Ο Γήταυρος

του Ρήγα Γκόλφη (1886-1958)

Δράμα

 

συνέχεια τρίτη από τρεις

 

 

Σταύρος. Όσο γι΄ αυτό, πατέρα, νομίζω πως δεν έχουν άδικο. Δώδεκα ώρες πάνου κάτου, δουλειά το μερονύχτι, τους αφανίζει. Δεν είναι μικρό πράμα, δώδεκα ολάκερες ώρες νάχεις να παλεύεις με το σίδερο. Το άψυχο αυτό πράμα για να λυγίσει, να κοπεί, να πάρει σκήμα, θέλει να φάει ζωές.

 

Φιντής. Σταύρο, τι είναι αυτά που λες;

 

Σταύρος. Λέω απλούστατα, πως έχουν δίκιο να ζητούν λιγόστεψη στις ώρες της δουλειάς.

 

Φιντής. Μα αυτό είναι ενάντιο στα συφέροντά μας.

 

Σταύρος. Το μεγαλύτερο συφέρο καθενός είναι το συφέρο της ανθρωπότητας. Κι αυτοί που εργάζουνται στο εργοστάσιό σας, μην ξεχνάτε, πατέρα, πως είναι οι απόκληροι αυτής της ανθρωπότητας, που όσο κι ά σας κάνουνε να πλουτίζετε, έχουν όμως δικαίωμα σε μια στοιχειώδικη φιλανθρωπιά από μέρος σας.

 

Φιντής. Αυτοί με κάνουν και πλουτίζω; Αυτοί ή τα κεφάλαιά μου, τα μηχανήματά μου, η περιουσία μου, που την έχω ρίξει στους πέντε δρόμους, και που γι΄ αυτό βρίσκουνε ψωμί και τρώνε αυτοί οι τιποτένιοι;...

 

Σταύρος (με κάποιο θυμό). Η περιουσία σας που τη ρίξατε στους πέντε δρόμους, καθώς λέτε, μεγάλωσε και θέριεψε μέσα σ΄ αυτούς τους πέντε δρόμους, όχι βέβαια μονάχη της, μα με το αίμα αυτουνών, που τώρα τους βρίζετε κιόλας.

 

Φιντής. Δε σε καταλαβαίνω, Σταύρο, μα την αλήθεια, δε σε καταλαβαίνω.

 

Σταύρος. Κι όμως αυτά που λέω είναι τόσο απλά. Δε με καταλαβαίνετε, γιατί δε θέλετε, γιατί ίσως και δεν μπορείτε να με καταλάβετε. Δε συλλογιστήκατε ποτέ πόσοι απ΄ αυτούς φύγανε από το εργοστάσιό σας σακατεμένοι και χιλιοπαθιασμένοι, ενώ μπήκανε εκεί μέσα μ΄ όλη τη γεροσύνη και τη φωτιά της νιότης. Δε συλλογιστήκατε ποτέ πως η μόνη τους ανταμοιβη ύστερα από τόσω χρονώνε εργασία, είναι η πείνα, η άτιμη πείνα. Άμα τους περιτριγυρίσουνε τα γερατειά, και πάψει πια η ικανότητά τους για τη δουλειά... (ξαφνικά). Πάψτε να είστε τόσο άδικος γι΄ αυτούς, πατέρα. Ακούστε με και μένα. Ας τους λιγοστέψουμε τις ώρες της εργασίας όπως ζητάνε, ας τους κάνουμε και καμιά άλλη παραχώρηση, ας τους...

 

Φιντής (διακόφτοντας με θυμό). Και καμιά άλλη παραχώρηση; Εσύ είσαι τρελλός. Εσύ είσαι τρελλός. Μπας και ήρθες εδώ, καταραμένε, για να μου καταστρέψεις την περιουσία μου, να μου πάρεις τα κόπια μου, και να τα μοιράσεις σ΄ αυτούς;

 

Σταύρος. Ίσως τα κόπια σας να είναι πιο πολύ κόπια αυτουνών, παρά δικά σας.

 

Φιντής (μονάχος του, σαν απελπισμένος). Πάντα ο ίδιος, πάντα ο ίδιος. Δεν μπόρεσε ν΄ αλλάξει, Θεέ μου.

 

Σταύρος. Κι όμως αν ξέρατε τι θα πει σκλαβιά...

