματα, σκεπάζεται η ψυχή
μου, και θαρρώ πως ξενιτεύτηκα πάλι! Επειδή τα ’φεραν κι εδώ του «Πολιτισμού»
τα κουρέλια από τη Σύρα κι από την Πόλη, αθρώπεψε τάχα και δω το ρωμαίικο, και
τα ’χασαν όλα τους τα νησιώτικα, ως και, τα τραγούδια τα ’χασαν! Αχ, τραγούδια
της πατρίδας μου, πονεμένα! Εγώ ο ξενιτεμένος σας τραγουδούσα, κι οι
αξενίτευτες εκείνες κοπέλες δεν ήθελαν πια να σας ξέρουνε, μόνο τσαμπούνιζαν
κορακίστικα τραγούδια της εποχής.
—
Πάμε στην εξοχή μας, λέω μια μέρα της μάνας. Κι ας είναι κι Οχτώβρης μήνας.
Εκεί δε θ’ άλλαξε τίποτις.
Κι
έτσι ήταν. Ο πύργος, οι λεύκες κοντά του, η βρύση στο πλάγι, οι
πλάτανοι, παραπάνω, τα κοπάδια στα βουναράκια τριγύρω με τα κουδούνια τους, που
έλεγες και κρατούσαν τον ίσιο της φλογέρας, η θάλασσα παρακάτω,
όλα, όλα τα ίδια. Μήτε γεράσανε, μήτε θα γεράσουν ποτές τους. Έτοιμα να σε
χαιρετίσουν και να σ’ αναστήσουν, όσο γέρος, όσο βαρεμένος κι αν είσαι!
Παίρνω
τη γριά μου στο ξωκλήσι της ακρογιαλιάς. Προσκυνούμε, ανάβουμ’ ένα κερί και
τάζουμε να περάσουμε μαζί τα στερνά στερνά χρόνια εκεί πέρα.
—
Μόνο να ξαναπάω άλλη μια, της λέω, κι όρκο σου το κάνω πως δεν αργώ τώρα.
Είδε
τη λαχτάρα μου και δεν είπε όχι. Μόνο γύρισε τα μάτια της κατά τη θάλασσα, και
τραγούδησε ένα παλιό τραγούδι του μακαρίτη του γέρου της:
Η
θάλασσα ξεβούρκουση, στα ράχτα πα τση δέρνει,
Τση
πάλι ξαναβούρκουση, πάλι στα ράχτα δέρνει.
α
Πολλά
χωριά, βουνά, δάση, ρημοκλήσια και πύργοι έχουν τα στοιχειά τους, κι αν
καλοξετάσουμε το πράμα έχει και κάθε σπίτι από ένα στοιχειό! Αλλού είναι
αρρώστια, αλλού θάνατος, αλλού
μεθύσι, κι αλλού, κάποιος
άλλος δαίμονας που φαρμακώνει τ’ αγέρι εκεί που θαρρείς πως βασιλεύει η
καλοπέραση κι η καλοτυχιά.
Στο
νησιώτικο χωριό που θα σας πάρω, το στοιχειό του τόπου ήτανε για πολλά χρόνια ο
Καπετάν Γιώργης. Τώρα ο δύστυχος συχωρέθηκε, κι αφήκε κατόπι του άλλο στοιχειό…
Λοιπόν
ας γυρίσουμε ως είκοσι χρόνια πίσω, κι ας πάμε σε κείνα τ’ άγια τα χώματα. Ας
σταθούμε στ’ ακρωτήρι, που μια φορά στεκότανε μια περήφανη πολιτεία, με τις
αρμάδες της, με τα κάστρα της, και με τις μαρμαρένιες κολόνες. Τι θρούβαλα
γένηκαν όλα! Η Ακρόπολη κατάντησε Τάμπια μ’ ένα καλυβάκι απάνω, μέρος της
χώρας έγινε Κοιμητήριο, και τ’ άλλο χωράφια τριγυρισμένα με ασβεστόπετρες.
Πόσες φορές 'πήγαινα τ’ αποβρόχια σε κείνα τα μέρη να μαζέψω σαλιάγκους, ή
καφκαλίθρες και γύριζα με φούχτα γεμάτη σκουριασμένες αντίκες και σπασμένα
λυχνάρια!
Το
καθαυτό το χωριό θα το δρούμε στο πλάγι, πάνω στο βουναράκι. Όποιο παραθύρι κι
αν ανοίξεις εκεί απάνω, ανοίγει κι
η καρδιά σου, γιατί από τα δεξιά έχεις
θάλασσα όσο φτάνει το μάτι, αντικρύ σου τον κόρφο, πέρα τα βουνά στολισμένα
εδώ και κει με χωριά, στ’ αριστερά τον κάμπο με τις ελιές,
κι ένα ποτάμι στη μέση. Ίσια ίσια τον κάμπο που ξέπεσε μια φορά ο Ορφέας, και κρέμασε
τη λύρα του σε μιαν ιτιά, κι από τότες κελαηδούσαν εκεί τ’ αηδόνια με γλύκα που
ταίρι δεν είχε, ως πέρσι, πρόπερσι, που έκοψαν τις ιτιές οι Τούρκοι, και
ξεγυμνώθηκε το ποτάμι, κι έφυγαν τα καημένα τ’ αηδόνια ύστερα από τριάντα
αιώνων κελάηδημα.
Ας
έρθουμε τώρα στον καπετάν Γιώργη. Φανταστείτε ένα μεσόκοπο, με ανάστημα μέτριο,
κανονικό πρόσωπο, μα τόσο λιοκαμένο, που θα τον παίρνετε για αράπη! Και τι λέω
πρόσωπο! Όλο του το κορμί τέτοιο ήτανε, γιατί άλλα παρά κουρελιασμένα ρούχα δεν
έβαζε. Του δίνανε φορέματα, κι αυτός κάθιζε
κοντά σ’ ένα βράχο, τα ’κοβε κομμάτια κομμάτια, τα ’δενε πάλι με σπάγκους, και
τα ’βαζε! Ποτές δε μας είπε γιατί το ’κανε αυτό· μα όλοι μας το ξέραμε,
και να σας το πω τώρα και σας: ήταν τρελός!
Ο
Καπετάν Γιώργης μιλούσε γλώσσα όλους διόλου δική του· πού και πού
καταλάβαινες λέξη, μα οι πιότερες κατρακυλούσαν από τα χείλη του σαν πετραδάκια
και πέφτανε χάμω. Φαίνουνταν πάντα σοβαρός και βυθισμένος σε συλλογές. Ως και
το γέλιο του, (και γελούσε πολύ σπάνια), είχε μια παράξενη σοβαρότητα, σα να
’λεγε. — «Έννοια σου, κερά Χαρά, το ξέρω πως είσαι, ψεύτρα, και δε με γελάς» .
Δεν
ερχότανε στο χωριό παρά σαν πεινούσε. Και φυσικά του έδινε ο κόσμος. Η καθαυτό
φωλιά του ήταν όξω, στους τέσσερις τους ανέμους, κατά την παλιά την πολιτεία.
Εκεί αγαπούσε να τριγυρίζει, και μα την αλήθεια, σαν τον έβλεπα κάποτες μέσα
στα χαλάσματα, θαρρούσα πως ήτανε φάντασμα κανενός προγόνου που
σηκώθηκε να κλάψει τα τωρινά χάλια του τόπου του.
Μα
ποιος ήταν ο καπετάν Γιώργης; Ποτές δεν μπόρεσα να μάθω από
τους πατριώτες μου, και σαν τονέ ρωτούσα τον ίδιο, γύριζε το πρόσωπό του
προς την θάλασσα και μουρμούριζε ακατανόητα λόγια. Ο καπετάν Γιώργης θα έμενε
μυστήριο παντοτινό, α δεν ερχότανε μια μέρα ένας γρίπος να τραβήξει στον κόρφο
μέσα, κι α δεν κατέβαινα και γω στην ακρογιαλιά ν’ αγοράσω ψάρια.
Γρίπος!
Μεγάλη δουλειά! Σα να λέμε τώρα, τ’ αυστριακό το βαπόρι! Κι όχι για τίποτις
άλλο, παρά για τα σπαρταριστά τα ψάρια που ανέβαζαν κατόπι οι ψαροπουλητάδες,
και φωνάζανε, και τράνταζαν τα παράθυρα από το βοητό.
Εγώ,
να σας πω την αμαρτία μου, αγαπούσα τα ψάρια, μα πιότερο μου άρεζε να βλέπω το
γρίπο. Στέκουμουν και κοίταζα τα κουπιά του να χτυπούν όλα μονομιάς, ν’ ανεβαίνουν,
να μένουν ίσια κι ακίνητα στον αέρα,
και πάλι να βουτούνε, σα να τους
είχες κουρντισμένους τους παλικαράδες που τα τραβούσαν. Ύστερα κοίταζα το γύρο
που χαράζανε πάνω στα ήσυχα τα νερά με τα δίχτυα, και συλλογιούμουν τι κακό
γίνουνταν κάτω στο βάθος! Τι όνειρα να είδανε ψες τα κακόμοιρα τα ψάρια!
Θαρρούσα πως τα ’βλεπα να χύνουνται από δω κι από κει σαν τρελά, και να
πιάνουνται. Και σαν ανιστορούσα πώς και να ξέρανε τι θα πει δίχτυ και να μη
σάλευαν από τον τόπο τους, πάλι θα τα ’παιρνε το δίχτυ στην αγκαλιά του, μου
ερχότανε να φωνάξω να σταματήσει ο γρίπος, να προφτάσουνε να γλυτώσουν τα
ψάρια.
Σε
μισή ώρα μέσα η βάρκα ήταν αραγμένη και τα θαλασσοπούλια της χωρισμένα σε δυο
γραμμές απάνω στον άμμο, έσερναν τα δυο παλαμάρια σιγά σιγά από τη μέση τους,
και γύριζε πίσω πηδηχτά ένας ένας τους να στρεφογυρίσει πάλι το σκοινί με το
φελό στην άκρη, να πιαστεί στο παλαμάρι και να ξανασύρει. Ήτανε μια χαρά να
τους βλέπεις. Δεν πρόκοψα να δω ζωγραφιά τους ακόμα. Γιατί, δεν ιστορούν οι
ζωγράφοι, μας ένα ρωμαίικο γρίπο; να δεις αντρίκια ομορφιά και χάρη και δύναμη!
Να δεις ποντίκια που να τα λιμπίζεσαι, στήθια μπρούντζινα, λαιμούς και κεφάλια
χυτά, γυρισμένα καθώς τα είχαν κατά το πέλαγο, με τα χέρια τους ακουμπισμένα
στο παλαμάρι.
Άλλη
μισή ώρα, κι ο γρίπος έβγαινε. Άστραφταν τα ψάρια τρεμουλιαστά απάνω στο δίχτυ,
σαν τ’ αστέρια στον ουρανό. Μαζεύτηκαν τα παλικάρια τριγύρω και τίναζαν τα
δίχτυα μες στα κοφίνια. Μπαρμπούνια, σαρδέλες, γούπες, σμαρίδες, καλαμαράκια,
παντής λογής δώρα θαλασσινά. Κάτω κάτω στο δίχτυ, να σου και μια οκαδιάρικη
συναγρίδα! Ο καπετάν Γιάννης, που με ήξερε, φαίνεται, την παίρνει, περνάει ένα
κομμάτι βούρλο από τα σβάραχνά της, το δένει, και μου την προσφέρνει
χαμογελώντας. Δεν ήθελε πλερωμή. Τον κάλεσα λοιπό σπίτι μου να τον πλερώσω με
καλό κρασί, και δέχτηκε.
Β’
Το
βράδυ ο καπετάν Γιάννης ήτανε σπίτι μας, με το χρυσό σκουλαρίκι στ’ αυτί του,
με το μακρύ φέσι, και με το κόκκινο μαντίλι κάτω από το γελέκι του. Βγάζει τα
παπούτσια του μπρος στο κατώφλι, και μπαίνει μέσα. Ήταν απάνω
κάτω πενηντάρης ο καπετάνιος μας· μα και ντροπαλός σαν κορίτσι. Ύστερ’ από
τα συνηθισμένα τ’ ανερωτήματα βγαίνει κι ο δίσκος: — «Γεια
σας, καλώς σας ηύραμε», — και κάτω η
μαστίχα. Κατόπι, παίρνει μερικά αμύγδαλα, και σπάζοντας τα με τα δόντια του,
και παστρεύοντάς τα με τα ροζωμένα δάχτυλά
του, μας γλέντιζε με τα λόγια του.
Δυο
τρεις μαστίχες ακόμα, και καθίσαμε στο φαγί. Ο καπετάν Γιάννης,
με τη μιαν άκρη της πετσέτας χωμένη στο γιακά του, έφαγε παλικαρίσια. Σαν καλός
θαλασσινός που ήταν όμως, με ακόμα πιότερη όρεξη έπινε το κρασί. Σα σηκωθήκαμε
από το τραπέζι, τα μάτια του τινάζανε σπίθες. Πέρασε κι η πρώτη εκείνη ντροπή,
και μας διασκέδαζε τώρα με πολλές ιστορίες και νοστιμάδες.
Από
κουβέντα σε κουβέντα, είπαμε και για τον καπετάν Γιώργη. Ο μουσαφίρης μας τότες
σα να στενοχωρέθηκε. Εγώ, βλέποντας πως κάτι πρέπει να ξέρει για το στοιχειό
μας, άρχισα να του βάζω φιτίλια. Στην αρχή δεν ήθελε ν’ ανοίξει το στόμα του.
Ύστερα όμως από πολλά παρακάλια και ταξίματα να μην το ξαναπώ κανενός, και σα
φύγανε κι οι γυναίκες, άρχισε την ακόλουθη ιστορία:
—
Ήταν πατριώτης μου, είπε, σαν έβγαλε πρώτα το μαντίλι του και σφούγγισε το πρόσωπό του,
— ήταν πατριώτης μου, κι είμαι γαμπρός του! Ήτανε γιος ενός ψαρά, μα
το είχε μέσα του, κι ήθελε να γίνει κατιτίς. Είχε και μια αρχοντοπούλα στο
μάτι, τον αγαπούσε κι αυτή, μορφονιός καθώς ήτανε. Μα πρι να γυρέψει την
κοπέλα έπρεπε να προικιάσει και να παντρέψει τρεις αδερφάδες,
κι ύστερα να κάμει και δική του κατάσταση. Συφωνούνε το λοιπό να περιμείνουνε
μερικά χρόνια, κι ύστερα να στείλει προξενητάδες.
Κι έτσι
βγαίνει ο Γιώργης στον κόσμο, και δουλεύοντας με την καρδιά του, σ’ ένα χρόνο
μέσα το κατάφερε να ’χει δική του βάρκα. Σ’ άλλον ένα χρόνο η βάρκα γίνεται τρεχαντήρι.
Και κάθε δώδεκα μήνες γύριζε ο καπετάν Γιώργης χαρούμενος από τα ταξίδια του,
και σου πάντρευε και μιαν αδερφή. Τι κακό γινότανε στους γάμους εκείνους! Που
αν η χαρά ήτανε μια για το γαμπρό και τη νύφη, ήτανε δυο χαρές για τα κείνονε,
γιατί κάθε γάμος τον έφερνε και πιο κοντά στην αρχοντοπούλα του. Στον τρίτο
γάμο ήμουν εγώ γαμπρός, και σώνει να σας πω, πως ένα μερόνυχτο λάκερο με
κράτησαν τα σκυλιά μακριά από τη νύφη με τα ξεφαντώματά τους.
Γύρεψε
ο δύστυχος να κάμει τις προξενιές τότες, και μακάρι να τις έκανε!
Πήε, θα πεις, στις προίκες όλο το έχει
του, μα τον ήξερε τώρα ο κόσμος πως ήταν άξιος, κι αυτή ήτανε μεγάλη σερμαγιά
για το Γιώργη. Μα έλα δα που ήταν και το καΐκι χρεωμένο, χτίζε χτίζε
σπίτια για τις αδερφάδες! Του είπαμε λοιπόν, περήφανος άνθρωπος είναι ο
πατέρας του κοριτσιού, πήγαινε ακόμα ένα ταξίδι, και του χρόνου έρχεσαι και
ζητάς την καλή σου.
Θυμούμαι
ακόμη τη βραδιά που πέρασε με τα
παιχνίδια και χωρίς να σταθεί, να μη μυριστούνε τίποτις οι δικοί της, κάτω από
τα σπίτια της, και της τραγουδούσε διαβαίνοντας που δεν τα ξέρανε:
Μισεύω
και σ’ αφήνω γεια, ξανθή μου περιστέρα·
Στο
παραθύρι πρόβαλε, να πάρει ο νους μου αγέρα.
Και
μισανοίγει ένα παράθυρο στ’ απάνω
το πάτωμα.
Την
άλλη μέρα το τρεχαντήρι σηκώθηκε, κι ο Καπετάν Γιώργης αποχαιρετούσε με την καραμπίνα τη
λυγερή του.
Πέρασαν
έντεκα μήνες, και δεν ακούσαμε τίποτις. Απάνω στους δώδεκα μήνες βουίζει στη
γειτονιά μας μια φοβερή είδηση. Η αρχοντοπούλα ραβωνιάστηκε μ’ έναν πλούσιο
ξένο, που ήτανε να την παντρευτεί και γλήγορα γλήγορα, και να την πάρει στον
τόπο του! Και δεν ήταν και ψέματα! Η δουλειά έγινε
άψε σβήσε. Φώναξε η κοπέλα, έκλαψε, παρακάλεσε, φοβέριξε. Όλα του κάκου. Από
τ’ αυτί και στον παπά! Και σε μια
βδομάδα μέσα την έπαιρνε ο ξένος
στον τόπο του, μαζί με
τα προικιά της, και φαρμάκωνε το
σπιτικά μας δίχως να γλυκάνει και το δικό του, γιατί το καημένο το κορίτσι
χτίκιασε και συχωρέθηκε σε
μερικούς μήνες.
Το
καραβάνι εκείνο ξεκινούσε από τη μια μεριά το πρωί, κι από την άλλη έμπαινε
βράδυ βράδυ το τρεχαντήρι του Γιώργη στον κόρφο μας μέσα. Ήταν ήσυχη η βραδιά,
και διαλαλούσε πάλι η καραμπίνα στα βουνά γύρω. Δεν κατέβηκε κανένας άλλος στη
σκάλα, εξόν από μένα, γιατί εγώ την ήξερα τη βίδα του, και φοβήθηκα μην τύχει
και τον παραλωλάνουν οι άλλοι. Και πού να ’ξερα!
Βγάζει
πάλι το κόκκινο το μαντίλι ο καπετάν Γιάννης και σφουγγίζει το πρόσωπό του.
—
Φοβερή βραδιά εκείνη, αφεντικό! Οι ναύτες αρχίζανε να μαζεύουν τα πανιά, ο
Γιώργης δώσ’ του τουφεκιές και τραγούδι, και γω να στέκουμαι μοναχός μου στη
σκάλα, και να γίνεται η καρδιά μου κομμάτια! Το καΐκι προσμένει απ’ έξ’ από το
λιμάνι για ν’ ανοίξει ο δρόμος από κάτι ψαρόβαρκες που έφευγαν, ο Γιώργης βγαίνει με τη
βάρκα, και σε λιγάκι τον έβλεπα μπρος μου. Σα με είδε να στέκουμ’ έτσι
μουδιασμένος και συλλογισμένος:
—
Βρε Γιάννη, μου λέει, τι έχεις; Πέθανε κανένας; πες μου το να γλυτώνουμε.
Σαν
του είπα με μασημένα λόγια πως δεν ήτανε θάνατος, αυτός αμέσως μου κάνει:
—
Και τι είναι; παντρεύτηκε;
Εμένα
τότες με πήραν τα δάκρυα. Με βλέπει κατάματα, κίτρινος σαν το θειάφι, και λέξη
δε βγάζει· μόνο δαγκάνει με λύσσα το μουστάκι του πηδάει στη βάρκα, και
πίσω!
Τα
’χασα, και δεν πρόφταξα να πηδήξω μαζί του. Τονέ φώναξα, τον παρακάλεσα στην
ψυχή τω γονιώ του, ποιος ν’ ακούσει! Ώσπου να βρω άλλη βάρκα να πάρω κατόπι,
του, αυτός κυβερνούσε το τρεχαντήρι του, που γύριζε τώρα πίσω. Σε λίγη ώρα
έγινε άφαντο το καΐκι μέσα στο πέλαγο.
Ως
εδώ τα είδα με τα μάτια μου. Τ’ άλλα θα τα στορήσω με λίγα λόγια, γιατί πέρασε
κι η ώρα, και τα παιδιά θα το παραξηλώσουνε στην ταβέρνα. Θα τα πω καθώς που τ’
ακούσαμε από τους ναύτες ύστερ’ από μερικές μέρες.
Ο
καπετάν Γιώργης αφήκε το καΐκι να πάει κατά τον άνεμο. Κι ο βοριάς το ’φερε
ίσια δω στον Πλατύ Γιαλό που λέτε. Ήτανε νύχτα, κι απάνω κάτω δυο μίλια μακριά
από τη στεριά, φωνάζει ο καπετάνιος τους ναύτες, τους πληρώνει, και τους
προστάζει να πάρουν τη βάρκα και να παν όπου θεν. Οι ναύτες βλέπουν ένας τον
άλλονα σαστισμένοι, κάνουνε να πουν όχι, αυτός αρπά τότες την καραμπίνα και
τους δείχτει πως δε χωρατεύει. Παίρνουν το λοιπόν τη βάρκα και τα πρυμίζουν
κατά την ακρογιαλιά. Μα είχαν και το μάτι τους πίσω, γιατί έβλεπαν πως κάτι
τρέχει με τον καπετάνιο. Σε λιγάκι βλέπουν τα τρεχαντήρι κι έρχεται μ’ ανοιχτά
και φουσκωμένα πανιά καταπάνω σ’ ένα βράχο, εκεί ως μισό
μίλι όξω από τον κάβο. Αμέσως πίσω η βάρκα, κι ίσια κατά την πέτρα. Ώσπου να
πάνε, το καΐκι ήταν άφαντο, κι ο καπετάνιος μαζί του! Την πρώτη
φορά που ανέβηκε μισοζώντανος, τον άρπαξ’ ένας τους, τον πήρανε
στη βάρκα, και τον έβγαλαν όξω. Ξαναήρθε η αναπνοή του, μα μήτε η γνώση του
μήτε τα λόγια του ξαναγύρισαν πια.
Αφεντικό,
τα ξέρεις όλα, πρόστεσε ο καπετάν Γιάννης με βρεμένα μάτια.
—
Ένα πράμα μοναχά, του κάνω· πως δεν τον πήρατε πίσω;
—
Αδύνατο στάθηκε. Αυτός πρέπει να τα είχε χαμένα πριχού να βουλιάξει το καΐκι
του. Σαν τονέ γλύτωσαν και τον έφεραν όξω, τα ’χασε ολότελα. Γυρέψανε να τονέ
βάλουνε σ’ ένα σπίτι, ώσπου να ’ρθει κανένας μας, μ’ αυτός δεν το κουνούσε από
κει κάτω. Σαν ήρθα και τονέ βρήκα στρωμένο στα χαλίκια του
γιαλού, και του έλεγα να γυρίσουμε πίσω, ήταν το ίδιο σα να μιλούσα σε πέτρα.
Άρχισε σιγά σιγά να μουρμουρίζει καθώς κάνει τώρα, κι από τα μισά λόγια του
κατάλαβα πως το κακό γιατρειά δεν έχει. Μια μέρα τον έβαλα με το ζόρι σ’ ένα
καΐκι, και πήδηξε στο γιαλό σαν τη γάτα και κολύμπησε όξω. Έρχουμαι τώρα μια
δυο φορές το χρόνο και τονέ βλέπω. Τονέ βρίσκω κει κάτω
στα μνημούρια, γιατί όσο κι αν είναι τρελός, δε θέλει να το μάθει κανένας πως
είμαι γενιά του. Θέλει να μένει αγνώριστος εδώ πέρα. Του φέρνω μαζί μου
φορέματα, κι αυτός πρώτα τα κουρελιάζει κι
ύστερα τα φορεί. Είναι ο καημένος κι
αυτός βουλιασμένο καράβι, σταμάτησε ο νους του σαν το τρεχαντήρι, που πήγε
στον πάτο μ’ όλες τις σερμαγιές του.
Έτρεμαν
τώρα τα χείλη του καπετάν Γιάννη.
—
Ένα κρασί, καπετάνιο, να πάει η πίκρα κάτω. Παλιόκοσμος.
—
Γεια σου, αφεντικό, και καλή αντάμωση.
Κι
ήπιε το «ποδαράτο» μ’ ένα πείσμα, σα να γύρευε να πνίξει τον πόνο του.
Την
άλλη μέρα ο γρίπος έφευγε, κι είδα τον καπετάν Γιώρνη να κομματιάζει ένα
καπότο, μουρμουρίζοντας και κοιτάζοντας προς τη θάλασσα.
Ποιος το περίμενε πως ύστερ’ από μια μπόρα θα φύτρωνε μια
ιστορία! Να όμως που γίνουνται και τέτοια θάματα. Α δεν έπιανε μπόρα πάνω στον
Άη Λια, α δεν άνοιγαν οι καταρράκτες τ’ ουρανού, στ’ αψηλότερο
εκείνο βουνό του νησιού, κι α δε με στέλνανε σ’ ένα χωριό να κονέψω, δε θα σας
έλεγα τώρα την ιστορία της Στραβοκώσταινας!
Γύριζ’
από τη χώρα· μιας μέρας ταξίδι, βουνά και πέτρες όσες θέτε, μα μ’ έναν
καλόν αγωγιάτη που ήξερε να μιλά του αλόγου του, κι ήξερε και τ’ άλογό του να
τον ακούγει. Το καημένο το ζω σκάλωνε τα μονοπάτια ανάμεσα στ’ αγκάθια και στις
στοιβιές, σα γίδι, και τόσο ήσυχα, που δε σε κούραζε. Κείνο που ένοιωθε λιγάκι,
ήταν το σαμάρι, και κάτι σκοινιά στο πλάγι μου που κρατούσαν το σεντούκι.
Ο
ήλιος ήτανε βασιλεμένος μισή ώρα, και θέλαμε άλλες τρεις ώρες για να φτάσουμε
στο χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο, και λογαριάζαμε πως θα προφτάσουμε ν’
ανεβούμε τα βουνά και να κατεβούμε τον κάμπο μας με το φως του. Το είπαμε δεν
το είπαμε, και τα σύννεφα αρχίσανε να μαζεύουνται. Βισκούμαστε τώρα μέσα σ’ ένα
δάσος. Μια ξαφνική αστραπή, κι άρχισε το πανηγύρι. Η βροντή μας ξεκούφανε.
Είπαμε πως πολύ κοντά πρέπει να ’πεσε τ’ αστροπελέκι. Ακόμα δεν το είπαμε, κι
άλλη μια κανονιά μας χαιρετά μέσα στην άγρια εκείνη ερημιά. Πάλι δυο τρεις
στιγμές σιωπή, κι αρχινάει ένα βαρύ κι αδιάκοπο βοητό. Ήταν οι χοντρές οι
σταλαματιές που έπεφταν απάνω στα φύλλα. Όσο πήγαινε μεγάλωνε το βοητό, ώσπου
κατάντησε χαλασμός κόσμου. Πού και πού άστραφτε και βρόντα, κι από την αστραπή
ως τη βροντή δεν περνούσε μήτε όση ώρα το λέω. Ήτανε σωστή βροχή του βουνού.
Ώσπου
να βγούμε από το δάσος, τα ρούχα μας κολνούσαν απάνω μας. Η βροχή άρχισε να
λιγοστεύει και γλήγορα σταμάτησε ολότελα. Το μαύρο το σύννεφο πέρασε, και το
φεγγάρι γελούσε πάλι. Μα εγώ τότες δε γελούσα, γιατί κρύωνα. Κι ήτανε κι
Οχτώβρης μήνας. Λέω λοιπόν του αγωγιάτη; — Πάμε στο χωριό εκείνο κατά τη
ραχούλα.
Σε
μισή ώρα τα
πέταλα του αλόγου σπιθοβολούσαν απάνω
στις πέτρες του σοκακιού που χώριζε το χωριό σε δυο μαχαλάδες. Ένας
καφενές, δυο τρία αργαστηράκια, με πέντ’ έξι λιοκαμένους χωριανούς καθισμένους
απ’ έξω, και κατάλαβα πως βρισκούμαστε στην αγορά.
Ρωτούμε
στον καφενέ πού μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα.
—
Καλώς ορίστε, αποκρίνεται ένας τους.
Εγώ,
θαρρώντας πως ήθελε να μας φιλέψει αυτός, πηδώ από τ’
άλογο, τονέ χαιρετώ και τόνε ρωτώ
πού είναι το σπίτι του.
Γλήγορα όμως κατάλαβα πως το καλώς
ορίστε ήταν απλό χαιρέτισμα, καθώς που συνηθίζουνε στα χωριά να καλωσορίζουν
και να καλημερίζουν κάθε ξένο, κι ας μην τον είδαν και
ποτές τους. Αληθινή ευγένεια και χάρη, που μοσκοβολάει στα βουνά εκείνα πάνω.
Ξαναρωτώ
λοιπόν πού μπορούμε να
ξενυχτέψουμε.
—
Και πού αλλού, παρά στης Στραβοκώσταινας; μου κάνει ο φίλος.
Εγώ
που, ερχόμενος κατά το χωριό, συλλογιούμουν πως ίσως εύρω και κανένα
αγριολούλουδο ν’ ανθοβολεί μοναχό του, είπ’ αμέσως μέσα μου: — Να τ’ αγριολούλουδο! Ή πάμε στης
Στραβοκώστανας.
Έρχεται
λοιπόν μαζί μας ένα παιδί με το φανάρι, και πάμε στης Στραβοκώσταινας.
Φαίνεται
πως το μυρίστηκαν πως έρχουνται μουσαφίρηδες, γιατί στην αυλόθυρα μας περίμεν’
ένα αγόρι ως δεκάξι χρονώ μ’ ένα λυχνάρι στο χέρι, κι ένας άνθρωπος
καλοφορεμένος, φέσι ό,τι βγήκε από το καλούπι, τσόχινο λεμπαντέ και γιαντερί,
βρακί κι αυτό τσόχινο, καλά στρωμένο, κι όχι με πολλές κόφες, ζωνάρι πλατύ και
καλά διπλωμένο, άσπρες κάλτσες, πατημένες γόβες, και μικρό κομπολόγι, στο
χέρι. Αυτός ήταν ο δάσκαλος του χωριού και τον είχαν προσκαλέσει να μου
κάμει φαίνεται τα «ικράμια».