 

Φιντής (διακόφτοντας). Μιλάς για σκλαβιά, γι΄ αυτούς που κατάντησαν να είναι πιο λεύτεροι κι από μένα. Η πολιτεία τους έκαμε βασιλιάδες, και λύνουνε και δένουνε, και κατεβάζουν αρχόντους με τον ψήφο τους. Πού ματακούστηκε να κυβερνάει έναν τόπο η φτωχολογιά και η αργατιά.

 

Σταύρος. Τους λευτέρωσε η πολιτεία, είναι αλήθεια, μα τους σκλάβωσε ο παράς. Αυτό όμως το σκλάβωμα είναι πολύ χειρότερο από κάθε άλλο. Δε θα περάσει πολύς καιρός που θα ξεσκλαβωθούνε κι απ΄ αυτό... Αλίμονο σε σας τότε κύριε Φιντή.

 

Φιντής. Εσύ είσαι ένας επαναστάτης, ένας αναρχικός, που ήρθες εδώ μέσα για να με φοβερίσεις. Α! δεν μπορώ να σε υποφέρω πια, θα φωνάξω την αστυνομία να σε πετάξει από μπροστά μου. (Πέφτει σε μια καρέκλα.)

 

Πάψη.


Σταύρος (ήσυχα ύστερα από λίγη σκέψη). Δεν είναι ανάγκη να το κάμει αυτό η αστυνομία. Θα το κάμω μόνος μου, τώρα που σας γνώρισα καλά και κατά βάθος. Μια φορά ήμουνα παιδάκι και δε σας είχα καταλάβει αλλιώς βέβαια δε θα με βλέπατε ποτέ να ξαναπατήσω το κατώφλι σας. Κι αν με είδατε σήμερα νάρχουμαι εδώ, τόκανα αυτό μόνο και μόνο με την ελπίδα πως με ό,τι μέσο μού περνούσε από το χέρι θα μπορούσα να γλυκάνω τη δυστυχία τω δυστυχισμένω σας. (Δυνατότερα, ύστερα από λίγο.) Τόσα χρόνια μακριά από σας, δούλεψα με τα χέρια μου για να ζήσω. Πείνασα, δίψασα, υπόφερα, και είδα από σιμά μέσα στα εργοστάσια κι εγώ, ένας απλός εργάτης, είδα από σιμά τη μεγάλη καταπίεση του παρά, είδα από σιμά τα βάσανα, τις πίκρες, τις αδικίες, τους θανάτους. Είδα από σιμά την αγριότητα, την ατιμία, και μπήκα και γω, και βουτήχτηκα και γω, και έπαθα και γω. Κλείνω μέσα μου αυτή τη στιγμή τον πόνο όλων όσων τυραννιούνται κάτου από τα σκληρά πατήματα εσάς των πλούσιων... Α! με λέτε ένα επαναστάτη, ένα αναρχικό. Μα δεν είμαι τίποτα απ΄ αυτά. Είμαι μονάχα ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος που εσείς δεν είστε.

 

Φιντής (συλλογισμένος). Αλίμονό σου, αλίμονό σου, τρισαλίμονό σου!...

 

Σταύρος (χτυπάει το κουδούνι).

 

(Μπαίνει ο υπερέτης.)

 

Σταύρος. Τοίμασέ μου σε παρακαλώ τα πράματά μου και κατέβασέ τα κάτου στην οξώπορτα.

 

Υπερέτης. Αμέσως. (Φεύγει.)

 

Πάψη.

 

Σταύρος (προς το Φιντή). Φεύγω αυτή τη στιγμή για να μην ξαναγυρίσω πια. Έτσι πιστεύω, να μη κιντυνεύουνε πλέον τα κόπια σας και τα πλούτη σας. Αν όμως τώρα μέσα μου αιστάνουμαι ένα σπαραγμό, είναι γιατί αφήνω πίσω μου τη λύπη σε δυο πρόσωπα που τα στολίζουνε τα αθώα γερατειά και τα αγνά νιάτα. Ω! τη γιαγιά μου και την αδερφούλα μου δε θέλω ούτε να τις αποχαιρετήσω, φοβάμαι μήπως η αγάπη τους, και άθελά μου με κρατήσει εδώ. Παίρνω όμως μαζί μου τη μνήμη της μάνας μου που είναι για μένα ένας θησαυρός και που δεν μπορείτε πια να μου την κρατήσετε εσείς.

 

(Ο Σταύρος φεύγει. Ο Φιντής σε όλο αυτό το διάστημα έχει γείρει το κεφάλι του απάνου στα χέρια, σα να σκέφτεται αδιάκοπα. Δείχνει πως είναι πολύ ταραγμένος.)