Η αυλή ήτανε
σκεπασμένη με μια κληματαριά, και τα πεσμένα φύλλα δείχτανε πως κι από δω
δυνατή βροχή πρέπει να πέρασε. Ο μικρός πήρε τον αγωγιάτη να του δείξει τον
αχερώνα και το μαγεριό, κι ο Δάσκαλος πήρε μένα στο σπίτι. Το σπίτι ήτανε
μια «μέσα αυλή», που έφεγγ’ από την πάστρα, μια σκάλα με σανίδια κίτρινα σαν το
κεχλιμπάρι, ύστερα ένα χαγιάτι απάνω, μιντέρι στη μια μεριά, καταντικρύ η πόρτα
της καλής κάμαρας, κι από τον άλλο τοίχο η πόρτα που έμπαινες στο «Μέσα σπίτι»,
το καθαυτό σπίτι, το Άγιο των Αγίων, που πρέπει να το ιστορήσουμε δω πέρα
λιγάκι, γιατί πάνε πια να χαθούν κι αυτά τα «Μέσα σπίτια». Πενήντα χρόνια και
τώρα δεν τα χτίζουν πια.
Τα
«Μέσα σπίτια» είναι όλα σ’ ένα σχέδιο καμωμένα. Οι τοίχοι τους χοντροί σαν
κάστρα, και με μεγάλες πέτρες χτισμένοι. Το μάκρος τους, ίσια με το μάκρος του
σπιτιού και το φάρδος του μισού σπιτιού. Είναι χωρισμένα σε δυο. Το ένα, το
κάτω μέρος, που πιάνει δυο τρίτα της κάμαρας, και τ’ άλλο, ο σοφάς, καμιά δυο
πήχες αψηλότερα μ’ ένα σκαλί στη μέση για ν’ ανεβαίνεις. Κάτω από το σοφά είναι
ο αποκρέβατος, που κατεβαίνεις και τονέ βρίσκεις γεμάτο σφίδες, κι οι σφίδες
πάλι γεμάτες ξερά σύκα, αμύγδαλα καρύδια, ρετσέλια, ελιές μαύρες, ελιές
άσπρες, ελιές αλάκερες, ελιές κλαστάδες (σπασμένες). Ο σοφάς είναι τριγυρισμένος
από μιντέρια. Εκεί είναι, τα παραθύρια, που βλέπουνε στο περιβόλι. Κάποτες
έρχεται το γιασουμί και τυλίγεται στα κάγκελα των παραθυριών.
Στο
κάτω μέρος του «μέσα σπιτιού», ύστερα από το Κονοστάσι, που πρέπει να ’χει
όλους τους αγιούς του χωριού και του σπιτιού, στολίζουν τους τοίχους ολοτρόγυρα
και τα ράφια, μ’ όλο το έχει του σπιτικού απάνω: σινιά, ταψιά λεγκέρια,
χαρανιά, καπάκια, όλα γανωμένα και γυαλιστερά. Ύστερα τα πιατικά και τα
γυαλικά, κι ύστερα, ύστερα, α δεν έχει τίποτις άλλο, αραδιάζουν κυδώνια, ρόδια,
χειμωνικά, πεπόνια, κι άλλα οπωρικά. Τα καλύτερα τα πωρικά όμως θα τα βρείτε
κρεμασμένα στο δίχτυ από τη στέγη, που είναι μαύρη, και κάποτε στολισμένη με
κόκκινα ξόμπλια, καθώς και το σιμιδόκι («μέση δοκός» μας έλεγε ο Δάσκαλος). Από
πάνω η στέγη είναι δώμα, που το κατρακυλούν ύστερ' από τη βροχή να μη στάζει.
Το
κάτω αυτό μέρος του «μέσα σπιτιού» είναι στρωμένο με χαλιά το χειμώνα. Αντίς
μιντέρια εδώ έχουμε τσελτέδες, κι αντίς καρέγλες σεντούκια αραδιασμένα στον
τοίχο, και κει μέσα είναι κρυμμένα όλα τα προικιά κι όλα τα νυφικά της
φαμελιάς. Τη «γωνιά» δεν την ανάβουν ποτές τώρα. Τώρα έχουμε το μαγκάλι μοναχά.
Τη γωνιά την άναβαν τον παλιόν καιρό, και ξαπλώνουνταν κοντά στους δαυλούς και
κοιμούνταν. Τώρα την έχουνε για στολίδι, κι είναι κάτασπρη σαν το χιόνι από το
άλειβε άλειβε άσβεστη. Απάν’ από τη γωνιά, ράφια το ’ν' απά στ’
άλλο με τα καλύτερα φαρφουριά. Και στην άκρη
του κάτω κάτω ραφιού, το θεμιατό για
το Κονοστάσι. Φως άλλο δεν έχει παρά το λυχνάρι που κρεμιέται στη γωνιά, και
το καντήλι των εικόνων.
Θαρρώ
πως τα είπαμε τα πιο σπουδαία. Και τώρα ας σας ρωτήσω εσάς, αρχοντόπουλα της
ρωμιοσύνης, που πάτε στην Ευρώπη και ξοδεύετε τα μαλλιοκέφαλά σας: πώς δεν κάνετε
κάθε χρόνο κι από ’να ταξίδι στα νησιά μας, να τα δείτε όλ’ αυτά κι άλλα πιο
περίεργα κι όμορφα, και να
τα ξέρετε και να τ’ αγαπάτε,
σα δικά σας που είναι, και να μην αδειάζει και το πουγκί σας, μόνο τρέχετε στα
ξένα, και δεν το βλέπετε πως τα
μεγαλύτερα έθνη σ’ αυτήν την Ευρώπη σας
είναι κείνα που θαμάζουνε τα δικά τους, αυτά τα χωριάτικα που τα θαρρείτε
ασήμαντα, και που θ’ αρχίσουνε να ’ρχουνται καμιά μέρα οι Φράγκοι κοπαδιαστά να
τα σεργιανίζουνε και να λεν πως ζουν ακόμα οι χάρες κι οι ομορφιές της Οδύσσειας,
και τότες θα τ’ αγαπήσουμε και μεις από μίμηση, κι όχι από δικό μας γούστο!
Αμέτε, αμέτε γλήγορα, κάθε χρόνο κι ένα νησί. Θα βρείτε φιλοξενία, θα βρείτε φίλους,
θα βρείτε απόλαψες που μελλιούνια δεν τις αγοράζουνε στην Ευρώπη, και θα
γυρίζετε μ’ ανοιχτή καρδιά και με καινούρια πλεμόνια στη σκονισμένη σας την
Αθήνα.
Σαν
πήγα κι άλλαξα στην καλή την κάμαρα, κι ήρθε κι η παρακόρη και μου έχυσε νερό
και νίφτηκα, και μου έδωσε το
προσόψι και σκουπίστηκα, πέρασα στο
μέσα σπίτι, και βλέπω αντικρύ μου μια αρχόντισσα, που με καλωσορίζει με σιγανή
και γλυκιά φωνή και με συμμαζεμένο χαμόγελο. Εγώ περίμενα να δω
καμιά γριά γυναίκα το πολύ μ’ ένα μάτι, και τώρα βλέπω τη χαριτωμένη αυτή κυρά,
με δυο μαύρα, μεγάλα μάτια, που είχαν ακόμα μέσα τους όλη τη φωτιά κι όλη τη
λάμψη της νιότης. Φορούσε φεσάκι με τσεμπέρι τυλιγμένο τριγύρω και φορτωμένο
φλωριά, και με μαβιά μεταξωτή φούντα απλωμένη ολοτρόγυρα στην κορφή, φορούσε
και γερντάνι μαργαριταρένιο μ’ ένα κωσταντινάτο στα στήθια της. Το σαλβάρι της
δε φαίνουνταν τώρα καθώς άλλοτες, που φορούσαν οι γυναίκες καβάδια. Η κερά
Δέσποινα (και της ταίριαζε αυτό
τ’ όνομα καλύτερ’ από τ’ άλλο), φορούσε
σκούρο φουστάνι, μ’ ένα ψιλοκαμωμένο κι ανοιχτούτσικο κοντογούνι.
Παραμέσα,
απάνω στον τσελτέ, μισοσηκώθηκε ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, όμορφος κι αυτός.
Μας καλωσόρισε μ’ ένα παράξενο χαμογέλιο. Ήταν ο Στραβοκώστας, ο άντρας της
αγγελοκάμωτης Δέσποινας. Και τονέ λέγανε Στραβοκώστα, γιατί δεν είχε μάτια ο
δύστυχος.
Η
ομιλία μας ήταν απλή και καρδιακή σαν καθίσαμε. Τους είπα ποιος ήμουν και μ’
ήξεραν. Εγώ ντράπηκα που δεν τους ήξερα, γιατί κατάλαβα πως είχα να κάμω με την
πιο αρχοντάδικη φαμελιά του χωριού, φαμελιά ταπεινή μια φορά και βυθισμένη στη
φτώχεια, μα τώρα πρώτη στην καλοτυχιά και το καλό τ’ όνομα. Σε λιγάκι μπαίνει
μέσα κι ο γιος τους, ξυπνό παλικάρι, που άστραφταν τα μάτια του. — Αγάπης παιδί, είπα με το νου μου, σαν τον
ξαναείδα τώρα. Αυτός ήτανε που μας κρατούσε το λυχνάρι στην αυλόθυρα.
Ύστερ’
από μισής ώρας κουβέντα, στρώθηκε το τραπέζι. Ήρθε η παρακόρη, κατέβασε το
μεγαλύτερο το σινί, το ’βαλε απάνω στο σιντεφένιο σκαμνί, τα μαξιλάρια τριγύρω,
κι απάνω τους το μακρύ και κεντημένο μεσσάλι, που το παίρνουν όλοι στα γόνατά
τους σαν καθίσουν, και σαν τα συγύρισε όλα, έφερε το φαγί. Η κερά Δέσποινα, που
έλειψε λίγες στιγμές να πάει να δει τι γίνεται στο μαγεριό. ξαναμπήκε και μας
είπε να κοπιάσουμε. Ύστερα πήρε από το χέρι τον Κώστα της, και τον κάθισε κοντά
της.
Κάμαμε
το σταυρό μας, είπαμε το «καλώς σας ηύραμε», κι αρχίσαμε. Ο κυρ-Κώστας, — τώρα
είχαμε και μια λουσέρνα στο τραπέζι, και τον έβλεπα καλύτερα, — ήτανε ζωηρότατος
άνθρωπος. Όλα του μιλούσαν, μόνο τα μάτια του δε μιλούσαν! Ήθελε να μάθει το τι
είδα και τι έμαθα στα ταξίδια μου. Και σαν του δηγούμουν, ξεχνούσε το φαγί του,
και καθώς που πολεμούσε να με κοιτάξει με το χουλιάρι στο χέρι, έπαιζαν κι έτρεμαν
τα χείλη του από την ευχαρίστηση κι από την περιέργεια.
Η
κερά Δέσποινα είχε λίγα λόγια, μα μετρημένα και διαλεχτά. Μια της ματιά, μια
της λέξη, και τηνέ σέβουσουν. Το πρόσωπό της, το σύστομο, ο λαιμός, τα μικρά
χέρια, όλα της ήτανε ομορφιά και χάρη, κι απάνω σε κείνη τη χάρη ήτανε
θρονιασμένη μια δύναμη, ένας χαραχτήρας, που έλεγες κι ο Θεός την έπλασε να
δείξει πόση καλοτυχιά μπορεί να κατεβάσει στον κόσμο.
Ο
μικρός δε μιλούσε, παρά σαν τονέ ρωτούσαμε τίποτις. Έτρωγε με πολλή όρεξη και
δεν τον έμελε σαν τον πείραζαν. Το χρέος του έκανε κι ο Δάσκαλος, και στο φαγί
και στο κρασάκι. Μας άκουγε κι αυτός με πολλή περιέργεια, και σαν τους έλεγαν
για κανέναν τόπο που δε γνώριζαν, αυτός τους δίδασκε τη Γεωγραφία, ίσως λιγάκι
σα να κρατούσε το δείχτη στο χέρι, μα όχι και πολύ δασκαλίσια. Ήταν του κόσμου
κι αυτός. Είχε ταξιδέψει ως την Αθήνα.
Τέλειωσε
το δείπνο, μας έφερε η παρακόρη τη λεκάνη και νιφτήκαμε, σηκώθηκε το τραπέζι, η
κερα-Δέσποινα πήρε τ’ αργόχειρό της, και μεις ακόμη τα λέγαμε. Του μικρού τα
μάτια ήτανε στυλωμένα πάνω μου. Η μάνα του μου ’λεγε πως πρώτη φορά τον έβλεπε
να μην τον παίρνει ο ύπνος ύστερ απ’ το φαγί. Έτσι πέρασε άλλη μια ώρα. Εγώ τότες
είπα να με συμπαθήσουν γιατί ήμουν κουρασμένος, και τους καλονύχτισα. Τότε
έφυγε κι ο Δάσκαλος σπίτι του.
Σαν
ξαπλώθηκα και ραχάτευα στο μαλακό και καταδεχάμενο εκείνο το στρώμα, άρχισα να
συλλογιούμαι, με τι τρόπο να μάθω την ιστορία της Στραβοκώσταινας. Δεν μπορεί
να μην έχει την ιστορία της τέτοια γυναίκα, με τέτοιον άντρα, είπα. Από δω είχα
από κει είχα, βρήκα τον τρόπο. Είναι Σαββάτο βράδυ, συλλογίστηκα κι είπα: αύριο
δεν έχει σκολειό. Θα πάρω λοιπόν το Δάσκαλο μαζί μου και θα μου τα πει στο
δρόμο. Κι έτσι έγινε.
Το
πρωί σα σηκώθηκα, και πήρα το βύσσινο το γλυκό, κι ήπια τον καφέ και τους αφήκα
γεια, και τους παρακάλεσα να καταδεχτούν και κείνοι καμιά
φορά στο δικό μας, παίρνω τ’ άλογο και πηγαίνω ίσια κατά την αγορά. Είχα σκοπό
να γυρέψω το σκολειό και να βρω το Δάσκαλο. Μα ο φίλος ήτανε στον καφενέ, ό,τι
γύρισε από τη λειτουργιά κι έπινε τον καφέ του. Του ’ξήγησα πως τον ήθελα να με
συντροφέψει ως το χωριό μας, και να γυρίσει πίσω Δευτέρα ξημέρωμα. Αν και
κοσμογυρισμένος, του φάνηκε μακρινό το ταξίδι. Με τα πολλά τον κατάπεισα να
’ρθει μαζί μου ως το μισό δρόμο, για να είναι πίσω το μεσημέρι. Πήρε λοιπόν ένα
καλό γαδουράκι, και ξεκινήσαμε.
Ήτανε
μια χαρά ο δρόμος εκείνος ανάμεσα στις
ελιές, μεγαλύτερη όμως ευχαρίστηση μου
έδιναν τα παλικάρια που ράβδιζαν κι οι κοπέλες που μάζευαν από κάτω, γιατί αν
και Κεριακή, καιρό δεν είχανε να χάνουνε τώρα, που πλάκωνε ο χειμώνας.
Έτσι
πηγαίνοντας και ρωτώντας τίνος είναι το ένα χτήμα και τίνος τ’ άλλο, βρεθήκαμε
και μπροστά στα χωράφια της Στραβοκώσταινας.
—
Μεγάλα χτήματα, λέω του Δασκάλου. Πλούσιοι πρέπει να είναι.
—
Και ήσαν πτωχότατοι άλλοτε, μου κάνει ο Δάσκαλος.
—
Να λοιπόν που γίνουνται σερμαγιές και δω πέρα. Για πες
μου, να σε χαρώ, πώς τ’ απόχτησαν. Και πώς τυφλώθηκε ο χρυσός εκείνος άνθρωπος;
και ποια είναι η χαριτωμένη εκείνη γυναίκα; Πες μου την ιστορία της. Έχουμε
ακόμα ως μια ώρα δρόμο να κάμουμε.
—
Ο Θεός ευλόγησε τα έργα αυτών και...
—
Να σου πω, Δάσκαλέ μου, του λέω. Θα
πεις, είναι Κεριακή σήμερα, μα θα σε
παρακαλέσω να μου κάμεις μια
χάρη. Ν’ αφήσεις την
κεριακάτική σου τη γλώσσα πίσω στο χωριό, και να κρατήσεις την καθημερινή σου μοναχά.