 

Πάψη.

 

(Σε λίγο μπαίνει η Γιαγιά. Την ακολουθεί η Αννούλα κλαίγοντας και έχοντας το μαντίλι της στα μάτια.)

 

Γιαγιά (τρομαγμένη). Είναι αλήθεια; Είναι αλήθεια; (Κοιτάζει γύρω της.) Έφυγε ο Σταύρος; Πάλι μας έφυγε ο Σταύρος; (Πέφτει σε μια καρέκλα.) Ω! δυστυχία μας, κάποιο καινούριο κακό μέλλει να γίνει, κάποιο καινούριο κακό πάλι όπως και τότε. (Προς το Φιντή, ύστερα από λίγο.) Τον έδιωξες, εσύ τον έδιωξες.

 

Φιντής. Ποτέ δεν έδιωξα το παιδί μου από το σπίτι μου. Και τότε, όπως σου έχω πει, και τώρα ακόμα, έφυγε μονάχος του. Καλύτερα όμως που τέλειωσε τόσο γλήγορα αυτή η ιστορία. Δε θα μπορούσα να τον υποφέρω.

 

Γιαγιά. Μα ποια ήτανε η αφορμή, πες μου ποια ήτανε η αιτία;

 

Φιντής. Η αφορμή; Η αιτία; Αυτός είναι ένας τρελλός – ακούς; – είναι ένας τρελλός. Ας πάψει πια για το Θεό να γίνεται λόγος γι΄ αυτόν εδώ μέσα.

 

Γιαγιά (μονάχη της). Ω! σα να είναι γραμμένο για μένα τη δύστυχη, να μη με βρίσκει ποτέ φχαριστημένη η βαριά ώρα του δειλινού που μας μπάζει στη νύχτα.

 

Πάψη.

 

(Όλοι είναι βυθισμένοι σε σκέψη. Δεν ακούεται τίποτ άλλο για κάμποση ώρα, παρά οι πνιγμένοι λυγμοί της Αννούλας. Μπαίνει ο υπερέτης βιαστικά.)

 

Υπερέτης (προς το Φιντή). Κύριε, κύριε, είναι κάτου κάποιος άνθρωπος του εργοστάσιου και θέλει, λέει, να σας δει αμέσως τώρα, αυτή τη στιγμή. Είναι ανάγκη.

 

Φιντής. Τι ζητάει πάλι κι αυτός; (Ύστερα από λίγο.) Ας έρθει τελοσπάντω να ιδούμε τι θέλει. Α! έχουνε καταντήσει πια ανυπόφοροι.

 

υπερέτης φεύγει. Σηκώνεται σιγά σιγά η Γιαγιά, παίρνει την Αννούλα από το χέρι και φεύγουν. Σε λίγο μπαίνει ο Μηχανικός.)

 

Μηχανικός. Κύριε Φιντή, δε φτάνει μονάχα να θέλει κανείς για να πάει ψηλά. Αχ! έχει να κάμει πολύ και η τύχη.

 

Φιντής. Τι θέλεις να πεις; Δε σε καταλαβαίνω.

 

Μηχανικός. Και μολαταύτα εγώ γλύτωσα... Α! να είσαστε εκεί πέρα, τη φοβερή εκείνη στιγμή, θα νομίζατε πως όλες οι τρύπες της κόλασης ανοίξανε για να θάψουνε τον κόσμο κάτου από τη φλόγα, πως μας πέσανε κατακέφαλα χίλιες χιλιάδες κεραυνοί, πως μαζεύτηκαν γύρω όλα τα δαιμονικά και τραβούσανε τις στέγες, και ξεκάρφωναν τα σίδερα, και έλυναν τους αρμούς τω μηχανώνε, πως όλοι οι αγέρηδες τρέξανε εκεί με τα πιο στριγγά σφυρίγματά τους, πως τα κοράκια όλου του κόσμου μαυρίσανε για μια στιγμή τον ουρανό κρώζοντας θανατερά... Πάει το μηχανοστάσιο, κύριε Φιντή· πάνε όλα.

 

Φιντής. Λέγε μου καθαρά τι συμβαίνει, λέγε μου γλήγορα τι συμβαίνει.