Βλέπεις και γω μ’ αυτή ταξιδεύω. Πού να τηνέ σηκώνει το γαδουράκι σου την
άλλη μ’ όλα της τα στολίδια! Ξέχασέ τηνε, γεια σου,
και θυμήσου και συ τα νιάτα σου, και πες μου τα καθώς που τα ’λεγε η μανούλα
σου, ώρα της καλή.
Ήτανε
φρόνιμος ο Δάσκαλος και μπήκε αμέσως στο νόημα. Γέλασε λοιπό με την καρδιά του
ύστερα συλλογίστηκε λιγάκι, κι άρχισε:
—
Θα σας πάρω τώρα ως δεκαοχτώ χρόνια πίσω, τότες που η Κερά Δέσποινα ήταν
είκοσι χρονών κοπέλα, και με μια ομορφιά, που το τραγούδι της περνούσε από κάθε
παλικαριού στόμα. Ήταν ορφανή και κατοικούσε σ’ αυτό
το τωρινό σπίτι της. Είχε κι ένα χτηματάκι, αυτή εδώ τη μικρή γωνιά, πίσω από
τον πλάτανο. Δικό της άλλο δεν είχε μαζί της, παρά μια θεια της, τη
Θεια-Περμαθούλα, τη μοιρολογίστρα, που ράγιζαν κι οι πέτρες σαν έβγαινε με τα
λείψανα, και δερνότανε, κι έλεγε :
«Ωχού,
κλωστροποδιά μου,
Ωχού,
τση ντα να ποίσου!»
Τι
να ποιήσω.
—
Γεια σου, να μου ζήσεις, Δάσκαλε, του κάνω. Βλέπεις πού είναι τα καθαυτό τα
Ελληνικά; μπρος τώρα· λέγε.
Ο
Δάσκαλος χαμογέλασε και πήγε μπρος.
—
Η Δέσποινα ήτανε φτωχή, μα
είχε δυο μεγάλα στολίδια: ομορφιά και
τιμή. Σπάνια στολίδια στο δικό σας, το μεγάλο τον κόσμο που γυρίζετε, να τα
βρείτε και τα δυο μαζί. Εδώ στα βουνά τα βλέπουμε πολύ συχνά, αυτά τα δυο
λουλούδια κοντά κοντά.
Δε
θέλησα να του εναντιωθώ, να μη χαλάσω την ιστορία.
Τον αφήκα λοιπό να λέει.
—
Η Δέσποινα καθότανε μια βραδιά, Σαββάτο βράδυ, απάνω στο σοφά του Μέσα σπιτιού,
με το μάγκανο μπροστά της. Ήταν αρραβωνιασμένη με τον Κωστάκη του Λάμπρου, κι
όλος ο κόσμος είχε να κάνει με την αγάπη
τους. Η Δέσποινα τραγουδούσε ολημερής
μπροστά στο μάγκανο, κι ο Κώστας στα χωράφια που δούλευε, κι ήταν κι αυτός
άμορφο παλικάρι, και μια φωνή σαν το μέλι. Σαν έγειρε ο ήλιος
εκείνο το Σάββατο, σηκώνεται η Δέσποινα, ανάβει το καντήλι, θεμιάζει
σιγυρίζεται, και πάει στο παράθυρο να ποτίσει τα λουλούδια της. Ότι πήγε στο
παράθυρο, μπήγει μια φωνή η μοιρολογίστρα η θεια της μες στην αυλή; «Βουρή
σεις, Βουρή σεις! Στα όρ’ στα βνα, τση στα κλαδιά, τση στα ξηρά τα δέντρα! Τι
’νει τούτου του κακό που μας ήβρη!» Στην Κανταξινή τα ’λεγε αυτά, που ήρθε και
της έφερε τα μαύρα τα μαντάτα! Ο δόλιος ο Κώστας έβαζε φωτιά σ’ ένα φουρνέλο
μέσα σ’ ένα χωράφι που άνοιγαν, και πρι να προφτάσει να φύγει, κόρωσε το μπαρούτι,
του τσουρούφλιασε το πρόσωπο, του έβγαλε και τα μάτια του! Τον ανεβάζανε στο
σπίτι του μισοζώντανο. Σαν τονέ στρώσανε στο μιντέρι, και πρόσμεναν το γιατρό απ’ ένα
άλλο χωριό, και μαζεύτηκαν όλες οι κλαψάρες γριές της γειτονιάς, κι έβλεπαν τη
μάνα να μαλλοσέρνεται, και τον Κώστα να μουγκρίζει από τον πόνο, άρχισαν κι
αυτές τα μοιρολόγια, κι ήτανε χειρότερο κι από λείψανο. Ήμουν και γω εκεί,
δώδεκα χρόνων παιδί, κι έβλεπα. Κι αυτά δεν ήταν τίποτις. Το μεγάλο κακό έγινε
σαν πρόβαλε η χαριτωμένη εκείνη κοπέλα με τη θεια της, κίτρινη σα φλωρί, τα
δυο της μεγάλα μάτια ορθάνοιχτα από την τρομάρα, το στόμα της άλαλο, και μήτε
σταλαματιά δάκρυο! Πού δάκρυα τέτοιες ώρες! Αυτά έρχουνται ύστερα, σαν περάσ’ η
φουρτούνα και μαλακώσ’ η καρδιά μας.
Θυμούμαι
σαν την ένοιωσε ο καημένος ο Κώστας σιμά του και γύρεψε να της πει πως δεν έχει
τίποτα, και πως γλήγορα θα γειάνει. Η φωνή του δεν ακούστηκε πολλή ώρα, γιατί
άξαφνα η μοιρολογίστρα η θεια-Περμαθούλα ξέσπασε σ’ ένα μοιρολόγι που τρόμαξε
όλη η γειτονιά. Κι οι άλλες οι γριές, δώσ’ του και ν’ αναρροφούνε, με την ποδιά
στα μάτια ί
Μέσα
σε όλη εκείνη, την παραζάλη, μόνο το κορίτσι βαστάχτηκε. Σηκώθηκε σα βασίλισσα
ανάμεσά τους, και τις πρόσταξε να σωπάσουν. Και τότες φάνηκε η δύναμη της
σπάνιας αυτής γυναίκας. Και σώπασε ο κόσμος, κι έστρωσαν το στρώμα, κι έβαλαν
το παιδί μέσα. Κι από μοιρολογίστρες έγιναν όλες γιάτραινες τώρα. Άλλη έφερνε
τριανταφυλλόπιτες, άλλη μολόχες κι άλλη θαματουργές εικόνες,
να γλυτώσουν το παιδί. Κατά τα μεσάνυχτα έφτασε κι ο γιατρός. Κι άμα τον είδε,
μας είπε πως τα μάτια του δεν έχουν γιατρειά.
Σαράντα
μέρες και σαράντα νύχτες κάθουνταν η δόλια Δέσποινα πλάγι του. Τής έλεγαν πως
ήταν και ντροπής να ξημερώνεται έτσι μια αρραβωνιασμένη κοπέλα στο πλάγι ενός
παλικαριού. «Αυτός είναι ο άντρας μου» γύριζε κι έλεγε; «Δεν έχω να δώσω
κανενός λόγο. Θα τονέ γιατρέψω κι απέ θα τον πάρω». Και πνίγουνταν η φωνή της
στα δάκρυα.
Ο
κόσμος τα ’παιρνε αυτά για λόγια της λύπης και της στενοχώριας. Σα σηκώθηκε
όμως ο Κώστας, και τον πήρ’ ένα πρωί από το χέρι και τον πήγε σπίτι της, και
στολίστηκε, και μαζί με τη θεια της (που δεν της έπεφτε λόγος, κι ας μην το
’θελε), πήγαιναν οι τρεις τους στην εκκλησιά, έτριψαν όλοι τα μάτια τους, και
φώναξαν: — κρίμα στο κορίτσι!
—
Κρίμα σε σας που το θαρρείτε, φώναζε κι η Δέσπω, απλώνοντας τ’ όμορφο χέρι της
με το μπιμπιλωτό το μανίκι.
Για
καλή τους τύχη, ο παπάς, συγγενής όντας του Κώστα, και ξέροντας πως η Δέσποινα
είχε καλά προικιά από τη μάνα της, δεν έβγαλε δυσκολίες. Και σε μια ώρα μέσα ο
Κώστας άλλο δεν είχε να λυπάται, παρά που δε μπορούσε να δει το θησαυρό που του
χάρισε ο Θεός. Μα και σ’ αυτό το δυστύχημά του απάνω χωράτευε ο καημένος, κι
έλεγε πως του έφερε κι ένα καλό η στραβομάδα, που τους πάντρεψε πιο γλήγορα!
Η αγάπη, η
αληθινή αγάπη, που τα κάνει όλα μέλι γάλα, άρχισε αμέσως να βασιλεύει
στο σπιτικό τους. Ήταν Αύγουστος, και μονομιάς ανασκουμπώθηκε στη δουλειά η
Δέσποινα. Είχε μεγάλα σχέδια στο νου της. Ήτανε φιλόδοξη και περήφανη, και το
’βαλε στο κεφάλι της να δείξει του κόσμου που τηνέ λυπούνταν, τι μπορεί να
κάμει μια Στραβοκώσταινα.
Ολημερίς
η Δέσποινα δούλευε στο χωράφι, κι ο Κώστας πότε νερό κουβαλούσε τον τοίχο,
τοίχο, πότε ελιές, πότε σύκα. Κάποτες έπαιρνε και τον νταμπουρά του και τραγουδούσε
της λυγερής του εκεί που δούλευε.
Έτσι πέρασαν κανέ δυο χρόνια. Γεννήθηκε και το μωρό τους κι
ο κόσμος τώρα άρχισε να θαμάζεται τη μεγάλη την καλοτυχιά που έπεσε στο σπίτι
της Στραβοκώσταινας. Τόσο, που πολλές κοπέλες χωρατεύοντας έλεγαν πως θα
γυρέψουν κι αυτές στραβόν άντρα! Ό,τι έπιανε στο χέρι της η κερά Δέσποινα,
γινότανε μάλαμα. Τα μαξούλια της ήταν τα καλύτερα, κι ο κόσμος πλέρωνε και κάτ’
παραπάνω για ν’ αγοράσει από τα χωράφια της. Χωράφια λέω, γιατί ήταν τρία
χωράφια τώρα, κι ύστερα έγιναν όλα εκείνα που είδατε.
Σαν
πέρασαν άλλα δυο τρία χρόνια, η κερά Δέσποινα δε δούλευε πια απατή της. Είχε
δουλευτάδες και παραγιούς. Ήταν αρχόντισσα τώρα, και της έπρεπε. Κανένας δεν
τηνέ ζούλευε, γιατί η καρδιά της ήταν πάντα η ίδια. Όλοι τηνέ σέβουνταν και
τηνέ φοβούνταν κιόλας, γιατί ο λόγος της είχε βάρος και δύναμη. Κατάντησε να
πηγαίνει ο κόσμος να τη συβουλεύεται στις διαφορές του. Τέτοιο κεφάλι αντρίκιο
είχε με τα γυναικεία εκείνα κάλλη.
Ο
Κώστας δεν του ερχότανε να μην έχει κι αυτός μια δουλειά, κι έγινε ψάλτης. Μα
τώρα την παράτησε την ψαλτική. Η διασκέδασή του τώρα είναι να βάζει τον Πέτρο
του να του διαβάζει ιστορίες το βράδυ. Τη μέρα, πότε με τους γειτόνους, πότε με
τις μικροδουλειές του, περνάει τον καιρό του. Η κερά Δέσποινα, αν και τα
χτήματα τώρα τα κοιτάζει ο Πέτρος, καιρό να καθίσει δε βρίσκει. Πότε με το
σπιτικό της, πότε με τα πάθια τω γειτόνων της, όλο σε δουλειά βρίσκεται. Πού
πηγαίνει και ξετρυπώνει ένα σωρό φτώχειες και συφορές, και γω δεν ξέρω. Αλλού δίνει
δουλειά για βοήθεια, αλλού παράδες, αλλού καρπό. Η χαρά της είναι να κάνει
καλό. Όποιος ξένος έρθει στο χωριό μας, στης Στραβοκώσταινας θα πάει. Αυτό
έγινε και με λόγου σας.
—
Μεγάλη μου ευτυχία, καθώς που έγινε, είπα του Δασκάλου, και δυστυχία μου που
δεν ήξερα σε ποιας αληθινής βασίλισσας παλάτι κοιμήθηκα ψες. Και να το ’ξερα!
Κύριος οίδε πότε θα ξαναπεράσω από το χωριό σας.
Εδώ
χωριστήκαμε, ο Δάσκαλος γύρισε πίσω, και γω
τράβηξα μπρος, κατά τον κάμπο μας, που
άρχισε να μισοφαίνεται τώρα.
Τ’
αγαπούσα τα ταξιδάκια από τα νιάτα μου. Έμπαινα στη βάρκα, έπαιρνα μαζί μου τα
παραγάδια και τις αποτονιές, κι αν ήθελα να ψαρέψω, ψάρευα. Α δεν είχα όρεξη
για ψάρεμα, και φυσούσε κι αγέρι, έστηνα την αντένα, άνοιγα το πανί, τραβούσα
κατά το πέλαγο, άραζα όπου μ’
έφερνε η τύχη
στην αντικρινή την ακρογιαλιά, κι έβγαινα έξω να δω τίποτα καινούριο. Μια
μέρα ο μπάτης μ’ έβγαλε στο Νεροχώρι. Πού είναι αυτό το Νεροχώρι, θα το μάθετε
σαν πάτε να δείτε το Χλωρονήσι.
Σα
βγήκα στη σκάλα, είπα, ας πάω ν’ ανάψω κι ένα κερί στον Άη Νικόλα, του χωριού
τον Άγιο. Πηγαίνοντας τον ανήφορο, τι να δω! Ένα λείψανο! Το ’βγαζαν απ’ ένα
σπιτάκι, στην άκρη του χωριού, και το κουβαλούσανε στην εκκλησιά. Κακό σημάδι,
είπα. Δόξα να ’χει ο Θεός, ήτανε γριάς λείψανο. Μισοσήκωναν και τον κακόμοιρο
το γέρο της από πίσω, γιατί δεν μπορούσε πια να περπατήσει κι αυτός.
Ακολουθούσαν και μερικές άλλες γριές, και δυο τρεις άντρες. Έσμιξα μαζί τους
και γω.
Μπήκαμε
στην εκκλησιά. Όμορφη διασκέδαση, έλεγα μέσα μου. Να ’βγεις για σεργιάνι και να
καταντήσεις σε λείψανο! Και να γυρεύεις να κοιμηθείς ύστερα, κι όλο
να το βλέπεις μπροστά σου!
Άλλη
εκκλησιά το χωριό δεν είχε από τον Άη Νικόλα. Ήτανε μικρή, χαμηλή και
θεοσκότεινη εκκλησιά. Πρέπει να ήταν ως εκατό χρονώ χτίριο. Μήτε κολόνες μέσα,
μήτε τρούλος από πάνω. Σκεπασμένη κι αυτή με δώμα, καθώς τα σπίτια. Λίγα
παραθυράκια και στρωμένη με χώμα μοναχό. Τα καφάσια του γυναικωνίτη πυκνά
πυκνά και κατάμαυρα, καθώς και τα στασίδια. Το τέμπλο όμως καρυδόξυλο
καλοδουλεμένο, ανέβαινε ως κοντά στη στέγη. Εκεί έβλεπες το βιος. Το κόνισμα
του Άη Νικόλα είχε μεγαλύτερο μερίδιο κι από την Παναγιά. Η καντήλα του ήταν
ένας θεόρατος βώλος ασήμι.