 

Μηχανικός (κάθεται). Σταθείτε να μαζώξω το μυαλό μου, και θα σας τα πω όλα με τη σειρά. (Σε λίγο.) Α! ναι, θυμάστε που το μεσημέρι μου είπατε με κάθε θυσία, να προχωρήσουμε στη δουλειά, να κινήσουμε δηλαδή το μεγάλο ψαλίδι, για να κόψει εκείνες τις σιδερένιες πλάκες; Έκαμα όπως με διατάξατε. Η δουλειά πήγαινε ταχτικά όλο το απόγιομα. Μα κοντά την ώρα να σκολάσουμε, λίγο πρι βασιλέψει ο ήλιος, αναγκαστήκαμε για τα πιο χοντρά σίδερα να σηκώσουμε ένα βαθμό ακόμα την πίεση. Τη σηκώσαμε, κι εγώ έφυγα από την ατμομηχανή και πήγα στο πλαγινό μέρος του μηχανοστασίου για να δω πώς προχωρούσε η δουλειά. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ακούμε ένα φοβερό κρότο. Νομίζαμε πως κάτου από τα πόδια μας έφευγε η γης. Κεραμίδια έπεφταν από δω, ξύλα από κει, τζάμια σπάγανε, πόρτες ανοιγόκλειναν. Από τα παράθυρα, από τις μάντρες, από τα κατώγια πήδαγαν οι εργάτες, και γινότανε ένα κακό απερίγραφτο... Εκείνη την ώρα τάχασα, και δεν ξέρω πώς, μια ζάλη έπιασε όλο μου το κεφάλι και σωριάστηκα χάμου. Σε λίγο κάτι άγριες φωνές που ακούγονταν από το μέρος της ατμομηχανής, μ΄ έκαμαν να σηκωθώ τρομαγμένος. Πήγα προς τα εκεί. Τι να ιδώ; Τα καζάνια είχανε πάθει έκρηξη, και είχανε τιναχτεί στον αέρα μαζί με τα λογής λογής σίδερα και οι πέντε εργάτες που τους είχα στην ατμομηχανή. Ένα πόδι εδώ, ένα χέρι εκεί, ένα κομμάτι σάρκας παρακάτου. Φρίκη, κύριε Φιντή, φρίκη!... Μα δεν ήτανε μόνο αυτό. Κι άλλοι πέντε απάνου στην ταραχή, απάνου στο στρίμωγμα, απάνου στην καταστροφή, είχανε μείνει νεκροί. Ένας έπαθε από ασφυξία φαίνεται, ένα μικρόνε εργάτη τον πατήσανε, τους άλλους τους σκοτώσανε τα δοκάρια τη στιγμή που γκρεμίστηκε η στέγη. Δεν ξέρω αν μέσα στα χαλάσματα είναι κι άλλοι νεκροί και πληγωμένοι. Μα υπάρχει αφιβολία πως θα είναι;

 

Φιντής. Ω! δυστυχία. Ω! κατάρα.

 

Μηχανικός. Ότα σας έλεγα, κύριε εργοστασιάρχη, πως τα καζάνια δε βαστάνε, πως θέλουνε άλλαγμα, πως είναι παλιά, δε μ΄ ακούγατε. Νομίζατε πως λέω λόγια του αέρα, πως το κάνω επειδή βαριόμουνα τη δουλειά. Μα το κακό για σας, δεν είναι αυτό, κύριε Φιντή, το μεγάλο το κακό είναι πως οι εργάτες ήξεραν την κατάσταση των καζανιών, και όλοι αυτή τη στιγμή έχουν να κάμουν εναντίο σας. Τους άφησα μαζωμένους στην αυλή του εργοστάσιου να παρηγορούνε τις γυναίκες τω σκοτωμένων, που τρέξανε στο φοβερό μήνυμα και δέρνουνται και ξεμαλλιάζουνται απάνου στις καμένες σάρκες που βγάλανε οι άλλοι εργάτες από τις χαλασμένες μηχανές. Γίνεται κύριε Φιντή ένα κακό, ένα κακό... εγώ προσπάθησα να τους συχάσω μα δεν το κατόρθωσα. Έτρεξα να σας τα προλάβω αυτά, για να τα ξέρετε πριν πάτε εκεί. Γιατί όλοι με μια φωνή σας ζητούνε να πάτε εκεί. Επιμένουν γι΄ αυτό και περιμένουν.

 

Φιντής. Ας επιμένουν κι ας περιμένουν όσο θέλουν. Δεν είναι βέβαια φρόνιμο, να πλησιάζει κανείς το σίδερο όταν είναι αναψοκοκκινισμένο.

 

Μηχανικός. Ω! μη το κάμετε αυτό. Πρέπει ναρθείτε, κύριε εργοστασιάρχη, να τους παρηγορήσετε, να τους γλυκάνετε τον πόνο. Ίσως και πειστούν στα λόγια σας και ησυχάσουν.

 

Φιντής. Και ποιος μ΄ εξασφαλίζει εμένα, ανάμεσα σε τόσους άγριους.

 

Μηχανικός. Η παρουσία σας εκεί, θα είναι ο μεγαλύτερος φύλακας και διαφεντευτής σας. Αν όμως δε θελήσετε ναρθείτε, η τέτοια περιφρόνησή σας προς αυτούς, θα σταθεί ο μεγαλύτερός σας οχτρός.

 

(Ο Μηχανικός κάνει να φύγει)

 

Φιντής. Έλα δω. Αύριο μόλις ξημερώσει περνάς από δω με τους εργοδηγούς και τους κουβεντιάζω εγώ.

 

Μηχανικός. Μα θα θελήσουν να περιμείνουν όσο να ξημερώσει;

 

Φιντής (που δεν άκουσε). Όσο γι΄ απόψε όμως ας μη με προσμένουν.

 

Μηχανικός. Δεν κάνετε καλά, κύριε εργοστασιάρχη, δεν κάνετε καλά, και φοβάμαι μήπως σε λίγο τους δείτε όλους κάτου από το σπίτι σας.

 

(Ο Μηχανικός φεύγει)

 

Φιντής (μονολογώντας). Στην οργή! Στην οργή!...

 

(Ακούεται μια μακρινή βουή. Ο Φιντής αυτιάζεται. Μπαίνει η Γιαγιά.)

 

Γιαγιά (που δεν πρόσεξε στη βουή). Έλα μέσα να δεις και συ τι έχει η Αννούλα. Τόση ώρα δεν μπορώ να τήνε συχάσω. Από το κλάψιμό της το πολύ, από το πολύ παράπονό της, από τα τόσα δάκρυά της, την έχει πιάσει μια νευρική ταραχή, τινάζεται απάνου στο κάθισμά της ξαφνικά, κοιτάζει γύρω της ύποπτα, κι όλο μου λέει πως φοβάται, πως πολύ φοβάται, κάτι αόριστο φοβάται που τριγυρίζει το σπίτι. Φαντάσματα λέει, στοιχειά λέει, ξωτικά, δεν ξέρω και γω τι λέει... Όλα αυτά όμως εγώ πιστεύω πως είναι από τη λύπη της.

 

(Η βουή ακούεται τώρα πιο δυνατά.)

 

Φιντής (ανήσυχα). Δεν έχω τώρα καιρό να χάνω για την Αννούλα. Το μυαλό μου είναι πάνου κάτου, για κάτι σπουδαιότερο. (Στέκεται λιγάκι κι αυτιάζεται τη βουή.) Δεν ακούς; Έρχουνται αυτοί οι τιποτένιοι εδώ... Τι θέλουν όμως από μένα; τι θέλουν;

 

Γιαγιά (με απορία). Ποιοι έρχουνται εδώ;

 

Φιντής. Οι εργάτες, όλοι οι εργάτες του εργοστάσιου. Δεν έμαθες; Έγινε έκρηξη των καζανιών, και τινάχτηκε στον αέρα το μηχανοστάσιο, και σκοτώθηκαν καμιά δεκαριά απ΄ αυτούς. Να, εδώ και λίγες στιγμές, την ώρα που βρισκόσουνα μέσα, ήρθε ο Μηχανικός και μου τα ανάγγειλε όλα. Και το χειρότερο είναι, καθώς μου είπε, πως όλοι αυτοί είναι ξαγριωμένοι εναντίο μου... Τώρα τι να κάμω; Τι να κάμω τώρα;

 

(Η βουή μεγαλώνει ολοένα σα να πλησιάζει. Ο Φιντής χτυπάει το κουδούνι. Μπαίνει ο υπερέτης.)

 

Υπερέτης. Διατάξτε.

 

Φιντής. Το καπέλο και το παλτό μου. Γλήγορα το καπέλο μου, σου είπα, και το παλτό μου.

 

υπερέτης βγαίνει μια στιγμή, και έρχεται πάλι φέρνοντας το καπέλο και το παλτό του Φιντή. Ο Φιντής αρπάζει το καπέλο και το φορεί. Ο υπερέτης τόνε βοηθάει να φορέσει και το παλτό του. Η Γιαγιά τόση ώρα στέκεται σα βυθισμένη. Άξαφνα τινάζεται.)