Τα στεφάνια και τ’ άλλα στολίδια του
αμέτρητα. Τι καΐκια μαλαματοκαπνισμένα, τι χρυσές άγκουρες! Άλλο παρά το
πρόσωπό του δεν έβλεπες από τ’ ασήμι κι από το μάλαμα.
Ώσπου
να ρίξω μερικές ματιές γύρω μου, βάλανε στη μέση το λείψανο. Παύουνε μια στιγμή
οι ψαλμωδίες, και δεν άκουγες παρά το μικρό τρίξιμο των λαμπάδων και των
κεριών. Κρύα στιγμή. Σαν άρχισε ο παπάς την ακολουθία του, γύρισα να δω και το
γέρο. Παράξενος γέρος. Έτρεμε χεροπόδαρος, και τονέ βαστούσανε σα να ήτανε σηκωμένος
από βαριά αρρώστια. Κίτρινος, αψηλός, όσο κι αν έσκυβε, φρύδια μεγάλα που
έπεφταν απάνω στα μάτια του, χείλη ολότρεμα, κάτασπρα μαλλιά και μουστάκια, —
όμορφος γέρος, μα και τι χάλι!
Σε
μισή ώρα βγήκαμε στο κοιμητήριο, στο πλάγι της εκκλησιάς. Ακόμα μερικές στιγμές
κι έπεφταν οι πρώτες φτυαριές μες στο λάκκο. Εδώ ο γέρος δεν μπόρεσε να
βαστάξει. Έγειρε απάνω στα χόρτα, μουρμούρισε κάτι, και πια δεν ξαναμίλησε. Του
χύνουνε νερά, τον ανασηκώνουν, τίποτις. Τονέ φέρνουνε στο κελί του παπά. Εκεί
μισανοίγει τα μάτια του, ρίχτει μια ματιά στην εικόνα του Άη Νικόλα, και μένει
ολόξερος. Πέθανε ο γέρος.
Βγήκα
έξω, τι να κάμω; Ξεκίνησα κατά τη σκάλα. Πρι να κατεβώ, το ’ξεραν όλοι πως
πέθανε ο γερο-Μαρίνος Κοντάρας, από το κακό του, που έχασε την αγαπημένη του τη
Λεμονή.
Παίρνω
ένα σκαμνί και καθίζω κοντά στο γιαλό. Και κει που έπινα το ναργιλέ μου έρχεται
ο καπετάν Θανάσης και με καλωσορίζει. Συχνά ήρχουνταν αντικρύ και μας έφερνε
ψάρια, και τονέ γνώριζα. Τον κερνώ μια μαστίχα, γλυκάθηκε, και καλοκάθισε. Το
’ξερα πως ένα ποτήρι για τ’ αυτόνα δεν ήταν τίποτις, του παράγγειλα κι άλλο,
και τότες αρχίσανε να μιλούν οι πιωμένες μαστίχες, για να ’ρθουν κι άλλες.
Δεν
τα ’φερνε στενά ποτές του από ομιλίες ο καπετάν Θανάσης. Τώρα την αφορμή την
είχε ακόμα πιο πρόχειρη,— το γέρο Μαρίνο Κοντάρα, το Μοσκονησιώτικο το θαλασσοπούλι,
που μια φορά τον τρόμαζε η Ανατολή, — «ας τα πούμε από την αρχή», μου κάνει ο
καπετάνιος, κι αρχινά :
—
Ήμουνα μωρό παιδί, μούτσος στην μπομπάρδα του καπετάν Μανόλη, (Θεός
σχωρέστονε), σαν ήρθε μια μέρα του Μαρίνου Κοντάρα το πέραμα. Θεός ξέρει πούθε
τον κυνηγούσαν, και τρύπωσε δω μέσα να κρυφτεί. Όλο μπλεγμένος βρίσκουνταν. Α
δεν ήτανε για φονικό, ήτανε για κλεψιά. Ήρθε με πέντ’ έξι χταπόδια απλωμένα στη
βάρκα του, και με μερικά στρείδια κι αχινούς. Τάχατες για δουλειά ήρθε.
Ανοικονόμητος άνθρωπος. Πάντα ματωμένος ήταν ο λάζος του, κάποτες και, με τα
δικό του το αίμα, σα μεθούσε κι έκοβε τα ποντίκια του, να δείξει παλικαριά.
Ήταν όμως και παλικάρι ο δαίμονας, κι όμορφο παλικάρι.
Σαν
άραξε η βάρκα του εκεί κάτω, βγαίνει όξω και τραβάει ίσια κατά τ’ αμπέλι του
Γληγόρη του Φυσέκη, πηδάει από τον τοίχο, γεμίζει την ποδιά του σταφύλια, και
γυρίζει πίσω, σα να μην ήταν εκείνος. Βγαίνοντας, τον τσακώνει ο νοικοκύρης.
Αυτός ήταν τότες ο παλικαράς του χωριού
μας, ένας τρομερός φωνακλάς. Πατάει
λοιπόν τις φωνές άμα είδε τον κλέφτη. Ο Κοντάρας γελάει, και
κινάει κατά τη βάρκα του. Ο Φυσέκης τρέχει κατόπι του, ακούν τις φωνές
κι οι γειτόνοι και μαζεύουνται ένας ένας τους. Ο Μαρίνος τώρα κάθουνταν
αξένοιαστος μες στη βάρκα κι έτρωγε τα σταφύλια με τους συντρόφους του. Οι
δικοί μας άναψαν. Πετιένται μέσα στη βάρκα και κάνουνε να τον πιάσουν. Αυτός
σηκώνεται, σαλτέρνει όξω απάνω στον άμμο,
παίρνει το λάζο, και τους λέει :
—
Μωρέ διαόλοι, δεν ξέρετε πως εγώ είμαι ο Μαρίνος ο Κοντάρας;
Τότε
μούδιασαν όλοι τους. Ο Φυσέκης όμως, δεν του ερχότανε να τραβηχτεί κι αυτός
έτσι, και να τον πειράζουν ύστερα οι δικοί του· του λέει λοιπόν:
—
Και μένα με λένε Γλήγορη Φυσέκη. Κι α σου βαστάει να μετρηθείς με τα μένα, ρίξ’
το λάζο, κι έβγα να παλέψουμε δω στον άμμο.
Ο Μαρίνος κοίταξε καλά το Γληγόρη στα
μάτια, και χαμογέλασε. Βγάζει το γελέκι του, το πετάει χάμω με το
μαχαίρι, κι αρχίζει να περπατεί γύρω και να κουνάει τις χέρες
του, σα να ’μπαινε σε χορό. Το ίδιο
έκαμε κι ο Γληγόρης.
—
Κι όποιος πέσει, κερνά όλη την παρέα απόψε.
—
Ως το πρωί, αποκρίνεται ο
Μαρίνος.
—
Και τα παιχνίδια;
—
Και τα παιχνίδια.
Αγριοματιάζουνται
και χύνουνται ο ένας απάνω
στον άλλον. Η δουλειά έγινε ώσπου να
πεις αμήν. Ο Κοντάρας πιάνει το Φυσέκη από τη μέση, και τονέ στρώνει ανάσκελα.
—
Φτάνει σου, Γληγόρη, κι έφαγε χώμα η ράχη σου, του φωνάζουν οι δικοί μας.
Ο Γληγόρης σηκώνεται,
τινάζεται, βάζει το γελέκι του, και συλλογιέται πως καλύτερα θα ήτανε να ’χανε
μοναχά τα σταφύλια.
Το
βράδυ, του Θεοχάρη το καπελειό γέμισε χουβαρντάδες. Όλο το χωριό μαζεύτηκε απ’
έξω να δει τον ξακουσμένο τον Κοντάρα. Αυτός, που σα βρισκότανε σε «δουλειά»
γινότανε θεριό, τώρα φαινότανε σαν άγγελος. Μόνο τα Μοσκονήσια βγάζουνε τέτοια
χαριτωμένα παλικάρια. Μπόγι κυπαρίσσι, μέση δαχτυλίδι. Μάτια μεγάλα κι όμορφα,
σαν κοπέλας, μαύρο μουστάκι, αγκίστρι. Τονέ θαμάζανε όλοι καθώς καθότανε στο
σκαμνί κι έπινε στην υγειά του Γληγόρη. Τονέ
φώναζε αδερφοποιτό τώρα, και παινούσε τα γλυκά του τα σταφύλια. Ο Γληγόρης τον καμάρωνε που τον είχε φίλο, κι ας τον
έριξε και κάτω.
—
Αφεντικό, στέγνωσε ο λαιμός μου, κι έχω να σου πω κι άλλα, γιατί βλέπω και θες
να τα μάθεις. — μου κάνει τώρα ο καπετάν Θανάσης.
Έρχεται
τρίτο ποτήρι, το πίνει μονορούφι και ξαναρχινά:
Στείλανε
να φέρουν τα βιολιά από το Μεγαλοχώρι. Ώσπου να ’ρθουν τα βιολιά, αυτοί
σκάρωσαν κέφι. Ήρθαν τα παιχνίδια, άρχισε το τραγούδι, βγήκαν τα μαντίλια, ο
χορός πήγαινε γαϊτάνι. Ο Μαρίνος τους σήκωσε όλους με τη σειρά. Σαν περάσανε
μεσάνυχτα, βγαίνουνε και στην πατινάδα. Ίσια στου Φυσέκη το σπίτι πήγαν. Αυτός
τότες κατοικούσε στης μητρυιάς του, μαζί με την αδερφή του. Ο Γληγόρης
και καλά να βγει να κεράσει η Λεμονή. Σηκώνεται το κορίτσι από τον πρώτο
ύπνο του, και στολίζεται. Ο λόγος του αδερφού της ήτανε νόμος. Έφερνε και
κάποιονα με την παρέα, που τονέ μάτιαζε για γαμπρό. Βγαίνει το λοιπόν η Λεμονή
στολισμένη, κι έρχεται με το δίσκο. Δεκοχτώ χρονών κοπέλα, μαυρομάτα και
ξανθομαλλούσα. Ξέχασαν όλοι τους το ζέφκι άμα την είδανε! Μα εκείνος που πήγε
να τα χάσει ήταν ο Μαρίνος Κοντάρας. Έστριβε κι όλο έστριβε το μουστάκι του.
Έκανε πως δεν έβλεπε, και τα μάτια του όλο απάνω στην κοπέλα ήτανε. Ο Γληγόρης, απόνηρος
άνθρωπος, δεν παρατήρησε τίποτις άτοπο, είχε και μια μπιστοσύνη στην αδερφή
του, που μήτε τον Έξ’ από δω δε φοβότανε. Κι αν αγαπάς, το καμάρωνε που την
κοίταζαν έτσι. Φεύγει το κορίτσι, ξανάρχεται, ξαναφεύγει, ως το πρωί την
είχανε στο ποδάρι, έμπα, έβγα και κέρνα.
Τα
τραγούδια κι οι χοροί ξαναρχίσανε, μα ο Μαρίνος όρεξη πια για τρέλες δεν είχε.
Έκαμε πως τάχατις παράπιε, κάθισε σε μια κώχη, και δώσ’ του το ’στριβε.
Θαρρούσες πως ο Σατανάς ανέβηκε από την Κόλαση και του κρυφομιλούσε, τόσο ανήσυχος
φαίνουνταν.
Κατά
τα ξημερώματα τον παίρνει ο Φυσέκης από το
χέρι και τον τραβάει στο χορό
πάλι.
—
Γλήγορα σας αποκοιμίζει το κρασί εσάς τους θαλασσινούς, του λέει.
Ο
Μαρίνος ήθελε να ξεσκάσει, και δεν αντιστάθηκε. Βγάζει το μαντίλι και
ξαναρχινάει το χορό, σα δαιμονισμένος. Ύστερα το ρίχτει και στο τραγούδι.
Πετάει, ένα τάλαρο του βιολιτζή και του λέει ποιο σκοπό θέλει. Τότες
τραγουδήθηκαν πρώτη φορά τα λόγια εκείνα, που τ’ ακούμε ως εσήμερα στις χαρές:
Έχεις
μαύρα μάτια και ξανθά μαλλιά,
Και
στο μάγουλό σου μια χρυσήν ελιά.
Ξέρεις
το γύρισμα του σκοπού. Να το συλλογιέσαι μοναχά σε λωλαίνει. Σαν έπαψε το
τραγούδι, πέφτει πάλι στη συλλογή, και κει που κάθουνταν έτσι, γυρίζει άξαφνα
και του λέει του Φυσέκη:
—
Αχ! δε βαστώ, Γληγόρη
μου, μια φορά ακόμα να μας κεράσει, και φεύγω.
Ο Γληγόρης,
μεθυσμένος τώρα στουπί, λέει της Λεμονής κ έρχεται. Εδώ είναι που γένηκε το
κακό! Ο Μαρίνος σηκώνεται, παίρνει το ποτήρι, και βλέποντας την κοπέλα, της
μιλεί και λέει, σα να ήτανε μοναχός του μπροστά της;
Εμπήκα
μες στ’ αμπέλι σου να βρω γλυκό σταφύλι,
Δεν
εύρηκα γλυκότερο σαν το δικό σου χείλι,
και
καθώς που το ’λεγε, έσκυψε να τηνέ φιλήσει κιόλας!
Μια
τέτοια προσβολή ήταν πρωτάκουστο πράμα μέσα στο τιμημένο το χωριό μας. Το
κορίτσι κοκκίνισε και χάθηκε από μπροστά μας. Πήγε όξω κι έκλαιγε σα μωρό
παιδί. Η μητρυιά βγαίνει στη μέση πρώτη φορά και πατάει τις φωνές του Γληγόρη. Η συντροφιά όλη σώπασε. Έφυγαν τα παιχνίδια,
ακολούθησαν κι οι άλλοι
ένας ένας τους. Ο Γληγόρης, σα να ξύπνησε από όνειρο, βλέπει γύρω του μια
στιγμή, ύστερα σννεφέρνει και τραβάει καταπάνω του Μαρίνου. Ο άγγελος τώρα
έγινε θεριό πάλι. Βγάζει το λάζο και ρίχτει μια ματιά του Γληγόρη σα δαίμονας. Χύνουνται δυο τρεις απάνω
του, αρπούν το μαχαίρι από το χέρι του, τον παίρνουν όξω μαζί τους και φεύγουν.
Τονέ σήκωσαν και τον πήγανε στη βάρκα του. Όσοι κατεβαίνοντας πέρασαν από τα
σπίτια τους, μπήκαν και πήρανε μαζί τους, άλλος πιστόλι, άλλος μαχαίρι, άλλος
τσικούρι. Στάθηκαν όλοι σαν ταχτικοί μια αράδα στη σκάλα, και του φωνάζανε να
φύγει αμέσως με τους ναύτες του, αλλιώς θα παν όλοι αφόντο. Ο Μαρίνος είχε
λίγους μαζί του, κι αυτοί μεθυσμένοι. Παίρνει το κοντάρι, και κάνοντας αβάρα,
τους λέει πικρογελώντας: «Καλή αντάμωση», και σέρνει κατά το πέλαγο.
Σε
λιγάκι φτάνει ο Γληγόρης Φυσέκης μ’ ένα τρομπόνι. Σαν είδε πως η βάρκα ήτανε
φευγάτη, σκύλιασε. Πήδηξε στο νερό για να τρέξει κατόπι της! Μεθυσμένα πράματα!
Τον έβγαλαν όξω και τον πήγανε σπίτι του.
Ο
Γέρο Θανάσης εδώ μου γνέφει πάλι. Σαν ξαναδρόσισε το λαιμό του, ξανάρχισε:
—
Αφεντικό, ως τώρα ήταν ξεφάντωμα, από τώρα γίνεται ρομάντσο. Αυτά δεν
τα είδα, μα
τ’ άκουσα πολλές φορές από τον ίδιο το
μακαρίτη. Ο Μαρίνος σαν τραβούσε για
το πέλαγο ήταν αγριεμένος σαν το
λιοντάρι. Σαν έμεινε σιωπηλός λίγη ώρα, γυρίζει και λέει στους ναύτες
του:
—
Βρε παιδιά, εγώ σας γλύτωσα ως τώρα από πολλές σκούρες δουλειές, θα με
γλυτώσετε και σεις από μια τώρα. Αυτή
την κοπέλα εγώ θα την
κλέψω, και θα την πάρω γυναίκα μου. Εγώ γύρισα, βρε σεις, Ανατολή
και Νησιά, και γύρευα γυναίκα που να μου καίγει την καρδιά, και δεν την
εύρισκα. Και τώρα που τη βρήκα, θα
την αφήσω; Ή την
παίρνω, ή μα τον Άη Νικόλα, θα
σκοτωθούμε κι οι δυο μας.
Τα
παιδιά ήξεραν πως ο Μαρίνος Κοντάρας δε χωράτευε.
—
Μα, α δε σε θέλει το κορίτσι; ρωτάει ένας τους.
—
Α δε με θέλει, λέει; Μωρέ
πίτα, και δεν έβλεπες πως κοκκίνιζε σαν την έβλεπα; Ε, κολοκύθα!
μιλάς και συ σα να μην είδες ποτέ σου γυναίκα! Τώρα ας τραβήξουμε στον Κάβο
αντικρύ. Το βράδυ κατεβαίνουμε στα Θέρμα κι αράζουμε. Εγώ θα βγω μοναχός μου,
ντυμένος σα ζητιάνος. Εσείς θα περιμένετε στο γιαλό.
Κι
έτσι έγινε. Το βράδυ βράδυ, ότι άρχιζε να σκοτεινιάζει, χτυπούσε στην πόρτα
του Φυσέκη ένας ζητιάνος. Ο Γληγόρης γλέντιζε στο καπελειό. Τα παιχνίδια δεν
ήταν ακόμα φευγάτα. Η γριά μωρολογούσε στη γειτονιά, το κορίτσι καθότανε μοναχό
σπίτι και ’τοίμαζε το φαΐ. Όλη τη μέρα την πέρασε η Λεμονή ντροπιασμένη. Τα
μάτια της ήταν κόκκινα από το κλάμα. Ας είναι καλά τα κορίτσια της γειτονιάς
που την αγαπούσαν, και πήγανε μια μια και της έταξαν πως ποτές δε θα την
ψεγαδιάσουνε με λόγια ή με τραγούδια, γιατί δεν ήτανε δική της η ατιμιά. Το κορίτσι,
παρηγορέθηκε, κι ήρθε στο νου του το βράδυ. Κι άρχισε να συλλογιέται, τι
καλύτερα μαθές θα ήτανε να ’δειχτε την αγάπη του σαν άνθρωπος, ο βλογημένος! Με
δυο τρία λόγια θα γύριζε τα μυαλά του Γληγόρη. Τώρα πια πάει. Μήτε θα τον
ξαναδεί, μήτε θα τον ξανακούσει. Τότες ήταν που χτύπησε η πόρτα.
—
Ποιος είναι.; ρωτάει από μέσα η κοπέλα.
—
Ο άγιος Θεός να συχωρέσει τα πεθαμένα σου, κόρη μου, κόσμο ακούγω και κόσμο δε
βλέπω, λυπήσου με και δώσ’ μου το ψυχικό σου.
Ανοίγει
η πόρτα κι απλώνει το χέρι της η κοπέλα μ’ ένα κομμάτι ψωμί.
—
Ο Θεός να συχωρέσει τα πεθαμένα σου, μουρμουρίζει πάλι, ο Μαρίνος, και χύνεται
μέσα. Η Λεμονή τον ένοιωσε αμέσως, και λιγοθύμησε. Δεν είχε να χάνει καιρό ο
Μαρίνος. Ρίχνει μια ματιά γύρω, βγάζει το μαντίλι, της δένει το στόμα, την
παίρνει στον ώμο, περνά την αυλή, πηδάει από τον πίσω τοίχο μέσα σε κάτι
χαλάσματα, από κει σ’ ένα χωράφι, απ’ αυτό το χωράφι σ’ έν’ άλλο, καθίζει εκεί
κάτω απ’ ένα δέντρο, την περεχά μ’ ανθόνερο που το είχε μαζί του, αυτή
μισανοίγει τα μάτια της, βλέπει ο Μαρίνος πως δεν έχει φόβο, της ξαναδένει το
στόμα, κι ίσια στη βάρκα.
Τα
παιδιά περιμένανε με το κουπί στο χέρι. Σε μια ώρα βρεθήκανε στο
Καλοχώρι. Πηγαίνοντας εκεί, το κορίτσι συνέφερε, μα ο Θεός το ξέρει τι χάλι το
είχε. Ο Μαρίνος την είχε σα μάνα το πρωτογέννητό της. Της είπε, της έταξε, την
καλόπιασε, λόγο σκληρό δεν της ξεστόμισε, κάμωμα σκληρό δεν της έκαμε. Άρχισε
σιγά σιγά η κοπέλα ν’ ανασαίνει πιο ήσυχα. Σα να
της έλεγε κάτι η καρδιά της, που τον ησύχαζε λιγάκι το νου της. Άξαφνα
συλλογιέται το σπίτι της,
τον αδερφό της,
το χωριό της, τη ντροπή, αχ, τη ντροπή του τραγουδιού που θα της βγάλουνε. Λιγοθυμάει πάλι, πάλι ανθόνερο και
βάσανα. Σαν ήρθε λιγάκι στο νου της, ο Μαρίνος, που το κατάλαβε τι την έτρωγε,
αρχίζει πάλι και της γλυκομιλεί και της λέει πως μήτε θα την αγγίξει ώσπου
να βλογηθούνε, μήτε θα
βλογηθούνε ώσπου να πει εκείνη το ναι,
και μάρτυροι τα παλικάρια του. Φτάνανε στο Καλοχώρι κι ακόμα δεν άνοιξε το
στόμα της η Λεμονή να πει λέξη. Της θυμίζει ο Μαρίνος πως δε μένει ώρα για
συλλογή, γιατί φτάσανε. Αρχίζει τότες η κοπέλα τα κλάματα, και καθώς άπλωναν το
γάντζο να πιαστούν και να ξεμπαρκαριστούνε στην ακρογιαλιά,
παραπίσω από το λιμάνι, έκαμε κουράγιο η κοπέλα και του λέει:
—
Α μου το κάνεις όρκο μπροστά στην Παναγιά και στον Άη Νικόλα, και μπροστά στον
παπά, πως η ζωή σου τώρα και μπρος θα είναι, ήμερη και γλυκιά σαν τα λόγια που
μου είπες, πως θ’ αφήσεις τη θάλασσα και το λάζο και θα γυρίσεις στο χωριό μας
μαζί με τον παπά για να μαρτυρήσει πως με πήρε στα χέρια του τιμημένη, και
μείνεις μαζί μου για πάντα, σου λέω το ναι.
Ο
Μαρίνος δεν ήθελε τίποτις άλλο. Ήταν αποφασισμένος να τάξει το καθετίς για την
αγάπη της.
Βγαίνουν
όξω, περνούν από τους σκοτεινούς δρόμους, και πάνε στην εκκλησιά του
Καλοχωριού. Βρίσκουν το κελί, κράζουν τον εφημέριο, του ’ξηγούν τι τρέχει. Ο παπάς
λέει στην αρχή όχι. Μα σαν είδε πως εδώ έχει και λάζους, τι να κάμει! Βάζει το
πετραχήλι του και τους παντρεύει. Πρι να τους βλογήσει, έγινε κι ο όρκος δυο
φορές· μια πάνω στο Βαγγέλιο, και μια μπρος στον
Άη Νικόλα, που τονέ φοβούνταν ο Μαρίνος κι από το Βαγγέλιο πιότερο.
—
Τώρα πίσω όλοι μας, κι ο παπάς μαζί, λέει ο Μαρίνος. Μια ώρα
πριν τα ξημερώματα άραξε η βάρκα στο λιμάνι μας μέσα. Οι ναύτες ήταν όλοι
αρματωμένοι για να προλάβουν και καμιά αναποδιά, αν τους μυρίζουνταν οι δικοί
μας. Βγαίνει πρώτα μοναχός ο παπάς, και πηγαίνει στου Γληγόρη το σπίτι. Τι κακό
που γίνουνταν! Οληνυχτίς στο ποδάρι, οληνυχτίς ο κόσμος όξω με τα
φανάρια, κι ότι ’τοιμαζόντανε να στείλουν ανθρώπους και
στα χωριά να βρουν τη χαμένη τη Λεμονή.
Ο
παπάς τους τα ’σιαξε όλα. Άμα μπήκε σπίτι, πάει ίσια στον αδερφό της κοπέλας,
που κάθουνταν εκείνη την ώρα κι ακουμπούσε τα μάγουλά του στα δυο του χέρια,
με τους αγκώνες στα γόνατα, κοιτάζοντας άγρια σαν τρελός, και του λέει:
—
Παιδί μου, η ευκή του Θεού να είναι μαζί σου, μη φοβάσαι καθόλου. Η αδερφή
σου αυτή την ώρα είναι αγνή και τιμημένη, καθώς ήταν τη στιγμή που γεννήθηκε. Εκείνος
που την πήρε είναι άλλος άνθρωπος τώρα. Να ο όρκος του. Α δε ξέρεις γράμματα,
να σου τονέ διαβάσω; «Ορκίζουμαι στο Βαγγέλιο και στον Άη Νικόλα — μεγάλη η
χάρη του — πως απ’ αυτήν
την ώρα που παίρνω τη Λεμονή του
μαστρο-Βασίλη, από το Νεροχώρι, για γυναίκα μου, ως το τέλος της ζωής μου, θ’
αφήσω τη θάλασσα, δε θ’ αγγίξω μαχαίρι, θα ζήσω κοντά της στο Νεροχώρι, δε θα
της ξεστομίσω ποτές πικρό λόγο, μόνο θα ζήσω και θα πεθάνω μαζί της ειρηνικά
κι αγαπημένα. Μαρίνος Κοντάρας.»
Ο
Φυσέκης άφρισε. Ο παπάς, μεγαλάνθρωπος, που είδε κι αυτός κόσμο στον καιρό του,
τους προστάζει όλους να φύγουν από κοντά τους. Μια ώρα μείνανε μοναχοί. Ο Γληγόρης να
μουγκρίζει και να δέρνεται κι ο παπάς να
του ψάλλει. Σαν άρχισε να
γλυκοχαράζει, ακούγαμε απ’ έξω λιγότερες φωνές, και πιότερες ομιλίες. Και
σα χτυπούσε ο ήλιος στο κορφοβούνι εκειδά, ο παπάς, ο Γληγόρης,
κι όλο το συγγενολόγι με μερικούς γειτόνους και με τα παιχνίδια μπροστά,
κατεβαίνανε στο γιαλό ν’ ανεβάσουν το γαμπρό και τη νύφη.
Σαν
είδανε βιολιά και χαρές ο Μαρίνος κι οι δικοί του αρχινήσανε να κλαίνε σα μωρά
παιδιά από τη χαρά τους. Η Λεμονή δε βάσταξε πάλι, και λιγοθύμησε. Τώρα της το
’χυσε ο Γλήγορης τ’ ανθόνερο. Τη συνέφερε και την έβγαλ’ έξω.
Όλο
το χωριό μαζεύτηκε κάτω. Ανεβήκαμε όλοι με το «τραγούδι της νύφης». Δε θα το
ξεχάσω ποτές τ’ ανέβασμα εκείνο. Πήγαμε πρώτα στον Άη Νικόλα. Εκεί έταξε ο
Μαρίνος να κάνει τη βάρκα του ασημένιο καντήλι. Θα το είδες εκεί σήμερα αυτό το
καντήλι.
Σαν
προσκύνησαν πήγανε σπίτι. Μαζεύουνται οι γυναίκες,
στολίζουν τη νύφη, αρχινάει ο γάμος. Ανάποδος γάμος, πρώτα το στεφάνωμα κι
ύστερα οι χαρές. Μερόνυχτα βάσταξε το ξεφάντωμα. Μπήκα και γω στο χορό τότες,
παιδί αμούστακο, πρώτη φορά. Γι’ αυτό και τα θυμούμαι τόσο καλά. Μα πού να σου
τα δηγηθώ όλα, αφεντικό!
Εδώ
παρακάλεσα το γερο-Θανάση να μη μου πει άλλα σήμερα, γιατί πέρασ’ η ώρα, και
πρέπει να ξεκινήσω. Τον κέρασα λοιπόν ένα ποτήρι και τον καλοβράδιασα.
—
Μα δεν τ’ άκουσες όλα, αφεντικό! Δεν άκουσες τι άνθρωπος έγινε ύστερα τ’
αγγελοκάμωτο εκείνο το θεριό! Τι καλοτυχιά που την είχε με τη Λεμονή του, και
με τ’ αμπελάκι που τους έδωσε ο Γληγόρη! Δέ σου είπα πως για χρόνια μήτε να ψαρέψει δεν ήθελε,
ώσπου ήρθε ο παπάς του Καλοχωριού που τους είχε στεφανωμένους, κι είπε πως ήρθε
στον ύπνο του ο Άη Νικόλας θυμωμένος, που δεν ψάρευε πια ο Μαρίνος! Και τότες
άρχισε να παίρνει κάποτες τον πεζόβολο και να βγάζει ψάρια της γυναικούλας του.
Τι
τα θες, αφεντικό, πενήντα χρόνια έζησαν έτσι αγαπημένα, κι έτσι πεθάνανε
σήμερα. Ένα καημό τον είχανε μοναχά, που δεν κάμανε και παιδιά. Μα κάθε άλλο
καλό του κόσμου το είχανε. Ήτανε Θεού θέλημα να σώσει την ψυχή του ένα κορίτσι,
μια γυναίκα! Κι ύστερα λεν πως μας κολάζουν οι γυναίκες! Μα είναι βλέπεις,
γυναίκες και γυναίκες, αφεντικό! Δες τώρα τη δική μου τη στρίγλα, και πες μου
αν δεν κάμω φρόνιμα που περνώ τη βραδιά μου στο καπελειό!
—
Ε, καλό βράδυ, καπετάνιο μου, πρέπει να πάω ν’ ανάψω ένα κερί και να φύγω,
γιατί θα θυμώσει και μένα η γυναίκα μου, αν πολυαργήσω.
Κι
έτσι σηκώθηκα, κι έφυγα.
Ξαναπηγαίνω
στην εκκλησιά. Ήθελε ακόμα καμιά ώρα να βασιλέψει ο ήλιος. Όλα ησυχία στο
κοιμητήριο. Η θύρα κλεισμένη, μήτε παπάς, μήτε νεκροθάφτης. Ανοίγω, μπαίνω
μέσα, πηγαίνω κατά τον τάφο της θεια-Λεμονής. Βρίσκω δυο τάφους τώρα πλάγι
πλάγι, κι απάνω τους σταυρό καμωμένο με τ’ αξίνι και με το φτυάρι. Έσκυψα
μπρος στους δυο τάφους, και παρεκάλεσα το Θεό να γεμίσει τον
κόσμο τέτοια ταίρια, που αρχινούν τη ζωή τους αγκαλιασμένα, και κατεβαίνουνε
στο χώμα χέρι με χέρι.
Πρέπει
να ήμουν ως δώδεκα χρόνων, και πρέπει να ήταν εκείνη ως έντεκα. Δεν την έβλεπα
μήτε στην εκκλησιά, μήτε στον κλήδωνα, μήτε στη βρύση, μήτε στο παραθύρι. Η
μάνα της κι η μάνα μου δεν είχαν πολλές φιλίες.
Εκεί
που την έβλεπα δεν ήμαστε οι δυο μοναχοί. Ήμαστε οχτώ δέκα αγόρια της
προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει παρέμφατο, και να φέρουμε τον
πολιτισμό στο χωριό. Και πέντ’ έξι κορίτσια, που ερχόντανε δυο ώρες τη μέρα,
και κάθιζαν από τ’ άλλο πλάγι του γέρου δασκάλου, και τεχνολογούσανε με μια
χάρη, που σ’ έκαναν, ήθελες και δεν ήθελες, να την αγαπάς τη γραμματική.
Τη
χάρη φυσικά την είχανε, γιατί ήταν όλες μικρούλες, όχι πως ήτανε κι όμορφες
όλες. Για το δικό μου το γούστο, όμορφη ήτανε μια μοναχή, κι αυτή ήταν — η
αγαπητικιά μου!
Τι
λόγο ξεστόμισα! Από πού κι ως πού αγαπητικιά! Μήτε λέξη δεν της είπα ποτές.
Μήτε με το δαχτυλάκι μου δεν τ’ άγγιξα τ’ αφράτο το χέρι της. Μήτ’ η αναπνοή
μου δεν μπορούσε να πάει κοντά της να τη χαδέψει. Το μόνο που πηδούσε κάποτες
από τα χείλη μου στα χειλάκια της ήταν το ρήμα «λείπω», σαν το κλίναμε ο
καθένας απ’ ένα χρόνο με τη σειρά, και ταίριαζε να είμαι γω στερνός στη δική
μας τη σειρά, και κείνη πρώτη στων κοριτσιών. «Ελελείμεθα, ελέλειφθε», πήγαινε
να πει, και σκόνταβε, και χαμογελούσε,
και τότες πια εγώ, που περίμενα μέρες
και μέρες αφορμή να της δώσω ένα, ας είναι και συμμαζεμένο χαμόγελο, έλαμπα
ολοπρόσωπος καθώς την κοίταζα, χωρίς φόβο να μην το νοιώσει ο δάσκαλος το
τρομερό μυστικό μας. Έπεφταν τότες τα μάτια της στο βιβλίο απάνω, κοκκίνιζαν τα
δυο μάγουλά της, κι άρχιζε το πλαγινό κορίτσι τον άλλο χρόνο.
Μάτια
και πάλι μάτια! δίχως εσάς μήτε πρώτη, μήτε
στερνή αγάπη δε θα είχαμε! Οι ματιές
μου, σαν έμπαινε στην παράδοση, οι ματιές της σαν έβγαινε να πάει σπίτι, αυτές
ήταν οι όρκοι μας, τα τραγούδια μας, τα φιλιά μας, αυτές ήταν και τα ραβασάκια
μας. Με τον καιρό, και χωρίς ν’ αλλάξουμε αναμεταξύ μας μια λέξη, την κάμαμ’ επιστήμη
την τέχνη αυτή των ματιών. Ήτανε λογής λογής οι ματιές της. Η ματιά της
αδιαφορίας, που μου την έσκιζε την καρδιά, του θυμού, που μ’ έκαιγε σαν τ’
αστροπελέκι. Η άπιστη η ματιά σε κανέναν άλλο που μ’ έλιωνε σαν το κερί και μ’
αφάνιζε. Ύστερα πάλι η ήμερη και γλυκιά ματιά της αγάπης, που ξανάβαζε την ψυχή
μου στον τόπο της, και σύχαζα. Οι δικές μου οι ματιές, όσο πολυσήμαντες κι αν
ήταν κι αυτές, δεν είχαν όμως τέτοιες τρομερές αλλαγές. Η ίδια η
αφοσίωση, ο ίδιος ο καημός, το ίδιο το βάσανο πάντα.
Τρεις
μήνες πρέπει να πέρασαν έτσι. Ξυπνούσ’ από το πρώτο
το λάλημα, και την ώρα δεν έβλεπα να πάω σχολειό. Η μάνα μου με καμάρωνε και μ’
έβλεπε από τώρα Δεσπότη.
Ήμουν
πρώτος πρώτος στο σκολειό πάντα, κι ωστόσο δεν το κατάφερα να τη βρω μοναχή μια
φορά, μήτε πηγαινάμενη, μήτε φτασμένη. Αυτό
ήταν η λαχτάρα μου τώρα, αυτό ήταν
τ’ όνειρό μου. Να τη δω μοναχή, ας είναι και μια στιγμή. Να της πω μια και καλή
πως πεθαίνω, πως έσβησα, άλλη σωτεριά δεν έχ’ η ζωή μου παρά την παντοτινή της
αγάπη. Τα ’λεγα όλ’ αυτά με τις φλογερές
τις ματιές μου, μα η αχόρταγη η καρδιά γύρευε λόγια, αυτή δεν ήξερε τι θα πει
μέτρο και γνώση, αυτή όλο μου φώναζε; «Μπρος! Έχει κι άλλες απόλαψες η αγάπη!»
Μα
πώς να της δώσω να καταλάβει πως θέλω να της μιλήσω; Εδώ οι
ματιές δε σώνουν. Εδώ χρειάζεται, ραβασάκι. Χίλιες φορές το ’γραψα και το
ξανάγραψα. Το ’παιρνα μαζί μου, αποφασισμένος να μη ντραπώ, να μη φοβηθώ μήτε
δάσκαλο, μήτε πρωτόσκολο, μόνο να της δώσω κρυφά το χαρτάκι σ’ ένα βιβλίο,
καλαμάρι, ό,τι τύχει. Ήρχουνταν η ώρα, και κόβουνταν η καρδιά μου! Δεν
αποκοτούσα! Κι έπαιρνα μαζί μου το χαρτί βγαίνοντας, και το ’κανα κομμάτια, και
καταριόμουνα την ώρα που γεννήθηκα τέτοιος ανωφέλητος, φοβητσιάρης.
Ήταν
ό,τι άρχιζε καλοκαίρι, σα σηκώθηκα ένα πρωί και πήγα μπροστά στην Παναγιά και
το ’καμα όρκο πως θα της δώσω εκείνη τη μέρα το ραβασάκι, κι α δεν της το δώσω,
να πέσει φωτιά να με κάψει.
Πήγα
σκολειό πρώτος πάλι. Έρχουνται όλα τ’ αγόρια, όλα τα κορίτσια. Μαυρίζουν τα
μάτια μου να κοιτάζω την πόρτα, του κάκου! Η μικρή
μου δε φαίνεται! Διαβάζει ο δάσκαλος τον κατάλογο, έρχεται στην Αργυρώ... σιωπή.
—
Πού είναι η Αργυρώ; ρωτά ο δάσκαλος μια συντρόφισσά της.
Η
μάνα της αρρώστησε, κι έμεινε σπίτι. Βαριά καρδιά που την έπαιρνα μαζί μου
γυρίζοντας σπίτι το μεσημέρι εκείνο! Τι να κάμω, πού να πάω, να βραδιάσει
γλήγορα και να ξημερώσει!
Ξημερώνει,
ξαναπηγαίνω σκολειό, — τα ίδια! Περνά μια βδομάδα, δυο βδομάδες, — ένας μήνας
ήταν περασμένος, σαν είπε μια μέρα ένα κορίτσι του δασκάλου πως πέθανε η μάνα
της Αργυρώς, και πως δε θα ξανάρθει πια στο σκολειό η μικρή.
Πρέπει
να ήμουν ως είκοσι πέντε χρόνων, τότες που πρωτογύρισα από την ξενιτιά να δω
τους δικούς μου. Ήρθαν όλοι οι παλιοί οι φίλοι κι όλες οι παλιές,
οι φιλενάδες να με δουν.
Ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού κι η
Αργυρώ, παντρεμένη κοπέλα με δυο παιδιά. Της μίλησα και μου μίλησε πρώτη φορά.
Της είπα και μου είπε χίλια πράματα, για τα παιδιά της, την ομορφιά και ξυπνάδα
τους, τη χαρά μου που βρίσκω τη γριά μου τόσο καλά. Για όλ’ αυτά χύθηκε ένας
ποταμός λόγια, και για την πρώτη μας την αγάπη, την αξέχαστη εκείνη την αγάπη, καθώς
τότες, έτσι και τώρα, — δεν είπαμε μήτε λέξη!
Τι
έχεις και βλέπεις έτσι συλλογισμένος αυτό το καΐκι; ρωτάει η Μαριγή το Φώτη,
τον άντρα της, εκεί που καθότανε κοντά στο παράθυρο, κατά το γιαλό.
—
Να, βλέπω τη θάλασσα, και θαμάζω την ομορφιά της. Τι βλέπω!
—
Δεν έβλεπες τη θάλασσα. Το καΐκι έβλεπες. Τι είναι αυτό το καΐκι;
—
Καλά, το ’βλεπα και το καΐκι με τ’ άσπρα πανιά του.
—
Και τι συλλογιούσουν;
—
Τι καλά να μας φέρνει!
—
Χριστέ και Παναγιά μου! Να μη θέλει μαθές αυτός ο χριστιανός να μου πει κι ένα
στοχασμό του!
Κι
έφυγε η Μαριγή θυμωμένη.
Έμεινε
μονάχος του ο Φώτης. Έριξε μια ματιά κατά την πόρτα χαμογελώντας, κούνησε το
κεφάλι του, κι άρχισε να μιλάει μοναχός του:
—
Έβλεπα, έβλεπα, και που να σου τα λέω. Μαριγή μου, τι έβλεπα!
Τη μοίρα σου και τη μοίρα μου έβλεπα. Την αγάπη μου και την ελπίδα μου έβλεπα.
Να τι έβλεπα.
Και
γύρισε πάλι κατά τη θάλασσα και κοίταζε το καΐκι ο Φώτης.
—
Να το, κι αράζει πάλι. Κάτω τα πανιά, μάγινα το σίδερο. Όξω οι ναύτες και ίσια
στο καπηλειό. Όξω τα βαρέλια κι οι βρόμες. Να τες οι γλυκές οι ελπίδες. Κατέβα
και πήγαινε να τις δεις και να τις
καμαρώσεις. Σαρδέλες και σιντίνα!
Και
στάθηκε πάλι συλλογισμένος.
—
Είναι τώρα τρία χρόνια που έβλεπα μια βαρκούλα, μακριά μακριά, στου πελάγου την
άκρη. Εν’ άσπρο σημαδάκι, και τίποτις άλλο. Μα τι ομορφιά που την είχε στα
γαλάζια νερά! Το κοίταζα και δεν το χόρταινα. Σιγά σιγά από σημαδάκι έγινε
σωστό πανί, ένα πανί και καλό το είχε η αξέχαστη
εκείνη βαρκούλα. Μα τι πεταλούδα ήταν
εκείνη! Τι μαγευτικό πράμα! Χρόνος πέρασε, κι ακόμα έπαιζε η βαρκούλα στα
γαλάζια νερά! Άλλος ένας χρόνος, κι έβλεπες και το χαριτωμένο σκαφάκι της, που
τάσκιζε τα κύματα κι όλο ήρχουνταν, ήρχουνταν. Ακόμα λιγάκι, κι έβλεπες και τα
ναύτη μες στη βαρκούλα. Τι μαγευτικό πράμα. Τι Θεός εκείνος που αρμένιζε εκεί
μέσα! Έλεγε κι έπαιζε με τη θάλασσα το σκαφάκι, καθώς επλησίαζε την ακρογιαλιά.
Έτσι σου ερχότανε να τρέξεις και να τ’ αγκαλιάσεις. Τ’ άκουγες τώρα το γλυκό
μουρμουρητό του αφρού που σήκωνε
η πεταχτή πλώρη του, τ’ άκουγες και το πανάκι που πετούσε στ’ αγέρι καθώς
κατέβαινε. Κατέβηκε το πανί. Σηκώνετ’ ο ναύτης, το δένει, παίρνει το κοντάρι,
και φέρνει τη βάρκα κατά την ακρογιαλιά. Τρέχω να πηδήξω μέσα και να τη χαρώ
τη βαρκούλα. Τι πράμα ήταν εκείνο! Τι ανυπόφερτη σιντίνα και ψαρίλα, τι
παλιόξυλα και κατραμωμένα σκοινιά ριχμένα δω και κει!
Κι ο ναύτης! Τι χαμένο κορμί, που μήτε με καλημέρισε! Αχ, ήταν η αγάπη μου κι
η ελπίδα μου! Κατάλευκη βαρκούλα στα μακριά, και στ’ άραγμά της — ψαρόβαρκα!
Ο
βοριάς φυσούσε αλύπητα, τα χιόνια έπεφταν ανάργια ανάργια και πετούσανε σαν
πεταλούδες και κάθιζαν απάνω στους στεγνούς βράχους, κι ύστερα λιώνανε. Η
θάλασσα παρακάτω άχνιζε, κι ο ήλιος στη Δύση κοκκίνιζε σαν ολόπυρη σφαίρα
ανάμεσ’ από τη χαραμάδα που άφηναν τα σύννεφα από κείνο το μέρος. Ανέβαινε ο
Βαγγέλης από τη Σκάλα να πάει ίσια σπίτι του αυτή τη φορά. — «Παραμονή του Άη
Βασίλη, πρωτοχρονιά αύριο, είπε, ας πάμε σπίτι. Ας αρχίσουμε καλά το χρόνο,
ίσως και δε μαλώσουμε πια. Ίσως τηνέ φωτίσει ο Θεός τη βλογημένη, και κάμει
μιαν αρχή και δε μου πετάξει κανέν’ από κείνα τ’ αναθεματισμένα τα λόγια της,
που παν ίσια μες στην καρδιά. Θα πεις, και γω μπόσικος, που δεν της γλυκομιλώ
και καμιά φορά, μόνο στην παραμικρή αφορμή ανάβω σα σπίρτο, και τηνέ βρίζω τη
δύστυχη. Η γυναίκα κακιά δεν είναι. Να! λίγο λαφρό κεφάλι και λίγο πείσμα, και
γίνεται το κακό. Θα πει λοιπόν πως εγώ πρέπει να φρονιμέψω, και να μην τη
συνερίζουμαι. Τουλάχιστο για χάρη της καημένης μου της Πιπίνας, να πάψει πια
αυτό το λογομαχητό. Δίχως άλλο, να την κάμουμ’ απόψε την καλή την αρχή. Κι αν
πει αυτή τίποτις, εγώ να σωπάσω, κι έτσι να συχάσουμε. Δυο τρεις φορές να
σωπάσω, θα συνηθίσω, κι έτσι θα ’ρηνέψουμε μια για πάντα».
Και
λέγοντας αυτά μοναχός του ο Βαγγέλης, φτάνει σπίτι του. Τώρα πια ήτανε σκοτεινά.
Μπαίνει μέσα, βρίσκει ένα μεγάλο δαυλό στη γωνιά, και το ταψί από πάνω. Η
μικρή του η Πιπίνα από τη μια μεριά να βλέπει την πίτα να σιγοψήνεται κι η μάνα
της η Σωσάνα από την άλλη να λιώνει το μέλι. Παγωμένος καθώς ήταν από το κρύο,
πηγαίνει κι αυτός κοντά στη φωτιά κι απλώνει τα χέρια του να τα ζεστάνει.
—
Μωρέ περίδρομος όξω απόψε! λέει, βλέποντας τη φωτιά, και προσπαθώντας να φανεί
πρόσχαρος, πράμα όχι πολύ εύκολο για το δύστροπο πρόσωπό του. — Ε, εσύ μικρή;
πως πάει η βασιλόπιττα; δεν ψήθηκε ακόμα;
Η
Πιπίνα, ήτανε χάζι να βλέπεις το χαρούμενο πρόσωπό της αντικρύ στην αναλαμπή
της φωτιάς. Κάθουνταν και κοίταζε την πίτα να κοκκινίζει σιγά σιγά, καθώς
πρωτοκοιτάζει μάνα το παιδάκι της ν’ αρκουδίζει. Τι λαχτάρα ήταν εκείνη, και
τι αγάπη! Κάθε λίγο έβαζε το δαχτυλάκι της πεταχτά από πάνω, να δει αν καίει.
—
Και πώς το ’παθες και μας ήρθες απόψε τόσο νωρίς; λέει η Σωσάνα, σκαλίζοντας τη
φωτιά ν’ ανάψει καλύτερα.
—
Ε, πώς το ’παθα! Δεν είναι δα κι Άη Βασίλης κάθε μέρα!
Και
κοίταζε ο Βαγγέλης κατά την άλλη μεριά, το ’να χέρι κοντά στη φωτιά, τ’
άλλο στα μαλλιά της μικρής του, που τα γλυκοχάδευε.
—
Δόξα να ’χει ο θεός, που μ’ άκουσε σα θέμιαζ’ απόψε. Κι
είπα, μαθές, γιατί σε μας αυτό το κακό, να λογομαχούμε κάθε μέρα και κάθε ώρα!
Σα να μη μπορούμε πια να ζήσουμε κι αλλιώτικα.
—
Έλα, άφηνέ τα τώρα, και βάζε τραπέζι, γιατί πεινούμε κιόλας.
Και
παίρνει βιαστικά τη μικρή στα γόνατά του, να μη θυμώσει και πει τίποτις
χειρότερο. Η μικρή γύρισε και τον είδε συλλογισμένη.
—
Τι έχεις, Πιπίνα μου; της λέει.
—
Τι να ’χει! το ξέρεις τι έχει... μουρμουρίζ’ η Σωσάνα φυσώντας τα ρουθούνια
της, και σηκώνεται να βγει από το μαγεριό.
—
Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!, μουρμουρίζει κι ο Βαγγέλης.
—
Τι είπες; πετιέται αμέσως
η Σωσάνα και φωνάζει από την πόρτα.
Βάζει ο Βαγγέλης κάτω τη μικρή, δακρυσμένη τώρα και φοβισμένη. Σηκώνετ’ απάνω,
γυρίζει κατά την πόρτα, χλωμός, θειάφι. Τη βλέπει με μάτια ολάνοιχτα, και:
—
Τι είπα; Είπα πως η ίδια είσαι κι η ίδια θα ποθάνεις. Να τι είπα, φωνάζει κι
αυτός.
Η
μικρή έκλαιγε· μα ποιος την κοίταζε τη μικρή! Η μάνα έβλεπε τον πατέρα
κατάματα, κι ο πατέρας τη μάνα, σα δυο θεριά, έτοιμα να χυθούν το ’να καταπάνω
στ’ άλλο.
Η
Σωσάνα ήταν η πρώτη που γύρισε άλλου
τις ματιές της. Έκαμε το σταυρό της και παρακαλώντας την Παναγιά
να της δώσει υπομονή, γύρισε πάλι να βγει έξω.
Έριξε
κι η μικρή μια ματιά στη βασιλόπιτα πάλι.
Την
ίδια στιγμή, και πρι να καλοβγεί η Σωσάνα, γυρίζει κι ο Βαγγέλης προς τη
γωνιά, μουρμουρίζοντας πως δεν έφταιγ' εκείνη, μόν’ αυτός, που πήγε να ’ρθει
τόσο νωρίς, σα να μην την ήξερε.
Η
μικρή άρχισε πάλι ν’ ανησυχεί. Την έβλεπε τη μάνα της που ξανάμπαινε. Το ’ξερε
τι θα βγει, και συμμαζεύτηκε, κι έβλεπε χάμω, απελπισμένη,
που δε θα γίνει το γλυκό τ’ όνειρό της, η πίτα στη μέση και γέλια και χαρές
τριγύρω.
—
Αν το μετάνιωσες που ήρθες
μια φορά νωρίς σπίτι σου, να η πόρτα, να και το καπηλειό, του λέει η Σωσάνα
ολότρεμη και με πίκρα στα χείλη της.
Έτρεμε
κι η καημέν’ η μικρή.
—
Ανάθεμά σε και τρισανάθεμά σε, φωνάζει τότες ο Βαγγέλης έξω φρενών, που δεν
αφήνεις ένα χριστιανό ν’ ανασάνει, κι ας θέλει να κάμει το σωστό, μόνο μπαίνεις
σα φίδι μέσα του και τονέ φαρμακώνεις.
Κοντοστάθηκε
η Σωσάνα· σα να το μετάνιωσε που τονέ θύμωσε. Σα να συλλογίστηκε τι να
πει, τι να κάμει να τονέ συνεφέρει. Μα πού να συνεφέρει ο Βαγγέλης πια τώρα!
Δίχως να πει άλλη λέξη, κι ακόμα πιο θυμωμένος που μαλάκωσε η γυναίκα του,
δίνει μια κλωτσιά της βασιλόπιτας, την αναποδογυρίζει απάνω στα κάρβουνα και
στη στάχτη, πετιέται όξω, και φεύγει από το σπίτι.
Δεν
τηνέ λησμόνησε ακόμα τη μαύρη εκείνη βραδιά η Πιπίνα, η αλλοίμονη κόρη που
κοιτάζει τώρα την εκκλησιά του χωριού μας. Δεν τα λησμόνησε τα δάκρια που έχυσε
τότες, μήτε τον πόνο το βαθύ που την έσφαξε, ώσπου την πήρε ο ύπνος. Μόνο τα
δηγάται κάποτες, όταν είναι καλά, όταν δεν την έχει ριγμένη κάτου μια φριχτή αρρώστια
που την τυραννεί κάθε λίγο, από μικρή μικρή. Αρρώστια, που κληρονομιέται από
στράνους κι από κακόχυμους γονιούς.
ο άσπρος
Φίλους
δεν είχα πολλούς εκεί κάτου, στης Ασίας τα μέρη. Γνώριμους που
κλέβανε τον καιρό μου, είχα πολλούς. Κάθε λίγο ερχότανε κι από ένας το βράδυ να
περάσει την ώρα του. Εγώ την ώρα μου ήξερα πώς να την περάσω. Μετάφραζα τότες
τον Όμηρο. Μα οι άλλοι — πού να το φανταστούν εκείνοι πως εγώ την προτιμούσα τη
μοναξιά;
Μοναξιά
είπα; Καλέ τι λέω; Συντροφιά, κι από κείνες! Πρώτα ο Όμηρος. Ύστερα τα λεξικά
μου. Άφησε πια σημειώματα, σκόλια, χαρτιά, καλαμάρια, πένες. Όλ’ αυτά, σου μιλούνε, σε βλέπουνε, σ’ αγαπούνε σα γράφεις.
Δοκίμασε να γράψεις ένα στίχο με ξένη πένα, σε ξένο χαρτί, σε ξένο τραπέζι και
με ξένο μελάνι, και βλέπεις διαφορά. Είναι σα να κοιμάσαι σε αλλουνού κρεβάτι.
Κι
ωστόσο πάω ν’ αλησμονήσω το μεγαλύτερό μου φίλο, τα χρόνια εκείνα. Πάω ν’
αλησμονήσω το γάτο μου, που ακόμα σπαράζεται η ψυχή μου σαν τον ανιστορώ.
Μου
τον έφεραν ένα πρωί, δώρο — άσπρο γατάκι σαν κουνέλι. Μια χαρά να το βλέπεις.
Μικρό μικρό, μαλακό, παχουλό, ήμερο, με τα μεγάλα τα μάτια τα πρασινοκίτρινα,
και με τ’ αχειλάκι του πίσσα μαύρο. Λες κι όλο χαμογελούσε με το γατήσιο εκείνο
χαμόγελο, που τέλος δεν έχει. Έτσι είναι, βλέπεις, φτιασμένο το στόμα του.
Παιχνιδιάρικο
λες; Μα τα παιχνίδια του τα ’βλεπες και δε χόρταινες. Κουνούπι να περνούσε απ’
ομπρός του, πηδούσε ολόρθος, καμάρα η ράχη του, φούντα ολόστεκη η ουρά του,
σπίθες τα μάτια του. Μια και δυο, και ξεχύμιζε τότες στον αέρα σα δαιμονισμένος
που κυνηγούσε ένα τίποτις.
Το
φαΐ μας πάντα μαζί. Έπινε το γάλα του γλήγορα γλήγορα, και σαν έγλυφε αυτός τα
γαλατωμένα του γένια, εγώ απόσωνα τότες το δικό μου φαΐ. Καθίζαμε ύστερα στη
σπουδή. Εγώ στην καρέγλα μου, αυτός απάνω στο μεγαλύτερο Λεξικό. Πόσες φορές
τονέ χρειαζόμουν εκείνο το Γαζή,
και δεν πήγαινε η καρδιά μου να του χαλάσω το χουζούρι, εκεί που μισοκοιμότανε
γουργουρίζοντας.
Τι
τα θες! γενήκαμε φίλοι αχώριστοι. Κατάντησε να νοιώθουμε ο ένας τον άλλονε τόσο
καλά, που ως κι α θύμωνα, αυτός τη δουλειά του.
Περάσανε
μερικοί, μήνες, μεγάλωσε το γατί. Ώρες ώρες μου ξέφευγε όμως τώρα, και δεν τον
ξανάβρισκα εύκολα. Πότε στο περιβόλι έκοβε βόλτες, πότε παρέξω, κάποτες τρύπωνε
και σε ξένα σπίτια. Μια μέρα μάλιστα τον είδα και ραχάτευε απάνω σε μια στέγη
που είχα κάτω από τον αψηλό ηλιακό μου. Τι τον έφερε εκεί πέρα, δεν
καλοκατάλαβα στην αρχή. Κατόπι όμως παρατήρησα πως στου αντικρινού σπιτιού τα
κεραμίδια, που δρόμος στενός τα χώριζε από τα δικά μου, ραχάτευε άλλη γάτα, με
μάτια κι αυτή μισόκλειστα. Σα να μυρίστηκα τότες κάτι. Όμως, μήτε ο δικός μου
γάτος, μήτε η φιλενάδα απ’ αντίκρυ δε μου δώκανε την παραμικρή αφορμή να
υποψιαστώ τίποτις προχωρημένες αγάπες αναμεταξύ τους. Έτσι, σα να βρισκότανε
ακόμα σε ξέχωρο κόσμο ο καθένας.
Ώρες
κι ώρες περνούσαν κάποτες, κι έμνησκαν οι δυο τους σ’ αυτή τη βαθειά μελέτη.
Λες και πρόσμενε η αντικρινή η γάτα να ωριμάσει η δουλειά. Λες και πλέχανε στο
μεταξύ τα όνειρά τους, την ποίησή τους.
Εμένα
αυτά δε μου πολυαρέζανε. Συνηθισμένος να ’χω πάντα τον Άσπρο κοντά μου, σα να
ζούλευα τώρα. Σα να μην μπορούσα να δουλέψω με την καρδιά μου, καθώς τα πρώτα.
Μια
πρωινή, ότι σηκώθηκα, ακούγω ψιλή ξεσερμένη φωνή, σα να ’κλαιγε μωρό. Άξαφνα
σταματάει η φωνή σα να την έκοψες με μαχαίρι. Κατόπι άρχισε ένα χαμηλόφωνο
βουγκητό, που τέλος δεν είχε. Όσο πήγαινε μάλιστα, ανέβαινε
σαν ανέμου φύσημα από τα παράθυρα. Σταματάει κι αυτό. Δεν ξανακούστηκε τίποτις
μερική ώρα. Εκεί που ’πινα τον καφέ μου όμως — και το γάλα του Άσπρου πλάι για
να ’ρθει κι αυτός, — ακούγουνται σωστά γατήσια ξεφωνητά, που λάθος πια δεν
είχε.
Σηκώνουμαι
και σκύβω να δω από τον ηλιακό. Ο Άσπρος μου απάνω στη στέγη από τη μια,
γέρικος σταχτής γάτος από την άλλη, όχι και πολύ θρεμμένος, παλιός παλαιστής
όμως, πολύπαθος, πολύξερος, και μυριόπαντρος. Το πρόσωπό του ήτανε ζουγραφιά
μονάχη αγρυπνίας και παραλυσίας. Αμέσως τον αναγνώρισα. Αμέσως το ’νιωσα πως
για καλό δεν ήρθε στα κεραμίδια μου απάνω· πως δεν του άρεζε του Άσπρου
μου η ομορφιά, η νιότη, κι η καλοθρεψιά, που τόσον καιρό τα ονειρεύουνταν η
αντικρινή η γάτα, παλιά του αγαπημένη, τώρα όμως, δίχως άλλο τα
γύρευε με πιότερη τόλμη κι αδιαφορία προς την αφεντιά του, κι ήρθε λοιπό να μετρηθεί μια και καλή με τον καινούριο
αυτόν τον Πάολο, και να τονέ φάει με τις νυχιές του.
Σώπαιναν
τη στιγμή εκείνη και κοίταζαν ο ένας τον άλλον κατάματα. Μήτε τρίχα τους δε
σάλευε. Ασάλευτος και γω να μην τους τρομάξω.
Ήξερα
τι θα γίνει αν ίσως και σάλευε ο ένας τους. Θα ξεχύμιζε μονομιάς ο άλλος για να
προλάβει και θα τονέ σπάραζε με τα νύχια του.
Άλλον
τρόπο δεν έβλεπα για να γλυτώσω τον Άσπρο μου, παρά να περεχύσω τον ξένο γάτο
νερό και να τονέ διώξω. Ξαναμπαίνω λοιπό σιγανά σιγανά, και παίρνω ποτήρι
νερό. Βγαίνω πάλε, σημαδεύω, πετώ το νερό. Περνάει το έρμο απάνω από τη ράχη
του ξένου γάτου, και χύνεται όλο στον Άσπρο μου! Έγιναν όλ’ άψε σβήσε.
Ανατρομάζει ο Άσπρος, ξορμάει ο σταχτής και του καθίζει δυνατή και βαθειά
νυχιά στο πλευρό του! Κόκκινο αμέσως το κάτασπρο εκείνο πλευρό! Έφυγε ο ξένος
γάτος, αστραπή, σα με είδε. Ξεκίνησε και ο λαβωμένος
μου Άσπρος να φύγει κι αυτός. Πρι κατεβεί όμως, κοντοστάθηκε μια, και γύρισε
και με κοίταξε. Ήταν περίλυπη η ματιά του. Σα να μου ’λεγε πως δεν το πρόσμενε
τέτοιο κάμωμα από τον πιστό του φίλο. Πήδηξε κάτω ύστερα και χάθηκε κι αυτός
απ’ ομπρός μου.
Περάσανε
μέρες, βδομάδες, μήνες περάσανε, και δεν ξαναφάνηκε πια ο Ασπρος! Πρέπει να
ψόφησε, είπα. Έβαλα ανθρώπους να τονέ βρούνε, ρώτηξα, γύρεψα, όλα του κάκου.
Μια
βραδινή, ότι άρχιζε να σκοτεινιάζει, εκεί που περπατούσα στο περιβόλι,
ολομόναχος, ακούγω γατήσια φωνή, σαν παραπονιάρικη. Κάμνω να δω... ο Άσπρος!
Ήταν τώρα λιγνός, είχε και το σημάδι της λαβωματιάς στο πλευρό του. Έτρεμα από
τη συγκίνηση. Με χίλια χαδευτικά μου λόγια σκύβω να τον αγγίξω, να τον πάρω
στην αγκαλιά μου. Μόλις με βλέπει σιμά του, ένα πήδημα, κα| γίνεται άφαντος
πάλε!
Δεν
τον ξανάειδα πια από τότες τον Άσπρο μου.