 

Γιαγιά (προς το Φιντή). Πού πας; πού πας; Όχι, δεν πρέπει να φύγεις. (Του παίρνει το καπέλο από το κεφάλι.) Πού αφήνεις εδώ πέρα μονάχους, μια γριά γυναίκα κι ένα άρρωστο κορίτσι; Πρέπει να καθήσεις. Έχεις υποχρέωση να καθήσεις... Από αυτό που θέλεις να κάμεις, μαντεύω πως δεν είσαι αθώος από το δυστύχημα που συνέβηκε στο εργοστάσιο.

 

Φιντής (που ξαφνιάζεται μπροστά σε τέτοια ασυνήθιστη γλώσσα της Γιαγιάς, και ταπεινώνεται). Άσε με, άσε με να φύγω, ίσως σε λίγο είναι αργά.

 

(Απλώνει το χέρι του, ζητώντας το καπέλο. Στο μεταξύ η βουή μεγαλώνει περισσότερο.)

 

Γιαγιά (προς τον υπερέτη). Πήγαινε κάτου. Γύρισε όλο το σπίτι. Και κλείσε τα παράθυρα. Και σφάλιξε τις πόρτες. Και μην ανοίξεις σε κανένα – ακούς; σε κανένα.

 

υπερέτης φεύγει. Η βουή τώρα ακούεται πια από πολύ κοντά. Ο Φιντής στέκεται μαζωμένος σε μια άκρη και άφωνος. Σε λίγο μπαίνει η Αννούλα, με το μαντίλι στο χέρι και με μάτια δακρυσμένα.)

 

Αννούλα. Γιατί μ΄ αφήσατε μονάχη; Γιατί;... Ακούτε λοιπόν αυτά τα μουγγρίσματα; Τ΄ ακούτε καθαρά; Τ΄ ακούτε με τ΄ αυτιά σας; (ξαφνικά) Α! φοβάμαι, φοβάμαι, πώς φοβάμαι! (Πέφτει σε μια καρέκλα.)

 

(Για λίγο μια σιγή βασιλεύει. Η Γιαγιά πλησιάζει την Αννούλα και της χαϊδεύει τα μαλλιά.)

 

Πάψη.

 

(Μπαίνει ο υπερέτης)

 

Υπερέτης. Όλα σφαλισμένα. Και τα παράθυρα στο κάτου πάτωμα, κι η μεγάλη οξώπορτα, κι η μικρή πόρτα του κήπου.

 

(Ενώ λέει αυτά ακούεται απ΄ όξω με μεγαλύτερη ένταση η βουή.)

 

Αννούλα (ξαφνιασμένη). Να! να! τα μουγγρίσματα. Ω! γιαγιά μου, πιάσε με γιαγιά μου, γιατί τώρα φοβάμαι πολύ, φοβάμαι πολύ, τρέμω από το φόβο μου.

 

Γιαγιά (για να την ησυχάσει, εκεί που τη χαϊδεύει). Μην κάνεις έτσι Αννούλα μου, παιδί μου. Θα περάσει, δεν είναι τίποτα. Είναι της φαντασίας σου.

 

(Η βουή ξακολουθεί)

 

Αννούλα. Όχι! όχι, δεν είναι της φαντασίας μου. Να, άκου, άκου! (Μικρή πάψη.) Από κει είναι, από κει. (Δείχνει το προς το δρόμο παράθυρο. Σηκώνεται ύστερα σιγά σιγά και προχωρεί φοβισμένη στο παράθυρο. Στέκεται από μέσα από τα τζάμια και βλέπει.) Μια μαυρίλα στο δρόμο, μια μεγάλη μαυρίλα (γλήγορα) κι όλο προχωρεί προς τα εδώ. (Μικρή πάψη.) Δεν μπορώ να τηνέ διακρίνω καλά καλά από το σκοτάδι που είναι όξω. (Μικρή πάψη.) Να, να! γλυστράει αυτή η μαυρίλα, γλυστράει απάνου στο δρόμο, και μουγγρίζει, ακούτε πώς μουγγρίζει; – και προχωρεί προς τα εδώ, όλο προς τα εδώ. (Άξαφνα σα να μαντεύει τι είναι ορμάει προς τα μέσα της σκηνής ξεφωνίζοντας.) Σταύρο, Σταύρο πού είσαι; Ο γήταυρος, έρχεται ο γήταυρος! (Στη στιγμή σωριάζεται χάμου.)

 

Κλει η σκηνή.

 

Δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό Ο Νουμάς, τεύχη 321-323, Δεκέμβριος 1908.

 

 

 



Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA