ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Β
|
5
10
15
20
25
30
35
40
45
50
55
60
65
70
75
80
85
90
95
100
105
110
115
120
125
130
135
140
145
150
155
160
165
170
175
180
185
190
195
200
205
210
215
220
225
230
235
240
245
250
255
260
265
270
275
280
285
290
295
300
305
310
315
320
325
335
340
345
350
355
360
365
370
375
380
385
390
395
400
405
410
415
420
425
430
435
440
445
450
455
460
465
470
475
480
485
490
495
500
505
510
515
520
525
530
535
540
545
550
555
560
565
570
575
580
585
590
595
600
605
610
615
620
625
630
635
640
645
650
655
660
665
670
675
680
685
690
695
700
705
710
715
720
725
730
735
740
745
750
755
760
765
770
775
780
785
790
795
800
805
810
815
820
825
830
835
840
845
850
855
860
865
870
875
880
885
890
895
900
905
910
915
920
925
930
935
940
945
950
955
960
965
970
975
980
985
990
995
1000
1005
1010
1015
1020
1025
1030
1035
1040
1045
1050
1055
1060
1065
1070
1075
1080
1085
1090
1095
1100
1105
1110
1115
1120
1125
1130
1135
1140
1145
1150
1155
1160
1165
1170
1175
1180
1185
1190
1195
1200
1205
1210
1215
1220
1225
1230
1235
1240
1245
1250
1255
1260
1265
1275
1280
1285
1290
1295
1300
1305
1310
1315
1320
1325
1340
1335
1340
1345
1350
1355
1360
1365
1370
1375
1380
1385
1390
1395
1400
1405
1410
1415
1420
1425
1430
1435
1440
1445
1450
1455
1460
1465
1470
1475
1480
1485
1490
1495
|
Την άλλη νύχτα, δίπλα στη φωτιά, σαν κλείσαν οι μεγάλες χαλκές καστρόπορτες κι υπνώσαν ζα και δούλοι στο παλάτι, σιγαλινά τα πάθη του αρχινάει να ξεστοράει ο Δυσσέας. Καθόταν πια στο λιονταρόθρονο και γλυκαναπαυόνταν σε προσκεφάλια μαλακά τα θαλασσόδαρτα νεφρά του. Σε χαμηλό θρονί η βασίλισσα, με αποκλαμένα μάτια, σαν την ψιλή κλωνιά κλονίζεται, σαν το μασούρι τρέμει· κιόλας τα κύματα ήρθαν και χτυπούν τη σφαλιχτή καρδιά της. Σκυφτή, με τα πιτήδεια δάχτυλα, γαλάζο νήμα γνέθει, λαγαριστό μαλλί, της Αθηνάς λαμπρό να υφάνει πέπλο· και λόγιαζε στο κύμα μελανό καράβι να ξομπλιάσει κι ολόγυρα αραδίς τα βάσανα και τους καημούς του αντρούς της. Στο απόγωνο κυλιόταν σε προβιά κουβαριαχτός ο κύρης· στα γόνα το πηγούνι σφηνωτά, σταυρό τ’ αχνά βραχιόνια, σαν το μωρό στης μάνας την κοιλιά που προσδοκάει ν’ ανοίξει, σαν το νεκρό που διαγυρνάει στη γης, τη μήτρα τη μεγάλη. Αντίκρα ο αρχοντογιός, στο τζάκι ορθός, στη φλογαντηλαρίδα, με μάτι αντίμαχο θωράει το μέγα στόμα του γονιού του να φρουματάει και να συντάζεται με τέχνη να λαλήσει· μελίσσια βογκερά τα λόγια του γιομάτα οσκρό και μέλι, και συνορίζουνταν μες στο φρασκί ποιο να πρωτοπετάξει· κι ο γιος με οργή το στόμα λόχευε, το πυκνασμαριασμένο. Κι ο τόπακας, ο σπιτολός θεός, στρογγυλοκουλουριάστη, τη γλώσσα δίχαλα αναγλείφοντας, στης στιας το παραγώνι· ήρθε κι αυτός, μαθές, ν’ αφουκραστεί του αφεντικού τα πάθη. Τη χέρα του άπλωσε και φούχτωσε το στόμα του ο Δυσσέας· στο νου του θάλασσες ασκώθηκαν, στεριές ακροροδίσαν, γέλια, χαρές και κλάματα βουερά και κάστρα που καιγόνταν· ξεχείλαε, πλάνταζε ο χοντρός λαιμός, δεν μπόραε να λαλήσει. Ανοίγει η γαλανή καταπαχτή της πελαγίσιας μνήμης· αχ, ποιον να πρωτοθυμηθεί και ποιον να ρίξει στο σκοτάδι! Ίσκιοι στη γούβα της καρδιάς χιμούν, συντρόφοι αγαπημένοι: «Αχ βλάμη, δώσε μου το γαίμα σου να πιω να ζωντανέψω!» Όμως χωρίς σπλαχνιά ο σκληρός του νους ξεδιάλεγε τους ίσκιους· και πήρε πια να ξετυλίγει αργά, στηλώνοντας τις φλόγες, απ’ το βαθύ βουερό μνημονικό το γαγλωτό ταξίδι: «Στα πέρα πέρατα της γης, στ’ αρχοντικά τραπέζια, η λύρα σηκώνεται, τους άρχους χαιρετάει και τραγουδάει του άνεμου. Δέκα χρονιές το κάστρο ζώναμε, δέκα φαρδιά ποτάμια κυλίστη αχνίζοντας στη θάλασσα το γαίμα μας και χάθη· τι τα μουράγια τ’ άνομα οι θεοί ψηλά τα διαφεντεύαν. Μα ένα πουρνό ξυπνώ, ξεχείλιζε μυαλό το καύκαλό μου· μπαλτά φουχτώνω, λεύκες λατομώ, και γιγαντοφοράδα ζωντανερή πιτήδεια αρμολογώ, με πρόσβαρη γαστέρα· και τάχα τάμα του τρανού θεού, την ακουμπώ στο κάστρο· μα ‘ταν, μαθές, το μέγα γκάστρι της γιομάτο παλικάρια! Τέτοιον σκαρώνει ο νους μου δόλονα, κι οι αθάνατοι τη νύχτα και τ’ άπαρτα τειχιά στο πλάνο μου μυαλό κατρακυλήσαν. Αθαλωμένοι απ’ τους πυκνούς καπνούς και σαρανταπληγιάροι τη χαραυγή οι θεοί ξεπόρισαν με τρόμο από τις φλόγες και βούτηξαν στον ουρανό, τη γης τη γαύρα βλαστημώντας. Κι ως ξαναστέριωσα οι μασέλες τους, χωρίς ντροπή γελάσαν και πίνοντας το αθάνατο κρασί της αρνησιάς λησμόνουν. Μα ο μπροσταρόθεος με άγρια μάνητα, στα νέφαλα χωμένος, δεν καταδέχουνταν αυτός να πιει και να ξεχάσει ο νους του· στ’ ολόχρουσο φροχείλι τ’ ουρανού γερτός αναστενάζει: «Τα μοιροζύγια ανάποδα γυρνούν κι η γης μας πήρε σβάρνα! Θωρώ, τρομάρα μας! του δοξαρά τη δολερή κεφάλα γιομάτη αντρειά και νου στον Όλυμπο μια μέρα ν’ ακουμπήσει.» Είπε, και πρόσταξε το Χάροντα να ξεπροβάλει ομπρός του· κι αυτός που βοσκολόγαε, κόρακας, τα λέχια της Τρωάδας, στον ουρανό πετάει και πάει κουρνιάει στη φούχτα τη δεξά του. Χάρη ο φονιάς θεός το γιόκα του στη χέρα του κρατώντας: «Πιστέ μου λογισμέ, καλό πουλί, χυτάρωσε, αγκριφώσου στο θρασεμένο απανωκαύκαλο του αδιάντροπου Οδυσσέα· γίνου φωτιά, γυναίκα, θάλασσα, κατακενταύρωσέ τον!» Είπε, κι αμόλησε το θάνατο σπαθί κατάκορφά μου.» Τα μάτια του πολύπαθου άστραψαν, στα σκοτεινά νερά τους ξεσπάει το μέγα χαροπάλεμα —στεριάς, πελάγου, αγέρα— των παντοδύναμων θεών κι ενούς απελπισμένου ανθρώπου. Ο πονηρός ταξιδευτής σιωπάει και κρουφολογαριάζει μαστορικά, με δίλογα σκουτιά να ντύσει την αλήθεια· τι ντράπη τη σκυφτή γυναίκα του και δείλιασε το γιο του· μα πέρφανα το δόλο αναμεράει, την κεφαλή τινάζει — κι όρτσα, ανεμπόδιστα αρμενίζει πια την πελαγίσια μνήμη: «Τρεις στάθηκαν οι πιο θανατερές μορφές που επήρε ο Χάρος να μου ξεζώσει το λαμπρό μυαλό, να πάρει τ’ άρματά μου: Στη δροσερή σπηλιά της Καλυψώς, σαν ψαχνερή γυναίκα, γελώντας πρόβαλε και πλέχτηκε χυτά στα γόνατά μου· κι εγώ με τρόμο την αθάνατη μες στα θνητά μου χέρια σαν όνειρο γλυκό την έσφιγγα στο αμμουδερό ακρογιάλι. Η ξανθομάλλα μου ‘πλενε θεά, μες σε χρουσό λεγένι, κάθε σπερνό με κρούσταλλο νερό τα λασπωμένα πόδια, να μη μολέψουν τα χρουσόφαντα σεντόνια του παστού της· κι εγώ γελούσα με χαρά τα λασπερά του ανθρώπου πόδια να τα θωρώ να περιπλέκουνται με τ’ άφθαρτα αντικνήμια. Πρώτη βολά τη γέψη του κορμιού τη φράθηκα σαν πνέμα· γης κι ουρανός στ’ ακρόγιαλα έσμιγαν, και χαίρουμουν εντός μου βαθιά τα λασπωμένα σωθικά να γίνουνται φτερούγες. Συθέμελος γυρνούσεν ο ουρανός δεξά στη δούλεψή μας και σβήναν τ’ άστρα μες στα πέλαγα κι άλλα άναβαν γελώντας· κι εμείς σα λαμπηδόνες δυο σμιχτές αστράφταμε στον άμμο. Πρώτος πηδούσε κι ανακρέμουνταν γελάστερας ο Δίας, σαν ήλιος νυχτερνός, κι αγάλλουνταν να καμαρώνει κάτω, σε περιγιάλι ερημικό, θεά ξανθομαλλού να τρέμει και να καρπίζει αργά σ’ ενούς θνητού τη χωματένια αγκάλη. Ξοπίσω, αρματωμένος άντρακλας, με ασπούδα αντιπατούσε, κατρακυλώντας πα στα διάσελα, ξεσπώντας πα στα βράχια, στρουφίζοντας σα φλογοκάβουρας, ο αιματολάφτης Αρης· κι εμείς αναγερτοί γελούσαμε στα γλιστερά χοχλάδια. Κι όλοστερνή, τη χαραυγή, με τα λευκά θαλασσοπούλια, περνούσε γελαστή χορεύοντας μες σε ροδάτη πάχνη και χάδευε απαλά στη γης η μεγαλόχαρη Αφροδίτη τα δυο κορμιά που ακρογιαλού σοφιλιασμένα αναπαυόνταν. Σαν το γοργό φτερούγισμα του αϊτού διαβαίνα απάνωθέ μας και χάνουνταν στον άδειον ουρανό τα μερονύχτερά μας· κι εγώ, κρατώντας την αθάνατη σφιχτά στην αγκαλιά μου, δοκήθηκα άξαφνα ένα σούρουπο, με αλάλητη τρομάρα, πως πλοκαμούσε μέσα μου ο θεός και πλάνταε την καρδιά μου. Σαν όνειρο μου φάνταζε η ζωή, σαν παραμύθι ο κόσμος, κι όλη η ψυχή δαχτυλιδώνουνταν καπνός μες στον αγέρα· μοναστραπίς γεννιούνταν κι έλαμπαν, μοναστραπίς χανόνταν στο λαγαρό κεφάλι μου οι θεοί κι ανηφόριζαν άλλοι, σα νέφαλα· και σκόρπιζαν σταλιές στο λιοφρυμένο νου μου. Μονάχα ακόμα ζωντανόφερναν τα νυχτονείρατά μου· βουβά σουρνόντα ως φίδια παρδαλά, τα βλέφαρα μου αγλείφαν — κι ανοίγαν θάλασσες στα φρένα μου μαργαροριζωμένες, ψάρια χρουσά μες στα πηχτά νερά με βίγλιζαν θλιμμένα κι ανέβαιναν φωνές πολύ γλυκιές απ’ το γαλάζο βύθος. Μακρομυτίζει το κορμί κι αποζευλώνουν οι πατούσες, σγουρή γοργόνα η κεφαλή αψηλά στα κύματα αρμενίζει κι ακροσταλάζει στην κορφή το δρομολάτικο βορράστρι. Χιμούσε ολονυχτού κουρσάρικο καράβι το κορμί μου και γιόμωναν τα σπλάχνα μου ευωδιά γλυκιά του απάνω κόσμου. Μα γρήγορα άδειασε κι ο γύπνος μου, μαργώσαν και τα φίδια, κι η λεύτερη καρδιά μου που έπλαθε και ξέπλαθε τον κόσμο, μάρμαρα απόδειασε κι αυτή, νεκρή σε θεία γαλήνη εστάθη. Του ανθρώπου μέσα της λαγάρισαν, ξεθύμαναν τα πάθη, ποντίστηκε η πατρίδα λάμποντας στης λησμονιάς τα βύθη και σαν παιχνίδι φως και νέφαλο στον άνεμο σαλεύαν, σμίγαν, χωρίζαν, χάνουνταν ο γιος, ο κύρης, η γυναίκα· σα θάνατος ανέβαινε ο θεός και ρήμαζε το σπλάχνο. Απόνετος, αγέλαστος, βουβός, τα βράχια ακροποδούσα, και πια το διάφανο άδειο μου κορμί στη γης δεν έριχνε ίσκιο· κι αναμεσός στα πόδια μου άφοβα γοργά περνοδιαβαίναν θαλασσοπούλια — αθώρητος θεός λες γιαλοπερπατούσε. Μα ένα πουρνό στους έρμους χόχλακους ασούσουμο σκοντάφτω συντρίμμι μακρουλό που η θάλασσα θα ξέρασε τη νύχτα· αργά το ανάσκωσα και πάσκιζα να θυμηθώ τι να’ ναι: ψαριού θεριακωμένου κόκαλο, πουλιού τρανού ποδάρι για πελαγόδεντρου κλαρί, ραβδί θαλασσινού δαιμόνου; Μα αγάλια αγάλια ο νους ξημέρωνε, και πολυαγαπημένο μακρύ κουπί θωρώ στις ξέπνογες παλάμες πως κρατούσα· κι ως ποσερτά το χάδευα, τ’ αχνά τα μάτια ξεθολώναν — θωρώ στην άκρα του κουπιού τη μαύρη χέρα που το κράταε, θωρώ αφριστή καρένα και πανί πα σε αψηλό κατάρτι· ήρθαν μπουλούκι οι σύντροφοι οι παλιοί με τα ψημένα μπράτσα, ήρθε κι η θάλασσα, με χτύπησε, κουνήθη το μυαλό μου και πούθε κίνησα θυμήθηκα και πού να πάω λαχτάρουν. Αχ, ήμουν άνθρωπος κι εγώ ζεστός, και χόρευε η καρδιά μου κι είχα πατρίδα, ταίρι και παιδί κι ένα γοργό καράβι — μα αχού! μες στη θεά ναυάγησε και σκόρπισε η ψυχή μου! Τινάχτηκα, τον κίντυνο νογώ θεός κι εγώ να γίνω, χωρίς καρδιά ανεβάλλουσα, χωρίς χαρά και πόνο ανθρώπου· γέρνω και βουτακώ στα κύματα τη φυραμένη μου όψη, ρίχνω στα μαραμένα βλέφαρα νερά ν’ αναντρανίσουν, μυρίζουμαι τα φύκια του γιαλού, κι ανοίξαν τα κροτάφια — ξεχείλισε όλο φως, νερό, φωτιά και χώμα η κεφαλή μου. Το γαίμα κίνησε, ξεμάργωσαν οι βασιλόφλεβές μου, κι ευτύς το κοφτερό τσεκούρι αρπώ και χώθηκα στο δάσο· ρίχνω δεντρά, λιανίζω, σμίγω τα, διαλέγω κυπαρίσσι, αρμοδετώ τις στρώσες, τα κουπιά, σηκώνω το κατάρτι· και χαίρουμουν, θαρρείς και σκάρωνα και βιαστικά πελέκουν πόδια και χέρια, ραχοκόκαλο και κεφαλή και στήθος· όλο μου το θεογκρέμιστο κορμί το ξαναοικοδομούσα. Κι όντας ακέριο πια το σώμα μου πρύμνα και πλώρα απλώθη και το γαλάζο πέπλο της θεάς τέντωσα ορθή μαΐστρα, σαν την καρδιά μου χελιδόνισες, νιόσκαρη εσύ πλωτή μου! Αχ, τι χαρά ν' ανοίγεις ξαφνικά στον αντικρούστη αγέρα φόρα όλα τα πανιά και το έχε γεια στην αγαπό να κρένεις! «Πολλά αγαπώ και θέλω σε, καλή, μα για άφησέ με πρώτα να καβαλήσω το καράβι μου, ν’ ανοίξω τα πανιά μου και με τη μια μου φούχτα να κρατώ για τ’ ανοιχτά το δοιάκι και με την άλλη μου του χωρισμού τα δάκρυα να σφουγγίζω!» Μυρολουσμένη αλάργα στην πηγή, στο ιερό νερό της βρύσης, λιοχτένιζε η θεά τ’ αθάνατα μαλλιά και τραγουδούσε: «Πρώτη βολά τα μαρμαρένια μου στήθια νογώ, καλέ μου, ζεστοκοπήθηκαν στο χλιο θνητό το στήθος σου ακουμπώντας. Ξεπέτρωσεν ο νους, χτυπάει η καρδιά, τα γόνατά μου τρέμουν, γυναίκα γίνουμαι, κι οι φλέβες μου πλημμύρισαν το γάλα· γελώ, στον κόρφο μου κρατώ σα γιο τον κόσμο τον απάνω!» Σκίζει την πέτρα το τραγούδι της, εράγισε η καρδιά μου: «Σώπα, καρδιά μου, και κατέχω το, μα ο νους αλλού ξαμώνει!» Κι ως χύνουμουν σαγιτευτά, μακριά, στο αφροκορφάτο κύμα, και το θλιφτό τραγούδι εχάθη πια στου δειλινού την άχνα, αγάλια αγάλια βάρυνε η πλωτή και βαθιογονατίζει — ίσκιοι την πλάκωσαν, φορτώθηκε γυναίκα, γιο, πατρίδα· κι αφήκα την καρδιά μου ελεύτερη της αρεσκιάς να πράξει· κι αυτή σε θρήνο ξέσπασε πικρό κι άνθρωπος πάλε εγίνη!» Θλιμμένος σώπασε στυλώνοντας τις φλόγες ο Δυσσέας· ξακλούθαε μέσα του, χωρίς μιλιά, βαθιά να ταξιδεύει — ανέβαιναν στο νου του τα νησιά, σάλευαν τα φεγγάρια, σουρίζαν τ’ άρμενα στη μνήμη του, κι η μαύρη κεφαλή του βρουχιόταν σαν τραχιά βουνοκορφή στο κύμα ανασκωμένη. Το αδράχτι ξέφυγε απ’ τα δάχτυλα της έρμης χρουσοχέρας, τα γόνατά της έτρεμαν κρουφά, μα δάγκανε τα χείλια, μες στον πικρό χιονάτο της λαιμό να σφαλιχτεί το κλάμα. Κι ο γιος με ανατριχίλα λόχευε τα γόνατα, τους ώμους, τα χέρια που έπνιξαν την αρετή, και σε άγρια γυρογιάλια δε δείλιασαν ν’ αρπάξου αθάνατες και να τις παρατήσουν. Και συλλογάται σφίγγοντας κρουφτά τις άμαντες παλάμες: «Τούτος τα σύνορα πατάει, θνητό κι αθάνατο μπερδεύει, χαλνάει την άγια τάξη που κρατάει πα στον γκρεμό τον κόσμο!» Κι ο χουφταλοπαππούς στον ύπνο του πνιμένος νειρευόταν: ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών κι αρμάτωνε καράβι με τρίδιπλες ζυγιές κουπιά, να πάει το ταίρι του να κλέψει· μα κάθουνταν σκυφτό στου λιμανιού τον πόρο ένα καβούρι κι ανατανυούσε βούρλο πράσινο δοξαρολυγισμένο κι αμπόδαε το γαμπρό να μπει και το πλεούμενο να πλέψει. Σηκώθη ο κοσμοπλάνητος, κι ελιά χοντρό κουτσούρι ρίχνει κι αναχουλεύει αγάλια τη φωτιά σκυφτός στο φωτογόνι. Θωρούσε να χορεύει ολόγυμνη σουρίζοντας η φλόγα, στα ξύλα γύρα ν’ αναγλείφεται, τον τοίχο να σπαθίζει, κι ο νους του εγρίκαε κοπετά, φωνές και χώρες που καιγόνταν, καλωσορίσματα και χάχανα κι αλάργα μοιρολόγια. Μα πάλε δίκια κι ανελύπητα ξελίχνισε η καρδιά του τη ράπη απ’ τον καρπό, και γαληνός, στο θρόνο του γυρνώντας, πηδάει στη νέα πλωτή και ξακλουθάει το γαγλωτό ταξίδι: «Τα σωθικά μου η πείνα θέριζε, φρυγόταν το λαρύγγι, μέρες τη δρόσο μόνο ανάγλειφα που έραινε το κουπί μου· τα μάτια σήκωνα στον ουρανό, μήτε ένα συννεφάκι μια να μου φέρει αγέρα σαγανιά και να μετακουνήσω! Σάστισε ο νους μου, πεταλούδισε, λιγοθυμιά και γλύκα συντύλιξε απαλά και μαύλισε το ξεπνεμένο σώμα· κι ως έκλινα βαριά την κεφαλή να σωριαχτώ στην πρύμνα, στο θαλασσόφρυδο θωρώ σα νέφαλο αυγινό να λάμπει το λιόλουστο πετρόχαρο κορμί της ποθητής πατρίδας. Αφριούν οι κάβοι της, και τα χωριά λάμπουν στα βουνοπλάγια, κι ασπρολογούν στη χλόη τα πρόβατα, τα βόδια μουκανιούνται, γρικούσα τη φλογέρα του βοσκού και του νερού το λάλο, και στεριανά πουλιά κατάφταναν και πιάναν τις αντένες. Κι είδα σε, γιε μου, στο γιαλό, το χέρι αντήλιο, ν’ αγναντεύεις, και χρόνια η γλώσσα σου λαλάκιασε τους ναύλερους ρωτώντας· και στο άσπρο λιακωτό του παλατιού λαμπρή γυναίκα εφάνη. «Να το λιμάνι!» φώναξα, πηδώ, μαζώνω τη μαΐστρα και χύθηκα άραχα, σα να ’μπαινα στον ύπνο, στην πατρίδα! Μα να, βροντήξαν γέλια στον αφρό, τα κύματα χτυπήσαν την έρμη πλώρα χαχαρίζοντας, κι η θεία στεριά κουνήθη, μαγνάδι λαμπερό, στο αχνό το ουρανοθάλασσο, και χάθη. Με ορθά ματόφυλλα θωρούσα πια να χάνεται η πατρίδα κι άνοιγα απ’ τη χοχλακιστήν οργή του κεφαλιού μου οι δέσες — τι ολούθε ξέκρινα τους άνομους θεούς να με αναμπαίζουν. Χιμώ, το δοιάκι αρπώ κι ορκίζουμαι να φαν τα λυσσιακά τους, μα εγώ ποτέ ψυχή, ποτέ πλωτή δε θα τους παραδώσω! Ύπνος με διαπερνούσε αστρόβολα, μα πάλε αντραλεμένος την κεφαλή κουνώντας έδιωχνα τ’ ολέθριο νυχτοπούλι· και να, μπροστά μου ως στήλωνα μουγκά της θάλασσας την άπλα, τον Όλυμπο ολοχιόνιστο θωρώ στο φως να στραφταλίζει, και στην κορφή κατάχρουσο έλαμπε το θείο γιγαντοφώλι. Το αχνό κορμί μου ως νέφαλο αλαφρό νογούσα ν’ ανεβαίνει το φωτερό θεοβάδιστο βουνό, και σα φτερούγες παίζαν με βιάση λάμνοντας στους ώμους μου τα δυο παλιά κουπιά μου. Έφτασα πια, κι ολόρθος στάθηκα στο αθάνατο κατώφλι· κι ως έπεσεν απάνω του ο σκιανός ο μυτεροσκουφάτος, μεμιάς οι θύρες άνοιξαν πλατιά σαν αγκαλιές ανθρώπου και φάνη ο ρούφουλας της θάλασσας θεός, γαληνεμένος. Ανοίγει τις αγκάλες του, με αρπάει στον κόρφο του και κράζει: «Γιε μου, σα δυο δελφίνια παίξαμε στο κύμα το αφρισμένο· πεισμάτωνα, πεισμάτωνες και συ, παλεύαμε σαν άντρες και συγκυλιούμαστε στην αμμουδιά κι οι δυο παλικαρίσια. Τώρα το απάλε πια σκολνάει, φιλιά ξατέλειωτη θ’ αρχίσει· συχώρεσέ μου, σύντροφε, και συ συχωρεμένος να ’σαι!» μιλούσε ο κυματόμαλλος θεός, κι αγκαλιασμένοι οι δυο μας σα δυο δελφίνια χαδευόμασταν μες στο γαλάζο αγέρα. Πρόσχαρη τότε πρόβαλε η θεά της φρόνεσης κι απλώνει την κονταρόχαρη παλάμη της στα κάτασπρα μαλλιά μου: «Αγαπημένε, των αθάνατων αυγή δεν έχου οι νύχτες και ραθυμήσαμέ σε πια να ’ρθεις να μας καλοκαρδίσεις. Ανέβα, κάθου στο αψηλό θρονί, πολύπαθε, δεξά μου· τα φρένα σου άνοιξε, τα σπλάχνα σου και τα χοντρά σου χείλια — τι λαχταρούμε οι θεοί τα βάσανα ν’ ακούσουμε του ανθρώπου.» Μιλούσε, κι όλοι οι θεοί κατέβηκαν απ’ τ’ αψηλά θρονιά τους και κυκλοφέρναν καμαρώνοντας το γέρικο κορμί μου και τα ξερά μου χεροπόδαρα, τ’ αρμυροφαγωμένα. Μου απλοχερούν το αθάνατο κρασί, κι η μικροσγουροστήθα θεά της νιότης γονατίζοντας μου ελυούσε τα σαντάλια. Μα εγώ τηρούσα κάτω αναμεσός απ’ τις χρουσές κολόνες την μπλάβη θάλασσα ν’ απλώνεται και να γελάει στον ήλιο· ξάφνου νογήθηκα πως όνειρο τα συλλοϊκά μου πήρε, και με θυμό την ούρια κεφαλή ξετίναξα απ’ τον ύπνο και σαν αφρός κουνήθη μες στο φως το θείο βουνό και χάθη. Τα ’χε, μαθές, τα δόλια σπλάχνα μου παραλογιάσει η πείνα· με πέτυχαν ξαρμάτωτο οι θεοί, με βρήκαν του χεριού τους κι ανέβαζαν κατέβαζαν στεριές στο νου μου και γελούσαν αχ, μια μπουκιά ψωμί και μια γουλιά νερό δροσάτο να ’χα! Κι ως βλαστημούσα, μούγκρισμα θεριού στην πελαγίσια αντάρα μου εφάνη ομπρός μου πως γρικώ και γέλιο σιγανό γυναίκας· κι απάλαφρα πως γλίστραε αποχυτά στην αμμουδιά η καρένα. Στην πλώρη χύθηκα κατάστηθα και διαπερνώ την πάχνη· νησί δασόμαλλο θωρώ σγουρό, με φιδομονοπάτι, κατάξανθη απλοστρώνουντα αμμουδιά σα σπειρωτό σιτάρι, και μια μικρή γυναίκα στο γιαλό τα στήθια της κρατούσε, κι όλο το γαλαζόμαυρο άχνιζε χαλκόχυτο κορμί της. Δυο μαύροι λιόπαρδοι βεργόλιγνοι πηδούσαν μερωμένοι κι αγλείφαν τα μικρά ποδάρια της και τη σγουρή κοιλιά της· κι αυτή, με ξέπλεκα χοντρά μαλλιά, φαρδιά χαμογελούσε κι αστραποφέγγαν μες στην καταχνιά τα δόντια τ’ αντροφάγα. Σα δυο θεριά τα στήθια της πηδούν καλωσορίζοντάς με· τρόμαξα κι είπα: «Πιο βαθύ δεν είδα πρόσωπο θανάτου· ψυχή μου, μην προδώσεις τα στενά της αρετής του ανθρώπου!» Μα σύντας στο χρουσό παλάτι της ελούστηκα, και στρώθη στο δροσερό περβόλι το φαΐ κι αφρίσαν τα κροντήρια και γρίκηξα τη γλύκα της φωνής, ξαστόχησα το χρέος. «Καλέ μου, ελούστης, ήπιες, έφαγες, οι φλέβες πάλε ανοίξαν και λάμπει ως είκοσι χρονών κρουστό το τραγανό κορμί σου· έλα να παίξουμε στην κλίνη μου, καλέ, και να χαρούμε!» Και πάτους στρώνει το βασιλικό, πάτους τη μαντζουράνα, και σα σπηλιά χιλιοχρονίτικη βροντοχτυπούσε η κλίνη. Ο γήλιος πιάστη, κύλησε η ψυχή μες στα σγουρά και χάθη· χοιρομουτσούνιασε το πρόσωπο το φωτερό του ανθρώπου κι έσβησε η φλόγα που έτρεμε άγρυπνη ψηλά στο μεσοφρύδι. Χλωμά λουλούδια ευωδιαστά, αρετή, ντροπή και καλοσύνη, ωιμέ, τι ξώδερμα φυτρώνετε, πόσο γοργά μαδάτε, και τι βαθιά που πιάνει μέσα μας η μάνα μας η λάσπη! Πως να ξεχάσω, Θε μου, τη χαρά που βόγκαε στα νεφρά μου όσο θωρούσα την ψυχή, το φως, την αρετή να σβήνουν! Χέρια, μεριά σφιχτά, κυλιούμασταν στην πυρωμένη αμμούδα, κρεμανταλιές οχιές που κόλλησαν στον ήλιο και σουρίζουν. Αγάλια εντός μου ο λόγος μούλωσε, πλαντάει η φωτιά στο τζάκι, κι ο φλομωμένος νους σαρκομανάει και στην κοιλιά κατέβη· κι όπως βουλιούν και πνίγουνται αγανά στο κεχριμπάρι ζούδια, όμοια βουλιάζα άνθρωποι, ζα, δεντρά μες στο πηχτό μυαλό μου. Με τον καιρό χτυπήθη κι η καρδιά, κουβάρι εγίνη ξίγκι, τα πάθη ανάβαν, σβήναν μέσα της σε απόθολη αλησμόνα, και μουγκαλιώντας πια γκρεμίζομουν στου ζου την καταβόθρα. Στη σάρκα ξάπλωσα σοφιλιαστά, κι ανάερα διασκορπούσαν έγνοιες, φωτιές κι ανηφορίσματα κι απαντοχή του ανθρώπου· πάει το λαμπρό ταξίδι, τέλεψε, στο λασπερό λιμάνι του ευτυχισμένου ζου πλωτή, ψυχή γλυκαραξοβολήσαν. Ε πολυτάξιδη, άσωτη ψυχή, μην είναι αυτή η πατρίδα;» Ο κοσμογύρης αναστέναξε και μάζωξε τα φρύδια· ώρα πολλή σιωπάει, τα μάτια του στη φλόγα καρφωμένα· μα ξάφνου γέλιο τρανταχτό αναβράει μες στο χοντρό λαρύγγι: «Μωρέ κι αν είναι αυτή η πατρίδα μας, κατέχει ο νους μας τέχνες να τήνε ξεπατώσει σύξυλη και να την κάμει πλώρα!» Είπε, και κλότσο στην ανέμη του και στο μυαλό του δίνει: «Μια μέρα που κυλιούμουν μοναχός κι έγρουζα στη μαχτή μου, καπνό αλαφρό αγναντεύω στο γιαλό, φωτιά θωρώ αναμμένη κι άντρες κουκουβιστοί να διαπερνούν από σκιστά καλάμια ψάρια αρμαθιές και μ’ έγνοια πλαγιαστά να τα γυρνούν στη θράκα. Και μια γυναίκα που έσκυβε χλωμή, μ’ ένα μωρό στον κόρφο, το στήθος της ακράνοιξε, κι ο γιος αρπάχτηκε απ’ τη ρώγα — κι εύτυχη η μάνα η γαλατόβρυση πότιζε τον υγιό της. Τα ψάρια πια ροδίσαν, και χτυπάει τ’ αρθούνια μου η ευωδιά τους· μαζώχτηκαν οι ανθρώποι στη φωτιά και χαμοδιπλωθήκαν, κι η μάνα ζύγωσε και ξάπλωσε στη συντροφιά το χέρι· κι ευτύς διπλό ψωμί το ξεχειλούν, διπλή μερίδα ψάρι. Τρώγα αρπαχτά, μασούλιζαν βουβά και το γιαλό τηρούσαν· σφουγγίζαν τα μουστάκια, ανάγερναν την κρασοφλάσκα, πίναν και την ποχέριζαν του διπλανού κι ολοστερνά στη μάνα. Φτωχούλα μου αναγάλλια αθάνατη, ψωμί, κρασί, προσφάι, και να ’ναι ομπρός σου η μπλάβη θάλασσα και ν’ αργομασουλίζεις, γερά να ψυχοπιάνεις, να νογάς να καινουριώνει η σάρκα — Θε μου, κι εγώ θαρρώ δοκίμασα τέτοια χαρά μεγάλη! Σαν πόφαγαν, στον πύρινο ουρανό τις αγκαλιές απλώνουν, κι η μάνα αρχίζει να κουνάει δεξά ζερβά το απανωκόρμι· κι αργόσερτο γλυκό νανούρισμα ξεχύθη στον αγέρα. Τα λόγια έπεφταν άδεια, βούλιαζαν μες στα βουρκά του νου μου· μα το γλυκόν αχό στο σπλάχνο μου τον δέχουμουν, και τρέμαν διψομαχώντας τα παχιόφλουδα βαριά μου φυλλοκάρδια. Πονούσα, μάχουμουν να θυμηθώ, τα στήθια ανοιγοκλειούσαν — μεγάλη αυλή, γαλάζα θάλασσα, συκιές, ελιές, αμπέλια και μια γυναίκα μαρμαρόλαιμη που βύζαινε το γιο μου· ωχού, ν’ ανέβαινα αψηλή κορφή, ψιλή φωνή να βγάλω ! Και ξαφνικά ο λαιμός μου φούσκωσε και τα λιγγιά μου εσπάσαν πάλε τα κλάματα με φέρανε σε σένα, ανθρώπου σόι· πάλε το δάσο λατομώ, φτερά σφυροκοπώ καινούρια, κουπιά, πανιά, κατάρτια στην ψυχή, να σηκωθεί να φύγει· δοξάζει πάλε ο αγέρας τα πανιά, γεια και χαρά, μισεύω! Στην αμμουδιά ορθοκάπουλη χιμάει και σκούζει η αντροπυρώτρα· λαβρίζουν γύρα οι μαύροι λιόπαρδοι, σπαθίζουν την ουρά τους, κι όλα μαζί τα λιόκαλα κορμιά μου κράζου απ’ τ’ αμμογιάλι: «Πού πας στου ανθρώπου τα χαλέπεδα και στου μυαλού τα γκρέμνα, πού πας, κορμί καλό, να συντριβείς, και, μαστραπά, να σπάσεις; Ο μαύρος κόρφος μου η πατρίδα σου, κι όσο κι αν πας στα ξένα πιο γαληνό λιμάνι δε θα βρεις, πιο σπλαχνικιά αλησμόνα· γλυκιά πολύ η ψυχή της γυναικός, τι ’ναι γιομάτη κρέας!» Στριχνές φωνές, του πόθου ανακραξιές, μα αγάλια αγάλια εσβήσαν, και χώνεψε στο τρίπυρο ηλιοφώς το αμμουδαραξοβόλι. Ολημερού με πρίμο αρμένιζα, και το καράβι εχτύπαε σα μιαν ανθρώπινη φτωχή καρδιά που ξέφυγε του Χάρου. Μα ως νύχτωσε, χαμήλωσε ο ουρανός και ζώστη αστροπελέκι· αναθεώθη η θάλασσα, πηδούν στα κύματα οι δαιμόνοι, και βροντερά τα χάχανά τους σπουν στην κεφαλή μου απάνω. Γρίκουν το πως με συνορίζουνταν και πως μου διαμοιράζαν σαν όρνια τα πλευρά μου, το μυαλό, τα σπλάχνα μου, τα μάτια· μα εγώ, με την πλωτή σκουτάρι μου, στηθάτα πολεμούσα, σφιχτά κρατώντας κόκαλα, ψαχνά και φρένα, μη μου φύγουν. Μα πια τη μανιασμένη χαραυγή σκορπάει το αστροπελέκι πανιά μαδέρια την πλεούσα μου, και πέφτω στ’ αφρισμένα βουερά νερά, τα δόντια σφίγγοντας να μην πνιγεί η ψυχή μου. Δρασκέλιζα με απλωταριές φαρδιές την κυματοπλημμύρα, και ξημερώματα οι χερούκλες μου τα κράφαλα γαντζώσαν άιντε, στεριά, και πάλε σε άρπαξα και ρίζες πάλε βγάνω! Φιλώ τη γης γελώντας, κλαίγοντας, και ξάπλωσα στις πέτρες· τότε το πιο γλυκό του Χάροντα σηκώθη ομπρός μου θώρι.» Σωπαίνει ο εφτάψυχος, γονάτισε και τη φωτιά ταγίζει. Ρίχνει χεριές χεριές δαφνόφυλλα, τριζοβολούν οι φλόγες, και χύθη μυρωδιά πολύ γλυκιά στο αντραλεμένο σπίτι. Σκυφτός πολληώρα αποκαμάρωνε, σε συλλογή παρμένος, το πώς αγλείφει η φλόγα το δαυλό σιργουλευτά, κι αγάλια στο σκοτεινό κεφάλι ανηφοράει και τον σφιχταγκαλιάζει· κι αυτός ορθός ανέγνοια καίγεται και σύγκλαρος λαβρίζει. Ο μυριοβάσανος κλεφτογελάει, χαδεύει τα μουστάκια: «Σα μια παρθένα εντύθη ο θάνατος, ψηλής γενιάς κλωνάρι, και στάθη στο γιαλό, στο ναυαγό πραγά χαμογελώντας. Αναγαλλιάει η πολύπαθη καρδιά, λαχνίζοντας στ’ ωραίο θνητό κορμί τη ζέστα την ιερή και ταπεινή του ανθρώπου. Ούτε ολοκρούσταλλη θεϊκιά κορφή, κι ούτε χωρίς αχτίδα όλο καπνούς και πείνα πυρκαγιά μες στα νεφρά του ζώου· τον άνθρωπο καμάρωνα στη γης να στέκει, και χαιρόμουν στα μαύρα μάτια του τα γαληνά ν’ αντιφεγγίζω ακέριος. Δε με άσκωνε στον άδειον ουρανό, δε μ’ έριχνε στον Άδη· στη χλια, την ανθισμένη ετούτη γης μαζί της περπατούσα. Το ξαγριεμένο ραχοκόκαλο μού σουραυλάει με γλύκα: «Χαρά στον άξιον άντρα που γαμπρός θα κοιμηθεί μαζί της! Τούτη ’ναι η πιο γλυκιά, πολύπαθε, Σειρήνα, και σου γνέφει· κοίτα, τα ιερά της στήθη λαχταρούν ανθρώπους να βυζάξουν! Να χτίσω σπίτι, Θε μου, πια, να ξαρματώσω το καράβι, δοκάρια ας γίνει το κατάρτι του, κλινάρι το σκαρί του κι η γριά θαλασσομάχα πλώρα του βαθιά κουνιά του γιου μου!» Μα πάλε πετροκάρδισα, άσφαλτα σοζύγιασα τα πάντα στο δίκιο μου μεσόφρυδο, κι ορθός ο λογισμός εστάθη: «Σύντας αράξω πια με το καλό μια μέρα στην πατρίδα, πολύσκαρμη, γαμπριάτικη, αψηλή γαλέρα θα φορτώσω στάρι, κρασί και μέλι ευωδιαστό, να πάει να ξαγοράσει τούτη τη λιόλουστη παιδοφωλιά για το μοναχογιό μου.» Νίκη τόσο έρριζα δε θέρισε ποτέ τα σωθικά μου.» Τα πικραχείλια του σφαλνάει και πια δεν ξεπειρίζει λόγος. Θωρούσε τη φωτιά που χώνευε, τη φλόγα που μαράθη, πώς πασπαλίζουνταν και στρώνουνταν στ’ αποκαψίδια η στάχτη· γυρνάει, κοχεύει τη γυναίκα του, τηράει το γιο, τον κύρη, και ξάφνου τρόμαξε, αναστέναξε και φούχτωσε το στόμα: τώρα νογήθη, πρόσωπο γλυκό θανάτου κι η πατρίδα! Σαν το θεριό που επιάστη στο βροχό, τα μάτια του στρουφίζουν κι ανακυλούν φλογάτα, κίτρινα, μες στις βαθιές τους κόχες. Στενό, σα φτωχοτσέλιγκα μαντρί, το γονικό παλάτι, μαραγκιασμένη πια νοικοκερά κι η γυναικούλα ετούτη· κι ο γιος σαν ογδοντάρης γέροντας φλωροζυγιάζει μ’ έγνοια το δίκιο, το άδικο να βρει, το τίμιο, το άτιμο, και τρέμει· σαν τάχα να ’ταν φρόνιμη η ζωή, σα να ’ταν δίκια η φλόγα και το μυαλό, το πιο αψηλό αγαθό του αϊτοβούλη ανθρώπου! Ο καρδιομάχος γέλασε αθλητής κι ανατινάχτη απάνω· και μονομιάς η γλύκα του σπιτιού κι η ποθητή πατρίδα κι οι δώδεκα θεοί κι η γριά αρετή στο τιμημένο τζάκι κι ο γιος του φάνταξαν ενάντια πια στην αψηλή του φύτρα. Απομανάει, μαραίνεται η φωτιά, κι αχνά φωτοκοπήσαν τα τέσσερα κεφάλια και του γιου τα μαγληνά αντικνήμια· κι αγαλινά στην τρέμουλη σιγή ξεσπούν απελπισμένα, πλατιά, σα σύντοιχα νερά, τα κλάματα της Πηνελόπης. Στης μάνας του το θρόνο ο γιος πετάχτη ορθός και στάθη, και με άλαλη συμπόνια ακράγγιξε τον κάτασπρό της ώμο· τηράει τον κύρη του στα σύθαμπα λοξά κι ανατριχιάζει· τι στις στερνές ξεκρίνει αναλαμπές της ξεπεσμένης φλόγας γαλάζια, πορφυρά, ολοκίτρινα, τα μάτια του ν’ αστράφτουν ασάλευτα· και το άγριο του κορμί χανόταν στο σκοτάδι. Ρίχνει ασκελιά βουβός ο δοξαράς, ξεσέρνει τον περάτη, διαβαίνει τις αυλές κι ανάλαφρα στη στράτα ξεπορίζει. Άλλοι τον σύντυχαν ν’ ανηφοράει το νεκρομονοπάτι κι άλλοι να δρασκελάει γιαλό γιαλό τ’ ακρογιαλοχαράκια· κι ένας μουγκός αλαφροστοίχειωτος τον είδε μεσανύχτι να κολυμπάει και να μιλάει κρουφά με θαλασσοδαιμόνους. Και μόνο ένα μικρό παιδόπουλο τον είδε στ’ όνειρό του σκυφτό στην παραφρή της θάλασσας να κάθεται να κλαίει. Τεχνίτης είναι ο Χάρος κλαδευτής και το δεντρό παστρεύει, ποιος κλώνος πια ξεράβδιασε και ποιος ανθούς θα καρποστέσει· κι αντήμερα αξημέρωτα ο παππούς, αγουροξυπνημένος, στη μεσαυλή γλιστράει και σκούντησε τη γέρική του βάγια. Στα νιάτα του γλυκοκοιμήθηκε μαζί της ένα βράδυ, κι ολοζωής του πια την παρατάει στη χαμωγής να υφαίνει· μα τώρα να που ξεμονάχιασε κουνάλι στο μετόχι, τη μεταπήρε να του νοιάζεται τα έρμα γεράματά του· τούτη τη γριά μες στα χαράματα σκουντάει με το ποδάρι. Κι η γριά τρομάζοντας τα μάτια ανοιεί και στη γαλάζα αντάρα τη φαρακλή του αφεντικού θωράει να στραφταλίζει κούτρα· θωράει και δυο φτερούγες μελανές απάνω του να πέφτουν. «Ο δόλιος γέρος χαροσκιάχτηκε, του θανατά μυρίζει!» κρουφανεμίστη η γριά, μα δε μιλάει, κεφαλομαντιλώθη, συμπαίνει γρήγορα φωτιά κι ευωδιασμένο δυόσμο βράζει, το γεροντάκι που έτρεμε να πιει, να στυλωθεί η καρδιά του· μα αυτός βουβός την ξώπορτα τηράει και τρέμει μην αργήσει. Κι η γριά μαντεύει στο περβόλι του πως βιάζεται να φτάσει, στις άγιες ρίζες των δεντρών να παραδώσει την ψυχή του· μαντί θερμό περιτυλίγει τον, χεραγκαλιά τον παίρνει, διαβαίνουν την αυλή, το μάνταλο τρεμουλιαχτά ξεσέρνουν και πιάνου οι δυο τους στραταρίζοντας του μετοχιού το ανέβα. Ανακρεμάει ο καιρός συννεφιαστός στο κλαψοχαραμέρι, μοσκοβολούσε η γης και της ελιάς τα φύλλα δροσοστάζαν· το θαμποχάραμα όλο σα μωρό στην κούνια του θρηνούσε. Βαρύ κοράκι πέρασε ζερβά, σβουρίξα οι φτέρουγές του, κι ανάσκωσεν η γριά την κεφαλή και ψοφοκαταριέται· μα πίσω του άλλα φάνηκαν, χορός, χαρούμενα και κράζαν· παίζαν και φραίνουνταν στο ανάριο φως τα ζευγαρώματά τους, κι ούτε ψοφίμι γέρου οσμίζουνταν ούτε ταφόγρια εγρίκουν. Ποδιαφωτούσε πια σαν έφτασαν στην πλοκαριά του κήπου· ξυπνούσε κιόλας κι έπιανε δουλειά το ανάριο σκλαβολόι και λάλουν τα κοκόρια ορθόλαιμα μες στον ογρόν αγέρα. Ο γέρος έπεσε στα κίντυνα, κι η γριά τον αναγέρνει στην κούφαλη προγονικιάν ελιά που την μπασιά φρουρούσε· καυκί του ξεχειλάει παλιό κρασί, τα γόνατα να δέσουν· κι ο γεροντάκος διπλοπάλαμα τη σταλωτή φουχτώνει κρασοψυχιά, πίνει ρουφιά ρουφιά, να καρδιοπιάσει ο δόλιος. Ζεστάθηκαν τα σπλάχνα του έρριζα, ξεφέξαν οι λαμπήθρες και ρίχνει ο νους αναλαμπή στερνή στο σκοτεινό κεφάλι. Το αγαπητό περβόλι ξέκρινε, πρόσχαρα χέρια απλώνει κι όλα τα δέντρα του τα χαιρετάει σιγά με τ’ όνομά τους: «Γλυκομηλιά μου με τα μήλα σου κι αμπέλι μου μοσκάτο και μελωμένη αγάπη μου συκιά και μυγδαλιά μου αφράτη, έχετε γεια, κατηφορώ στη γης, φάτε με, ριζομάνες· καρπός κι εγώ της γης και σάπισα, φύλλο ξερό και πέφτω!» Τρέξαν τα δυο κατάσπρα του σκυλιά κουνώντας την ουρά τους, χιμούν απάνω του λαχταριστά κι αναγαλλιώντας γρούζουν· ο γέρος στα λιγνά παγίδια τους αποκρεμάει τα χέρια και φραίνεται τη μυρωδιά της γης και των σκυλιών τη ζέστα. Φέγγουν θαμπά τα ολάνθιστα δεντρά καταχνοπεπλωμένα κι οι μέλισσες απάνω τους χιμούν κι όλα τα κλώνια σειούνται· δυο προβατίνες που έθρεφε ο παππούς βελάζοντας λακίσαν γλειφτά τις γνώριμες αγαπητές ψαλάσσοντας παλάμες. Το αλαφομόσκι ανάσκωσε αλαφριά το νοητερό κεφάλι, γνώρισε ευτύς το γέρο κι έλαμψαν τα δυο μεγάλα μάτια — κι αργά σα βασιλόπουλο κινάει και πάει να χαιρετήσει· κι ο γέρος όλα δέχουνταν τα ζα στον ίσκιο του, σα δέντρος. Βουβή στεκόταν πλάι του η γριά και χλιά τα κλάματά της τρέχαν, τι κάτεχε σαν το λυχνάρι ο νους και φουνταναλαμπίζει, στερνή βολά κι ο γερο-αφέντης πια τον κόσμο αποχαιρέταε. Παχύς πολυκαιρίτης κόρακας, αναθρεφτός του γέρου, πηδάει κι αυτός πασίχαρος, κουρνιάει στον ώμο το δεξό του — κι ο γέρος τρόμαξε το αδρό ραμφί να νιώσει μες στο αυτί του· τα μάτια του σφαλνάει και σπειρωτός ίδρος τον περεχύνει. Βάνει η γερόντισσα βραχνή φωνή, μαζώχτηκα οι φαμέγιοι, κι οι γελαδάροι παραγιοί που πια βγαίναν να βουκολέψουν· ήρθαν και τα μικρά βοσκόπουλα με τις γερτές αγκλίτσες. Οι δούλοι τρογυρνούν το αφεντικό, τα ξερογόνατά του παρακλητά κρατούν και τις ογρές παλάμες του, μη φύγει· μα αυτός, ανάλαιμα στην γριάν ελιά γερτός, πεταλουδίζει, χωρίς ματιά, μακριά απ’ τους ζωντανούς, τα θολωμένα μάτια· στεκόταν στου Άδη το κατώφλι πια, την όψη του γυρνούσε χλωμή κι αποχαιρέταε αλάλητα, χωρίς καημό, τον κόσμο. Η γριά σκληρίζοντας γονάτισε στο θανατογραμμένο: «Να πέψω δούλο, κύρη, πρόσταξε, του γιου σου να μηνύσω!» Μα ο γέρος άκουσε και γούρλωσε, τη γλώσσα του κατάπιε και με τα κρούσταλλα δαχτύλια αρπάει τη βάγια, μη σαλέψει. Αρχίναε τώρα οκνά στα ολάνθιστα δεντρά να ψιχαλίζει· τ’ άνθια θαμπώσαν, μύρισεν η γης, ζυγιάστηκε ένας κούκος στην τρούλα της ελιάς και τίναξε τα ολόβρεχτα φτερά του. Ο γέρος έσκυψε την κεφαλή, τ’ ογρό μυρίστη χώμα, σα βώλος θρύβη χωραφιού το αποβροχάρικο μυαλό του και κίνησαν στα φρένα του βαριά τα βόδια να στρουφίζουν. Κρατάει σφιχτά την έχερη, βουλιούν τα πόδια του στ’ αυλάκια, χαμοπετούν σπουργίτια, σκορδαλοί, λελέκια, και φωνάζουν: «Παππού, ξεκλείδωσε τη γης, παππού, ξαλέτριζε να φάμε!» Κι αυτός γρικούσε τα πουλιά, βουκέντριζε τα ζα, κι ανοίγαν τα σπλάχνα του σα γης, και τα πουλιά μπαινόβγαιναν και τρώγαν. Τέτοιες στο νου του γέρου ανέβαιναν χαρές κι αναθιβόλιες· κι αργά, μπερδεύοντας τα λόγια του, κουνάει τα μπρος τα πίσω φαρδιά τα χέρια του στον άνεμο, σαν το σποριά που σπέρνει. Κι η βάγια, του ζευγά μαντεύοντας το απόκρουφο πεθύμιο, γοργά καρπό απ’ τα σταροπίθαρο την μπόλια ξεχειλίζει, γυρνάει και τον αδειάζει στην ποδιά του αλλοπαρμένου αφέντη· κι αυτός, τον άγιο σπόρο ως ένιωσε στις τρέμουλες παλάμες, αναντρανάει, χαμογελάει μουντά κι ανασηκώθη απάνω. Ψιχάλιζε, μαλάκωνεν η γης, κι απ’ τις λακκούβες πέρα που χώνευε η κοπριά βγήκε ευωδιά σαν οργωμένου κάμπου. Τρεκλίζει ο γέροντας, παραπατάει, κι ως άσκωνε τη χέρα το σπορικό να ρίξει μες στη γης, σκουντούφλιασε και πέφτει· γόνα το γόνα αγάλια σούρνεται με την κοιλιά, και ρίχνει, πλατιά τις αγκαλιές ανοίγοντας, το στάρι, ως να βλογούσε· μπρουμύτισε, ανασκώνουνταν ξανά, βωλοσερτός στο χώμα, κι ήταν τα γένια του, ως μπροσμούρωνε, πηχτή γιομάτα λάσπη. Χαρούμενα ραμφίζοντας τη γης τον ζώναν τα σπουργίτια, κι ο γερο-κόρακας στου αφεντικού την πλάτη αντζοπηδούσε, και πηαίνα ομπρός τα κάτασπρα σκυλιά μες στην ψιλή βροχούλα. Ξάφνου κρεμάστηκε μεσούρανα κι ανάλαμψε όλο γλύκα και βύθισε το ουρανοδόξαρο τα πόδια του στα χόρτα· γιοφυρωθήκαν ουρανός και γης, και στάθηκε η ψιχάλα. Μα ο γέρος, λαγγεμένος στη σπορά, τον ουρανό δε θώραε· μοχτάει να ρίξει τη στερνή φουχτιά, μα πίστομα εκυλίστη και χώθη στα βρεμένα χώματα σα στάρι η κεφαλή του. Σαν έμαθε πως πέθανε ο γονιός, νογήθη ο βαθιονούσης τα σπλάχνα του μεμιάς να ξεκολνούν και να κυλούν στο χώμα· λες σάπη ξάφνου και γκρεμίστηκε στο νιοανοιγμένο μνήμα τρανό κομμάτι απ’ το χαλκόδετο, το ξακουστό κορμί του. Κι ακόμα χλιο τον έρμο κύρη του κρατώντας στην αγκάλη, στ’ αραχνιασμένα τον ανέβασε προγονικά μνημούρια· στο μνήμα του έσφαξε τα βόδια του να κατέβουν στον Άδη, να καλλουργάει τους ίσκιους ο γονιός, να σπέρνει, να θερίζει, με τα νεκρά καλάμια των χεριών, της χαμωγής το στάρι. Πλάι τη μακριά βουκέντρα απίθωσε, την τσάπα, το δραπάνι, μια στάμνα προύντζινη νερό κι ένα ζεστό ψωμί σταρένιο. Στερνά, με πάφιλα χρουσάφι αγνό, την αγιασμένην όψη σκεπάζει του γονιού, σημάδεψε τ’ ατσίνουρα ματάκια, τ’ αγκαθοφρύδια, τα μουστάκια του, το στόμα, το πηγούνι. Τρεις βόγκηξε βολές, σκυφτός, του κύρη τ’ όνομα στον τάφο· μα αντίλαλος δεν ήρθε από τη γης, εχάθη —κι ο Δυσσέας το αφράτο τότε χώμα στρώνοντας στο μνήμα μοναχός του, καταβολάδα φύτεψεν ελιά τον κύρη να ρουφήξει — μια να ’ρθουν μέρα τα δισέγγονα στον ίσκιο της να παίξουν. Σέπει ο καρπός στη γης μακαριστός, γιατί έριξε το σπόρο· και το ίδιο δείλι ο ορφανεμένος μας προστάζει ν’ αρματώσουν βαθύ καράβι με άλικα πανιά, να το φορτώσουν στάρι και πήλινα δοχειά λιαστό κρασί, χαλκωματένια μέλι· και να φορτώσουν αντικόρακο γαμπροθεό στην πλώρα, με το πολύσπορο, το μυστικό στις απαλάμες ρόιδι. Και κράζει δυο τρανούς πρωτόγερους και το λαμπρό λυράρη: «Ε σεβαστά κεφάλια καστρινά, σας πέμπω προυκολόγους στο φουντωτό νησί, καταβορρά, με τα βαθιά περβόλια! Με κληματόφυλλα στις κεφαλές, με τ’ αψηλά ραβδιά σας, το πλούσιο κάστρο ανηφορίσετε, διαβείτε τα κατώφλια και σκύψετε στο γεροντάρχοντα, καληνωρίσετέ τον: Ώρα καλή, μας πέμπει ο βασιλιάς, ο μέγας καστρομάχος, μια τρεχαντήρα φέρνουμε προυκιά, στάρι, κρασί και μέλι, συβάσματά ’ναι ο γιος του αφέντη μας, με τη βουλή σου, κύρη, να κάμει ταίρι του την κόρη σου, τη μοσκαναθρεμμένη. Γιατί την είδε ένα βαθύ πουρνό στα σύγιαλα να παίζει και λαχταράει στο σπίτι του να ’ρθει και να του κάμει αγγόνια!» Είπε, κι ο λόγος του έγινε μεμιάς καράβι φορτωμένο· κι οι τρεις προξενητάδες κίνησαν, κι ανάδευαν στο νου τους μαστορικά τα λόγια πώς θα πουν η σύβαση να πιάσει. Ορθός στο ακρόγιαλο ο θεριόχνωτος το αγνάντευε να φεύγει, και πρίμος μέστωνε ζεστός νοτιάς τα κόκκινα πανιά του. Θώραε το ασύβαστο κορμί του γιου να τρέχει ομπρός για νύφη· και πίσω του ένιωθε το λείψανο να σέπει του κυρού του — κι αυτός στη μέση μέση στέκουνταν γαμπρός και πεθαμένος· κι ανατριχιούσε, λίγη πια, αστραπή, του φάνηκε η ζωή του. Γυρνάει, στα στενορύμια δε χωράει, τα μάτια του στρουφίζει, στους δρόμους άγνωρες γενιές, καινούριες κοπελιές κι αγόρια, που φυτευτήκα όντας στα ξένα αυτός μακριά κονταροχτύπαε· ανθούσε, κάρπιζε με τον καιρό σαν το δεντρό η πατρίδα. Ο γήλιος πια βασίλευε, κι οκνά ποσέρνουνταν το φως του πα στα βουνά, θαρρείς δεν ήθελε τη γης να παρατήσει. Στα πέτρινα θρονιά παραταριά τα πρώτα τζάκια οι γέροι με τα πηγούνια στα χοντρά ραβδιά σουσουροκουβεντιάζαν, με πονηριά σοφή ζυγιάζοντας το λόγο πριν τον ρίξουν κι ο ένας του αλλού παραπετριές πετάει κι όλοι τους κρύβουν λόγια. Κι ένας μονάχα κρύφιος στοχασμός τους σπλαχνοτριβελίζει — μα καίει τα χείλια τους και δεν μπορούν να τον ξεστοματίσουν. Ξάφνου σαν τζίτζικοι σιωπούν, σκιανός σύντας διαβαίνει ανθρώπου· τι τον αφέντη μακραγνάντεψαν με το λιοντίσιο ζάλο να ξεπροβαίνει μες στο σούρουπο, να πιάνει τα πλατάνια κι αργά τους γέρους τους περίγερους ν’ ακροκοντοζυγώνει· κι όλοι με σέβας προσηκώθηκαν και τον καλωσορίζουν. Ο θαλασσόλυκος στρουφοτηράει τους πρωτοκεφαλάδες, τις σάπιες σάρκες τους αναμεράει, μοχτάει ν’ αναθιβάλει τ’ αντρίστικα κορμιά που μια βολά τη γης λιοντοπατούσαν· πώς βάρυναν! θαρρείς τους σέρνει η γης και κλίνουν όλοι χάμω. Τα γόνα ξάφνου αρπάζει ο δοξαράς μπαμπόγερου κλιναύτη: «Ε ξακουστέ στις χοντροθάλασσες αντροφονιά κουρσάρε! Πώς γέλαε κι άστραφτε το πατρικό λιμάνι σα γυρνούσες και τρούλωνες το μέγα κούρσος σου στοιβές στοιβές στο μόλο! Μια μέρα που άγουρος θυμούμαι εγώ κρουφοκαμάρωνά σε να περπατάς να τρίζει η γης, θρασό σφεντόνισές μου λόγο: «Στενή ’ναι η γης σου, βασιλόπουλο, κι ο μόλος δε με παίρνει· θα πάω σε πλούσια, πολυκάραβα να θρονιαστώ καρτέρια!» είπες, και στην καρδιά μου μονομιάς εστένεψε η πατρίδα· και τώρα εσύ, ντροπή! σαν μπούρμπουλας τη βρωμογής αγλείφεις.» Ο γέρος κόχεψε με οχτρομαχιά το στόμα που γελούσε: «Κι εγώ ’μουν νιος και ξάφρισα γιαλούς και τρύγησα το κύμα· μα μεσοπέλαγα έσερνα φωνή και στέκουντα η γαλέρα: Να ’χα δροσιό νερό απ’ τη βρύση μου και μήλο απ’ τη μηλιά μου, Θε μου, να ‘χα και τη γυναίκα μου στα γόνατα μου απάνω!» Ο αλεπονούσης τράνταξε τη γης με το χαχάρισμά του: «Τα ξένα μήλα είναι γλυκά κι οι ξένοι κόρφοι πώς μυρίζουν! και πως σηκοχτυπιέσαι ανάμεσα στ’ αντρίστικα μελίγγια και σπας στα βράχια απάνω του μυαλού, παλιόβαρκα πατρίδα!» Είπε, και ξεσκουντάει το διπλανό, του τα ’τριψε στη μούρη: «Τούτος, θαρρώ, στις πονηριές παράβγαινε μαζί μου· ο νους του γινόταν κάτασπρη μικρή αλεπού σαν περπατούσε χιόνια, γινόταν κίτρινος πυρρός λαγός στη λιοφρυμένη αμμόγη και καταπράσινος ακρίδαλος μες στο χλωρό γρασίδι. Κι όντας στη σύναξη σηκώνουνταν, οι γνώμες ζαλισμένες πέφταν σαν πέρδικες στου λόγου του τ’ ώριο περδικοπάνι· τώρα κολοκυθόσπορους μασάει και ψύλλους μουνουχίζει!» Μα η γρια-αλεπού τα χείλια ανάσυρε, τα δόντια της φανήκαν: «Ε βασιλιά, γερνούν κι οι θεοί, γερνούν και τα θεριά του δάσου, βαρούν γεράματα σκοντάματα και την ψυχή του ανθρώπου· και συ, μην πέτεσαι, το νόμο, θες δε θες, θα τον πλερώσεις!» Γελάει πεισματερά ο πετρόκαρδος κι ανατριχιάσα οι γέροι: «Μωρέ, η ψυχή κι απ’ τα γεράματα δίφορα νιάτα, μάθε, γιομάτα ανθό πετάει και σκλάβου αυτή χαράτσι δεν πλερώνει· όσο γερνώ, θα μάχουμαι σε νια ν’ ανηφορίζω νιότη!» Είπε, και φούχτωσε τα γόνατα του πρόκριτου ζερβά του· παχύς παχύς, με σάρκα γυαλιστή, με κατσαρά κλωσμένα, με νιας καμάρι δαχτυλίδωνε τ’ ωριοβαμμένο στόμα. Τον φέρνει ο δοξαράς γυροβολιά, μιλάει με καταφρόνια: «Ανίσως και καλά τα μούτρα σου ξεκρίνω απ’ τα φκιασίδια, εσύ ’σαι ο μέγας μας τραγουδολός που μια θερμήν εσπέρα στις τάβλες της χαράς κελάηδησες κι ο γέρος μου σηκώθη και κάρφωσε στο λάλο στήθος σου χρουσόφτερο τζιτζίκι· τώρα, το θειο τζιτζίκι ψόφησε, το καύκαλο απομένει! Μα το Θεό, στα λιανοσούρουπα που σε θωρώ φαντάζεις πότε παγόνι που κασίδιασε και γεροντορνιθιάζει και πότε αδιάντροπη νεφρόχωστη θεά ξιγκαλειμμένη, που χαβδαλιάει γυμνή στα τρίστρατα και το φιλί δανείζει.» Ο γέρος έπαιξε μαριόλικα τα μάτια του και κάνει: «Μια παροιμιά θα πω για τη ζωή, τη διπλοπροσωπίνα· καλό πότε να γίνεσαι λαγός και πότε λαγουδίνα!» Οι γέροι αδράξαν τα σαγόνια τους και ψιλοχιχιρίσαν· μα θλίψη πλάκωσε τ’ αντρίστικα του κοσμογύρη στήθια· θυμήθηκε όντας έσκιζε η πλωτή το κύμα, πώς λαχτάραε να φτάσει πια στο πετρωτό νησί και να θρονιάει το δείλι στον πλατανιά, να συντυχαίνει αργά με τους δημογερόντους· και τώρα να, μωρέ, τα χούφταλα που ορέχτηκε η ψυχή του! Συμμαζωχτός πολληώρα συντηράει τους γέρους με συμπόνια· κι αυτοί κουράγιο επήραν κι άρχισαν του βασιλιά το νου τους να ξεθαρρεύουνται και συνετές αρμήνειες να του δίνουν: «Ε βασιλιά, τα μάτια σου, τ’ αυτιά κι οι φούχτες πια χορτάσαν! Έχουν να πουν πως κάστρα κούρσεψες, πως θάλασσες εδιάβης, πολέμησες θεούς, κοιμήθηκες με αθάνατες στα σπήλια και τάχα ανέβηκες στον ουρανό, κατέβηκες στον Άδη. Σαν τα πουλιά, χινόπωρο, άνοιξη, κοπαδιαστά περνούσαν γοργά τα λόγια απάνω απ’ το νησί και φέρναν τα μαντάτα· μα τώρα πια μη χάνεσαι, η ψυχή το πεθυμούσε φράθη· σύρε, αναδοπογύρνα στο γιαλό το άνεργο πια καράβι! Καλά τα νιάτα, ας κιντυνεύουνε, μα όταν καιρού θεμέλιο στεριώσει πια τον άνθρωπο, καλό να πιάσει σε λιμάνι· άγια τα σύνορα, κι αλί στο νου που τα πολυζυγώνει!» Μα ο θαλασσόχαρος σηκώθη αργά χωρίς μιλιά και διάβη· τα πόδια του βουβά σαν αγριμιού πέτρα την πέτρα επάτουν κι αλαφροπιάναν το πλακόστρωτο του παλατιού ανηφόρι. Κι οι γέροι πάλε σκύψαν στα ραβδιά, το νου τους μανταλώσαν και πιάσαν για τ’ αμπέλια να λαλούν και τα χλωρά σπαρμένα, του γαύρου αφέντη του βαρίσκιωτου το χνώτο να ξορκίσουν. Ανέβαιναν τ’ ασημοφέγγαρα, κατέβαιναν και παίζαν στον ουρανό σαν ήλιοι στρογγυλοί για σα λιγνά δραπάνια. Γυάλισε η ρώγα του αμπελιού, χρουσοκοντύλιασε το στάρι, τα σύκα ουρμάσαν κι έσταξαν στη γης, μεσημερού, το μέλι· σφίξαν οι ζέστες, χλώμιασαν οι νιες, μύρισαν οι μασκάλες· κι ο κλωθονούσης κράταε σαν καρπό, σα ρόιδι, σα σταφύλι, στις αρμυρές του φούχτες τον καιρό και κρουφοπροσδοκούσε. Ορθός στο προύντζινο κατώφλι του, το πέλαο αφουκραζόταν και βόλαζαν τα ψάρια κι οι πλωτές κοπάδια στο μυαλό του. Η δόλια του η γυναίκα σύμπαινε να τραγουδούν οι δούλες, με τις γλυκιές φωνές της θάλασσας τα βρούχος να σκεπάσουν· μα αυτός στεκόταν πάντα στα πανιά κι αγνάντευε το κύμα· αγέρα, θάλασσα, πουλιά, φωνές, οι τάβλες του στρωμένες. Μια μέρα κοντοστάθη σε φτωχό του ακρόγιαλου καλύβι· ροδάφνες φουντωτές και λυγαριές, μια χαμηλή πεζούλα και μια λαθρακιασμένη ανάσκελα πλεούσα στην αμμούδα — σκάφη, κι εντός της μια γερόντισσα ξέπλενε τα σκουτιά της. Μα ακόμα ολόρθη στέκουνταν, λεπρή, σακάτισσα στον άμμο, με φαγωμένα τα στηθόλαιμα, του καραβιού η γοργόνα· και μοναχά τα μπλάβα μάτια της, αθάνατα, δροσάτα, τηρούσα ακόμα λαχταρίζοντας τη θάλασσα, να φύγουν! Κι ο καπετάν Στρειδάς, ο μαλλιαρός του πέλαου γερόλυκος, καθόταν και γιομάταε στο γιαλό με το μικρό του αγγόνι. «Ώρα καλή, Στρειδά, γουλιά νερό σήκω απλοχέρισέ μου, διψώ, κι οι ξακουστές παλάμες σου θα με δροσολογήσουν!» Ο γερο-καραβίτης σφούγγιξε τα κρεμαστά μουστάκια, τα χέρια πλένει στο γιαλό και γελαστός καλωσορίζει το βασιλιά και τάσι φέρνει του νερό να πιει δροσάτο. Κουκούβισαν αντάμα οι δυο παλιοί θαλασσαϊτοί στον άμμο, κι ο δοξαράς τη χέρα του άπλωσε στου καραβά την πλάτη: «Ε καπετάν Στρειδά, πως χαίρουμαι ν’ αγγίζω το κορμί σου! Τρανές παλικαριές σου πέλαγου, στεριάς, αναστορούμαι, κι είναι ντροπή, θαρρώ, τέτοιο κορμί ν’ αδικοθανατίσει· αχ, και κλοτσιά, μωρέ, να δίναμε στην έρμη καπετάνα, και να καργάρουν πάλε τα πανιά, να πάρει αρμύρα ο νους μας! Όρτσα! καινούρια πάλε μέσα μου σηκώνουνται σεφέρια· μια ’ναι η ζωή, μην την αφήνουμε, Στρειδά μου, να ξεπέσει· όλοι γέρνουν, κατηφορούν, εμείς θα βγούμε το ανηφόρι· έλα μαζί μου, και παράτησε γυναίκα πια κι αγγόνια!» Ο γέρος έγρουξε Στρειδάς γλυκά, κουβαριαχτός στον άμμο, σαν το δεμένο καραβόσκυλο που λυούν τη λαιμαριά του. Η λιοδαρμένη στέρια κεφαλή, με το ψαρό μαλλί της, σαν του γιαλού γλαροσπηλιά βροντάει και πλημμυρίζει κύμα· μα αχνιά δε βγάνει· μια γυρνάει δεξά, θωράει τη γριά, το αγγόνι, και μια μπροστά ρουφάει του πέλαγου την άγριαν αλισάχνη. Κι ο ψυχαρπάχτης την τραχιά φωνή μαλάκωσε και μίλαε σαν πώς στην κοπελιά αγαπητικός μιλάει να τη συβάσει· κι όντας σηκώθη και ξαναπήρε τον άμμον άμμο πάλε, με του ματιού την κόχη ξέκρινε, στο αντήλιο του πελάγου, γιαλό γιαλό σκυφτό στ’ αχνάρια του το γερο-καραβίτη. Χάρη ο μαριόλος, γελοστέναξε και κρουφοσυλλογίστη: «Θε μου, σαν τη γυναίκα κι η ψυχή, και δεν μπορεί, δε θέλει ν’ αντισταθεί στο λόγο το θερμό που τη μαυλάει σαν άντρας!» Την άλλη εσπέρα ακούμπησε κλεφτά στου χαλκιδειού την πόρτα· το ρούσο αποκαμάρωνε χαλκιά, τον άγριο ξωμερίτη, σκυφτό μες στις φωτιές να πολεμάει, θεός αθαλωμένος. Κατέβαινε ψηλάθε από βουνά και δρογγερά ρουμάνια, αγουρομίλητος, με τις ξανθές πλεξούδες πα στις πλάτες, χωρίς γυναίκα και παιδιά, βαρύς μονοχνωτάρης λύκος. Βούλα φαρδιά απλωνόταν χτάποδας στο δεξομάγουλό του, γιατί στο γκάστρι της η μάνα του φωτιές μεγάλες είδε, κάστρα να καιν, κι αντιλαμπίστη ο γιος στην καρπερή κοιλιά της. Το μέγα αυτό κορμί καμάρωναν τα μάτια του Οδυσσέα, και σα χορτάσα, ασκώθηκε η τραχιά φωνή του, περιπαίχτρα: «Ε Καρτερέ, καλές οι πλάτες σου, τα στήθια, τα βραχιόνια· μα λέω ντροπή να καταδέχεσαι να πολεμάς ακόμα με το βερέμικο χαλκό, τον κερομάστιχο θεό σου· θεός καινούριος πια μες στις φωτιές πετιέται και φωνάζει!» Μπλάβισε η λάβρα βούλα του χαλκιά, το στήθος του βρουχήθη· μα τι να πει, που κάτεχε σωστά βαρούσε ο κοσμογύρης! «Μου αρέσει τούτο το ξανθό θεριό να το ’χω συντροφιά μου!„ στοχάστη ο καραβάς και δρασκελάει το ασβολερό κατώφλι. Κι ως σφάλιξε τη θύρα κι έμειναν μπρος στις φωτιές οι δυο τους, απ’ το βαθύ ζωνάρι ανάσυρε γυαλιστερό μαχαίρι μαυρογαλάζο, ατόφιο σίδερο, με δίστομον αθέρα. Πηδάει ο χαλκιάς, χιμάει, το φοβερό το νέο θεό ν’ αγγίξει· μα ο αλεπονούς τη χέρα του άπλωσε, να μην κοντοζυγώσει: «Μια νύχτα περπατούσα μοναχός σε βάρβαρα ακρογιάλια, και γύρους γύρους έζωνα αψηλό στα κράφαλα ξωκλήσι· τη θύρα σύντριψα, αντιβρόντηξαν οι τοίχοι και μουγκρίσαν κι εγώ πασπατευτά στα σκοτεινά χορτάτα χερακώνω το νιο θεό με τ’ άγιο σίδερο στο στρουφιχτό ζωνάρι· και γρίκηξα τον παντοδύναμο πνιχτά να κλαψουρίζει. Μα εμέ η καρδιά μου πια ξεχείλιζε θεού κι ανθρώπου κλάμα και ξεφοβήθη τις κρουφές φωνές που βγαίνου σπ’ το σκοτάδι· τη χέρα τίναξα άτρομα, έσπασα τη δερματένια ζώνη, και διάβη το μαχαίρι του θεού μες στις θνητές μου φούχτες.» Σωπαίνει ο γαύρος κλεφταράς, και στο αντιλάμπισμα της φλόγας, τη λιονταρίσια χιούτη του χαλκιά φουχτώνοντας, του δείχνει στου λάζου τη λαβή το μυστικό του νέου θεού σημάδι: αγκιστρωτό σταυρό που σα γοργός τροχός κατρακυλούσε. Σα φυσερό το στήθος του χαλκιά, και βρόντηξε η φωνή του: «Αχού! ντροπή σαν τυφλοπόντικοι μακριά απ’ το φως να ζούμε!» Είπε, ξεζώστη, σηκοχτύπησε την πέτσινη μπροστέλα και κλωθογύρναε ολούθε με ανοιχτά βραχιόνια ως να πλαντούσε. Κλεφτάτα ο πλάνος χαμογέλασε, το σιδερό του αγκίστρι κατάσπλαχνα τον κέφαλο άρπαξε, ξαγκιστρωμό δεν έχει, κι όλο χαρά την πόρτα δρασκελάει στα σούρουπα και χάθη. Τρεις μέρες παν, ζυγιάει σαν ποιαν ψυχή να λαγουδέψει ακόμα· κι ένα πουρνό, το διπλοκάπουλο στη στράτα του λαχαίνει. Ξημέρωνε, κι ο πολυβάσανος γυρνούσε απ’ το ακρογιάλι, και να, καταμεσός στη δημοσιά, φαρδύς πλατύς ο δράκος κυλιόταν, κι έσταζαν κρασιά, φαγιά στα μαλλιαρά του στήθια· και γυάλιζε η κοιλιά, χαράματα, σα φουντωτό πουρνάρι. Ως είδε ο γαβαθάς το αφεντικό να σκυφτανηφορίζει χωρίς ν’ ανασκωθει παραμεράει, τη στράτα να ξεφράξει. Ο αράθυμος τον κρασοβούβαλο σκουντάει με καταφρόνια: «Μου αρέσει ετούτο το βουνό το κριάς που κουβαλάει η ψυχή σου, σαν το χρουσό σκαθάρι που κυλάει το κοπροκούβαρό του· μα το λυπούμαι ανώφελο, άσωτο στη γης να τρώει, να πίνει· καλό ’ναι το ψωμί και το κρασί, καλό το πλήθιο κρέας, όντας δε γίνεται κοπριά παρά βαθιά ψυχή στο σπλάχνο.» Κι αυτός σα σπήλιος βροντογέλασε και τα στενά σείστηκαν: «Καλά με κράζουν Κένταυρο, νογώ δυο ποταμούς μεγάλους με βουή να σμίγουν, να στρουφίζουνται στα ξιγκερά νεφρά μου· τον ένα λεν θεό, τον άλλο ζο, κι εγώ στη μέση μέση!» Ο αχόρταγος ψαράς τα γέλια σκάει, την καμακιά του ρίχνει: «Ακλούθα μου, στο ανάλαφρο να μπεις καράβι μου σαβούρα!» Κάπου, παιδιά, ξαστράφτει και βροντάει, κάπου χαλάζι ρίχνει! Μήτε ξαστράφτει και βροντάει, μήτε χαλάζι ρίχνει· πέρα, στην πέρα πέρα τη σπηλιά, τέσσεροι δράκοι τρων και πίνουν. Φέρναν οι δούλοι ασκιά κρασί, ψωμί σταρένιο οι ζυμωτάδες, κι οι πιστικοί χαράματα τ’ αρνιά καβαλαριά στους ώμους. Παίρναν οι δράκοι φόρα, αγριεύουνταν, τα σύνορα σαλεύαν γης κι ουρανού, κι όλη η ζωή σα θαλασσόμυγα πετούσε στα κρασωμένα ψαρογένια τους και στ’ αρμυρά μουστάκια. Όσο μεθούν, στη θάλασσα κυλούν, την αντροϋνοχωρίστρα· κι απ’ το περίσσιο το λαχτάρισε τα μάτια τους θολώνουν, και χώρες μακρινές σηκώνουνται στο κύμα και τους γνέφουν. Πόσα καράβια πλεν στα πέλαγα, πόσες γοργές σαγίτες, πόσες πραμάτειες, Θε μου, κείτουνται τ’ ανάσκελα στ’ αμπάρια· ψυχές, κορμιά, κρασιά, κι απάνω τους ο αγέρας καπετάνιος ! Φωνές και γέλια, τρων οι ναύλεροι, φανήκαν τ’ ακρογιάλια: «Χίλια καλώς ορίσατε, παιδιά, με τις καλές πραμάτειες!» Μυρίζουν τα λιμάνια κατραμιά, βραχνές γελούν κεράδες, η ξαποσκέλα νύχτα πλάκωσε, τα φανοπύργια ανάψαν. Μήλο δεν είναι, αδέρφια, κόκκινο, μόν’ κάστρο που γυαλίζει! Τ’ αλαργοξορισμένα τους μυαλά τις ξενιτιές γυρίζουν, τα μεθυσμένα αυτιά γιομώνου αχό, τα μάτια κάνουν χύση — μα οι τέσσεροί μας δράκοι ασάλευτοι στην αμμουδιά δεμένοι, σαν τρεχαντήρες που νειρεύουνται βογκούν αράδα αράδα. Κι ενα πουρνό, χελιδονόψαρο πηδάει δυο μπόγια ανθρώπου· την άγρια του λαχτάρα ο γαβαθάς λιμπίστη και στενάζει: «Αφέντη μου, ένα λόγο θα σου πω και μην τον βαροπάρεις· όρτσα, σαν το χελιδονόψαρο να πεταχτεί η καρδιά μας! Θυμούμαι σου ένα λόγο μια φορά που μου ’ριξες στη στράτα: καλά ’ναι τα κρασιά και τα φαγιά, μα να γενούν ταξίδι!» Ο κοσμογυριστής χασκάρισε και τον χοντραναπαίζει: «Εγώ κιόλας ξεκίνησα, μα πού να πάρει κάβο ο νους σου· βαθιά στον πάτο πάτο του αμπαριού κοπροσκυλιάς σαβούρα, και το πολύ κρασί σε αντράλωσε και της στεριάς θυμάσαι!» Ο καπετάν Στρειδάς εφούχτωσε τα φυκιασμένα γένια: «Ναι, μα τη θάλασσα, κινήσαμε, βαθιά στο νου μας πλέμε· όμως, θαρρώ, καιρός και τα σκαριά να στήσουμε στα βράχια· πολύ μου αρέσει με τα χέρια μου το πεθυμώ ν’ αγγίζω!» Στη σκοτεινή ματιά του Καρτερού φωτιές βουβές ανάψαν, κι όλος εγίνη χαλκιδειό ο γιαλός κι αντισπιθίσα οι πέτρες· κι ο τετραπέρατος ψηλάσκωσε τις δυο βαριές χερούκλες: Ε λεύτερες ψυχές, επρόσμενα να μου το πρωτοπείτε! Αδέρφια, ομπρός! τριλείρη κόκορα θυσιό για τα σκαριά μας, κι ένα σταμνί κρασί να χύσουμε στα δέντρα πριν κοπούνε· να πιου οι δαιμόνοι οι κλαρογένηδες, να μη μας πιάσουν κάκια· αλέστα, βρε παιδιά, κι ο νους βοηθός του εφτάψυχου του ανθρώπου!» Και δώστου οι δράκοι άρχισαν σώφεγγα καράβι να σκαρώνουν, πεύκους λατόμησαν, βελανιδιές, παντρολογούν τα ξύλα, και σύδετες φλαγγάρωσα αραδίς φωτιές στο περιγιάλι. Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά, μα σα βουτούσε ο γήλιος, τρώγαν οι δράκοι, τρώγαν κι έπιναν και νυχτοπαρωρούσαν. Κι ο σούραυλος στεκότα απάλαργα, λιγνός, στο ένα ποδάρι, κι «Ομπρός, μωρέ!» του φώναζε η καρδιά, και το μυαλό του: «Πίσω!» Μα πια δε βάσταξε ένα σούρουπο τη μυρωδιά της σούβλας, και το λιμάρο διακονόθρεμμα τ’ αχνά κανιά του ανοίγει, κι ως κοντυλάτος πελαργός σε ορθή ψηλοζυγιάστη πέτρα· σκυφτός παρακατσεύει τη σπηλιά με τα γκαβά ματάκια — κι ο γοργοβλέφαρος τον μπάνισε και τον καλωσορίζει: «Μωρέ, καλώς το παραζούβαλο, το νεραϊδογλειμμένο· καλώς το κλοτσοσκούφι του Θεού με τη λερή φουντίτσα!» Μ’ ακόμα τρέμει το σκεβρό κορμί, ντηριέται να ζυγώσει: «Φοβούμαι, αφέντη μου, την αλεπού στο νου μου αναθιβάνω· πολλά, θωρούσε, μπαίναν ζωντανά μες στη σπηλιά, του λιόντα...» Μα ακόμα ο λόγος του βαστάει, και να, τ’ αλλήθωρα ματάκια τρεις δίπλες τις γυμνές κοιλιές θωρούν του γαβαθά στον άμμο· μακροσκελίζει τις αρίδες του, γκαρδιώθη ο λαμπασιάρης και μες στην άγρια συντροφιά πηδάει και τσευδοχαχαρίζει: «Καλώς σας βρήκα, σαραντάπηχοι, και μάλλιασε η καρδιά μου μέρα και νύχτα αλάργα να γρικώ τη σούβλα, ανάθεμα τη! κι ήρθα κι εγώ με το τραγούδι μου να την καλοκαρδίσω!» Κι ο δοξαράς απάλαφρα γελάει, μην τον κατατρομάξει: «Έχουν να πουν χωρίς τον τζίτζικα πως δε γυαλίζει η ρώγα, και δίχως το τραγούδι, το ψητό δεν καλονοστιμίζεί· κάτσε να φας, ζαβέ, κάτσε να πιεις, να στελιωθεί η καρδιά σου!» Έφαγε κι ήπιε τον αβλέμονα, ξεχείλισαν οι φλέβες, ξεχείλισαν και στο χαβό μυαλό τ’ αγεροσφυροκόπια, κι ευτύς φουχτώνει το σουραύλι του και το τραγούδι αρχίζει. Έτσι, με φαγοπότια και δουλειά, με ονείρατα και ξύλα, καλόδενε η καρένα στα σκαριά και σιγανηφορούσε. Κι ο πολυνούσης ποκαμάρωνε τη δύναμη του ανθρώπου, που αναστενάζει απά στα χώματα, κι οι πεθυμιές διανεύουν σαν τις νεράιδες με τις μπόλιες τους τις αεροκεντημένες· κι όποιαν αρπάξεις γίνεται κορμί και σε ακλουθάει στο σπίτι, γλυκιά συντρόφισσα, γυναίκα σου, πυκνοπαιδούσα μάνα· και γιο λαμπρό αναπήζει ο στεναγμός και το μεθύσι αστάχυ. Το λάβρο καλοκαίρι εδιάβη πια, πήραν φωτιά τα φύλλα, κρεμιούνται, καμπανίζουν τα στερνά στ’ αμπέλια αποτρυγίδια. Ο κούκος σκούζει αγάλια για βροχή κι ο χουρχουλός για ξέρα κι οι γερανοί κουνούν τις φτέρουγες, ορχιούνται στους ανέμους, κι όσα πουλιά ’ναι για ξεκίνημα συντάζουνται στα δέντρα· πετοζυγιάζουν τα φτερά, τα χλια στηθάκια τους φουσκώνουν, κι όλα σα στράτα ατέλειωτη νογούν τον ουρανό και τρέμουν. Και κάτω στη σπηλιά, το σούρουπο, του αφέντη εβρόνταε ο λόγος «Καλά δουλέψαμε και σήμερα, και τώρα πια, συντρόφοι, σκολνούμε κι έχουμε το λεύτερο να παίξουμε μια στάλα· πρεπίζει το κρασί και το φιλί στο μεροκαματιάρη.» Στρώνουνταν όλοι στο ξεφάντωμα, κι ο νεραϊδάρης κίναε με το γλυκό σουραύλι του το νου της συντροφιάς αγάλια να παίρνει παίζοντας, τριπαίζοντας και λιανοτραγουδώντας. Μια μέρα, αγουροστήθα κοπελιά στα σύγιαλα κατέβη να μάσει από τα γούπατα αλυχιά, κι αλάργαρε απ’ τη μάνα· κι ο διπλοκάπουλος τη μάτιασε, κι αρπώντας τη ως λαφίνα, στις μαλλιαρές της τσούρμας αγκαλιές τραγουδιστά απιθώνει: «Θε μου, και πλήθιο δώσε μου μυαλό να τρωγοπίνω ανέγνοια και να τσιμποπορεύουμαι στη γης με τις καλές κοπέλες!» Κίνησε η νια τα ναζοκοπετά, μα αγάλια συνηθούσε τις κρασωτές αντρίκιες αναπνιές και τα πιτήδεια χάδια. Και κάπου κάπου τα μεσάνυχτα βάναν φτερά στα πόδια, βάναν προβιές ταυρίσιες, βάφουνταν, και σα θεοί τρουπώναν, τον τοίχο τοίχον αραδίζοντας, στα σπίτια των ανθρώπων. Βρίσκαν τις χήρες μοναχές, τις νιες στου γύπνου τη γλυκάδα, φτεροκοπούσα, ανοίγαν τις προβιές, χοντραίναν τις φωνάρες — τάχα θεοί που καταδέχουνταν να κατεβούν στο χώμα, κι αθάνατα μες στα θνητά κορμιά παιδόπουλα φύτευαν. Να πώς διαβαίνα οι μέρες στη δουλειά κι οι νύχτες στο παιχνίδι. Κι από χωριό μαθεύτη σε χωριό πως βίτσιμα δαιμόνου χτυπάει το βασιλιά, κι ολόγυμνος στη φεγγάρια χορεύει· χιλιολογίτης δράκος γίνεται, και πότε σα σμερδάκι στις στάνες πέφτει και ρημάζει τις, στα βρέφη και τα τρώει· και πότε πάρωρας στ’ ακρόγιαλο γελάει με τις γιαλούρες. «Στρίγγλες με τ’ άγια στριγγλοβότανα, με τ’ αμποδέματα σας, θαράπειο κάμετε στον πόνο μας, και τον πνιγάρη σκύλο που ρίχτη στα παχιά κοπάδια μας, αχ, κι αμποδέσετέ τον!» φωνάζουν οι βοσκοί και κουβαλούν στις μάγισσες μυζήθρες, φωνάζου οι νοικοκύροι και κρατούν βαριά ψωμιά πεσκέσια· φωνάζουν κι οι γυναίκες και χτυπούν τα κουρσεμένα στήθια. Κι οι μάγισσες μια νύχτα κίνησαν κρουσταλλοφεγγαράτη, παίρνουν τα ξόρκια, τα γητέματα, τ’ αρμυροκούλουρά τους, παίρνουν και ξύλινο χαμόδρακα, στα μάγια βουτημένο, με βασιλιά πρεπίδια και σκουφί θαλασσινού δαιμόνου κι ένα κοντόχοντρο φαρμακερό μαχαίρι στην καρδιά του. Όλα τα μαντολόγια τους κρατούν, στοιχειά, αστρικά ξυπνούνε, ξυπνούνε λάμιες στ’ αφροκύματα, ξυπνούν λεπρές νεράιδες και δράκοι τρίματοι, μονόματοι τον άμμο δρασκελίζουν, κι όλος βροντάει ο γιαλός με τούμπανα και στοιχειωμένα γέλια. Ξεσκούφωτες, γυμνές οι μάγισσες χορεύοντας αρχίζουν να μπήγουν στο χαμόδρακα καρφιά, βαταλαλώντας ξόρκια: «Ως σειέται η θάλασσα, τα σπλάχνα σου μερόνυχτου να σειούνται· κι ως λαχταρίζει του πουλιού, η καρδιά, να τρομολαχταρίζεις· κι όσα καρφιά καρφώνω στο κορμί, τόσα καρφιά να βγάλεις!» Βογκούν και τον πετούν στη θάλασσα και τον πετροβολούνε. Την άλλη μέρα οι δράκοι, πίνοντας, μες στους αφρούς ξεκρίνουν, τ’ ανάσκελα, με χέρια σταυρωτά, να πλέχει το ανθρωπούδι· κολυμπητά ο σουραύλης το άρπαξε, το κουβαλάει του αφέντη· κι αυτός το φούχτωσε, τα μαγικά νογάει και χαχαρίζει! «Της θάλασσας το χαμοδράκι αυτό θαρρώ μου μοιάζει, αδέρφια· μα εύκολα εγώ δεν κενταυρώνουμαι κι έχω δρακόντου ρίζα, κι όσα καρφιά καρφώσαν στο κορμί, τόσα φτερά θα βγάλω!» είπε, και το σφεντούριξε λαμπρό προσάναμμα στη θράκα. Πάνω που στρώναν πια να φαν, περνάει λιγνός ξενοφυγάρης και την περήφανη του αϊτοματιά τη θόλωνε άγρια θλίψη. Στάθη, ραθύμησε να φιλευτεί γουλιά κρασί και κρέας, λες βασιλιάς και καταδέχουνταν να φάει, να πιει μαζί τους. Εχάρη ο καρδιογνώστης νιώθοντας την αρχοντιά του ξένου: «Καλώς εκόπιασες, χαμήλωσε να πιεις κρασί μαζί μας· αν είναι αλήθεια φαίνεται η ψυχή μες στα σκουτιά της σάρκας, μεγάλο αϊτό θωρώ να κάθεται στο βράχο χολιασμένος!» Ο αρχοντοθώρητος πραγά γυρνάει την ξάστερη ματιά του: «Κατέχω το, του πολυπλάνητου μιλάει το μέγα στόμα κι είναι ντροπή να χώνεται η ψυχή μπροστά σε τέτοιαν όψη. Με κράζουν Χάλικα, κι από βουνό μεγάλο κατεβαίνω· κάπου στα διάσελά του ασπρολογάει βαρβάτου αφέντη πύργος, κι ο γέρος άρχοντας παράδωκε στο χώμα την ψυχή του κι απόμειναν στο τζάκι οι δυο του γιοι και μια μικρή γυναίκα. Στους γιους τα φρένα ανάψαν, κι αίματα τα μάτια τους βεργώσαν· για το μικρό κορμάκι καίγουνται και καρυδοχλωμιάζουν. Μονοπαντούν σε αλώνι ξάγναντο και σέρνουν τα μαχαίρια — κι ήταν στη μέση μέση του αλωνιού ντυμένη νύφη η κόρη. Ο πιο γενάτος σκότωσε αδερφός το νιούτσικο, κι η νύφη στα γόνα του φονιά το στήθος της ακούμπησε και κρένει: «Εσένα πάντα μου λαχτάριζα, πάρε τον τον ανθό μου!» Μα ο νιος, χωρίς να πέσει απάνω της τα χείλια να τρυγήσει, το αιματωμένο αλώνι δρασκελάει, χιμάει στο γυρογιάλι, πλένει στη θάλασσα τα γαίματα, πλένει, τα ξαναπλένει — κοκκίνισε όλος ο γιαλός, κι αυτός σ’ ένα καράβι εδιάβη — και τώρα να τον που ξαπλώθηκε στα πόδια σου, Οδυσσέα!» Ο πενταγνώστικος τη χέρα του στον άνεμο ξαπλώνει: «Μεγάλο μυστικό ολοσκότεινο της γυναικός το σώμα· αναμεσός στα δυο βυζάκια της βαριά ξεσπάει στροβίλα, σκουντρούν δυο ποταμοί, κι αλίμονο στον άντρα που θα πέσει!» είπε, πιάνει κρασί και γιόμωσε του νιόφερτου την κούπα: «Χίλια καλώς μας ήρθες, Χάλικα, χίλια και δυο χιλιάδες!» Κι ως αναγύρναε ο βλάμης το λαιμό να πιει να ξεδιψάσει, θωράει το μέγαν ήλιο κι έπλεχε στην κούπα του καράβι, θωράει ταξίδια αλαργινά, καημούς και ποταμούς και κάστρα, θωράει και το λεβέντη Χάλικα μες στο κρασί να πλέει! Έτσι, μωρέ, οι χερούκλες πλήθαιναν και το καράβι εσειούνταν, σαν το σαντάλι, λες, του κυρ Νοτιά στον άμμο πεταμένο, κι η γαύρα πλώρα του κοκόριζε, κατακεφάλιαε η πρύμνα, κι οι μαστροδράκοι μας το διάριζαν και το γοργοσκαρώναν. Πλακώσαν οι βροχάδες, γέλασαν πάλε αψηλά τα νέφη κι ο χειμωνιάτης ήλιος έλαμψε γλυκός πολύ στον. κόσμο. Βγαίνουν οι γριές σκυφτές φραγή φραγή να μάσουν σαλιγκάρια, οι νιες ελιομαζώχτρες αρμεχτά τ’ απόλιδα διαλέγουν· βγήκαν, καλώς τους και τους δράκους μας, με τα σφυριά στα χέρια. Αχ, πώς περνάει ο καιρός και πώς γοργά της γης γυρίζει η ρόδα, σύντας τα χέρια μας κι ο νους έργο τρανό καταπιαστούνε! Βούλωσε ο χρόνος, λάλησε απαρχής μες στις ελιές ο κούκος, ξαναπρασίνισεν η μαύρη γης και ροδαμίσα οι πρίνοι· κι ήρθαν στις φούχτες τις ζεστές του ογρού Νοτιά τα χελιδόνια. Στ’ αλαργινά νησιά και στις στεριές το μάθαν οι μανάδες πως ο μαριόλος πλανευτής πατάει το χώμα πια της γης του κι έχει βαρβάτο βιός, κοπάδια γιους και κόρες να πορέψει. Και δώσ’ του πια να φτάνουν στο νησί με τα καράβια οι μούλοι, που ο αφέντης έσπειρε καταλαχού στα καρπερά ταξίδια. Τι πάντα του άρεσε το δειλινό, σα σκόλαζε απ’ τη μάχη, στ’ ορθό τσαντήρι του, πα σε προβιές, να παίζει με γυναίκες· για σύντας σε άγνωρους γιαλούς πραματευτής αραξοβόλαε, τις πλανερές πραμάτειες χαίρουνταν στην αμμουδιά ν’ απλώνει και να τηράει τις άγριες κοπελιές απ’ τα βουνά τρεχάτες να ροβολούν, θεριοπροβιές, χαλκό και βόδια κουβαλώντας· και τρέμοντας στον άμμο ζύγωναν, να δώσουν και να πάρουν. Ξεδιάλεγε ο πανούργος κι έγνεφε στην πιο καλή, και σμίγαν στις λυγαριές, στις δροσερές σπηλιές για στο βαθύ καράβι. Χαρά μεγάλη νύχτα να γρικάς να ξεφωνίζει η κόρη σα χώρα πλούσια που κουρσεύεται κι ανοιεί τις άγιες θύρες, κι όλα, μεριά, πορτοπαράθυρα, στη σιγαλιά βρουχιούνται! Και τώρα ως νοικοκύρης δέχουνταν, πλούσιες σοδειές, τους μούλους· πάχνιζε κιόλας πα στα μάγουλα το αριόχνουδό τους γένιο, και τα μικρά κοράσια πήραν πια να βυζοκαρυδώνουν. Πότε τα μάτια τους σα σμάραγδοι στραφταλοπρασινίζαν, πότε γαλάζια σαν τη θάλασσα, μαύρα σαν τα δικά του· και μάχουντα ο γαβριάς στα μάτια τους, στις δροσερές τους όψες, στη γλύκα της φωνής, να θυμηθεί ξανά την κάθε μάνα. Καλοδεχόταν και διαμοίραζε τους γιους στο μέγα βιος του· ξωτάρους έκανε και παραγιούς, βοσκόπουλα, ψαράδες, κι οι κόρες στα κατώγια χάνουνταν, μες στου αργαλειού τα χτένια. Κι ως πήγαιναν και κατασκόρπιζαν, ο κύρης χαμογέλαε: «Αν δε χωρούν στο μερομόχτι τους, αγέρας στα πανιά τους! ας πάρουν σαν τον κύρη τους κι αυτοί της ξενιτιάς τη στράτα· μα αν βολευτούν, ας είναι οι κόποι τους στο χώμα ευλογημένοι, κι ας ρίξουν γιους τρανούς να ριζωθούν στα γονικά χωράφια!» Μια μέρα στο ακρογιάλι, δειλινό, που απ’ τη δουλειά σκολνώντας τη σούβλα γύριζαν κι απ’ το δροσιό τα κρασασκιά τραβούσαν, προβαίνει αργά και στάθη στη σπηλιά ξανθή κορασοπούλα· γυρνάει, χλωμιάζει ο δοξαράς να δει τα μάτια τα ζαφείρια — της Καλυψώς το θείο κορμί νογάει και τη γλαυκή ματιά της. Τινάχτη, χάδεψε τις μαλακές χρουσάγανες πλεξούδες: «Τάχα από ποια αψηλή θεοκορφή κατέβηκες, παιδί μου;» Κι η κορασιά γλαρά αναντιάζοντας τον κύρη απηλογήθη: «Αν είσαι αλήθεια ο πολυπλάνητος, πολύπαθος Δυσσέας, φιλώ, πατέρα μου, τα ξακουστά, χορτάτα γόνατά σου· σε μια βαθιά σπηλιά με γέννησε θεά ξανθομαλλούσα.» Οι φλογερές παλάμες άρπαξαν το γουλωτό κοράσο κι αχόρταγα χαδεύαν, έτρωγαν την τρυφερή του σάρκα· μουκάνιζε γλυκά σα ζώο βαρύ που αγλείφει τα μωρά του — κι η κόρη εγέλαε ως γαργαλίζουνταν στ’ αγκαθωτά μουστάκια. Με πόνο απόθεσε στην αμμουδιά το αγαπημένο κούρσος, κρύβει την όψη στις παλάμες του κι άρχισε αχνά να κλαίει. Γαλάζια ακρόγιαλα, πηχτές στιγμές, κερήθρες στοιχειωμένες, στήθια κρουσταλλωμένα ανύπνωτα με τους διπλούς δραγάτες κι άστρα που ροβολούν και μπλέκουνται μες στις ξανθές πλεξούδες κι όλη μυρίζει η νύχτα ως γυναικός βαθιόμαλλη αμασκάλη! Χαρά! στο αθάνατο βαθύ νερό του μύθου αργά ν’ αράζεις, και σα ρυακάκια δίδυμα ο καιρός κι ο τόπος να κυλούνε, κι ο Χάροντας σα γερο-κότσυφας το κίτρινο ραμφί του στο ρέμα τους γλυκά να βουτακάει και να δροσολογάται! Φυσάει βοριάς, κι ως άνθη μυγδαλιάς πρι δέσουν τον καρπό τους, πέφτουν οι θύμησες στο δοξαρά κι ασπρίζουν τα μαλλιά του· και γύρα ξέγνοιαστοι οι συντρόφοι του γλεντούσαν στα γιομάτα κι αφουκραζόνταν το αναστέναγμα του αφεντικού να σμίγει με της γαλανομάτας θάλασσας τον ερωτιάρη θρήνο. Σαν το κλειστό τριαντάφυλλο κλειστή στέκει η μελλούμενη ώρα, κι όσο αρμοδένουνταν στην αμμουδιά του μισεμού η σαγίτα, ο γιος ανάδευε στα φρένα του το χαλασμό του κύρη — κι οι δυο ακριβές ψυχές διπλόπαιζαν στη ζυγαριά της μοίρας. Ο μοσκονιός μας τα μεσάνυχτα το παραπόρτι ανοιούσε, κι ο κουλοχέρης τρούπωνε αρχηγός και κρουφοκουβεντιάζαν κι η Πηνελόπη η φρόνιμη βουβή το βρόχο να στενεύει τρογύρα απ’ το λαιμό του αντρούς νογάει, μα κλείδωνε το στόμα· τι την πιστή καρδιά της έκαιγαν τα πλήθια πολυσπόρια που ξεπροβαίνα αράδα απ’ το γιαλό και πιάναν το παλάτι. Κι ολονυχτού με τους αλάνηδες στον άμμο ως γλεντοκόπαε, το γιο του και το σπίτι ντρόπιαζε και την ψηλή γενιά του: «Να ’ταν να γύρναε ακόμα στους γιαλούς, καπνό να λαχταρούσε να δει ν’ ασκώνεται απ’ τη στέγη του, κι όμως ποτέ του, Θε μου, να μην αξιώνουνταν τα χέρια του ν’ αγγίξουν την πατρίδα!» Τέτοια πικρά του ’χες παράπονα, βαριόμοιρη γυναίκα, κι ανέλπιδη, άλαλη, στη μοναξιά νυχοσυρομαδιόσουν. Μελισσοκρούστη ο πολυμήχανος, στα πόδια του το δίχτυ της προδοσιάς ψυχανεμίζουνταν ο γιος του να του απλώνει· μα ατάραχο στους ώμους έστεκε το φωτερό κεφάλι: «Μωρέ, λυπούμαι τον τον έρμο γιο, το μοσκαναθρεμμένο! Πιάνει νερό να πιει και σκιάζεται, ψωμί να φάει και τρέμει, πέφτει στο στρώμα του να κοιμηθεί, τα ονείρατα πλακώνουν, ύπνου και ξύπνου ολόγυρου πνιχτά τον σφιχτοπλανταζώνω. Άιντε, για κάμε υπομονή, κι εγώ μια νύχτα, όντας σε κλείσω μες στον παστό για να μου σπείρεις γιο, να μη χαθεί το σόι, θ’ ανοίξω τα πανιά στον άνεμο και μια θ’ αρπάξω πέτρα χουγιάζοντας πα στο κουβέρτι μου και θα τη ρίξω πίσω· πατρίδα μου είναι εμένα η ξενιτιά, κι ένας αφρός ο γιος μου!» Ξεκαλοκαίρεψε, κινήσαν πια και πήραν τα μελτέμια, κι ως ανοιχτό δροσάτο πωρικό μυρίζει η θάλασσα όλη. Έριξαν τα μεγάλα αλέσματα, ζυμώνουν στο παλάτι του γάμου του μοναχογιού τις πεντοθέλικες κουλούρες· εννιά γυναίκες μονοστέφανες ράβουν τα νια στρωσίδια. τι εφάνη πια το κόκκινο πανί μακριά στο μπλάβο κύμα. Συχαρικιάρης ο βιγλάτορας να κι έφτασε απ’ τον κάβο, και λιακωτό το λιακωτό πηδάει το χαρωπό μαντάτο· πορτοπαράθυρα ανοιγόκλεισαν, οι σκάλες όλες τρίξαν, στις στέγες άπλες ξετυλίχτηκαν και πεύκια κρεμαστήκαν φτάσαν κι οι μούλες με φορτιά μερτιές και καρπισμένη δάφνη — και στρώθηκε όλο φύλλα ευωδιαστά του κάστρου το ανηφόρι. Ξεζώσαν οι τεχνίτες τις ποδιές, σφάλιξαν τ’ αργαστήρια, κι οι πρόβουλοι με τ άσπρα τους λινά και τ’ αψηλά ραβδιά τους κατηφορούν μεαάσπούδα στο γιαλό να ποδεχτούν τη νύφη — και καθενούς το πρόσωπο ως γαμπρού γλυκά λαμποκοπούσε. Ανοίχτη η προύντζινη καστρόπορτα, και φάνη γιος και κύρης· στράφη ο λαός και δυο θωράει θεριά να γοργοκατεβαίνουν, πέτρα την πέτρα περπατούν, κυλούν, λες και ξεσέρνει η στράτα. Αναμεράει ο λαός τρομάζοντας, κι ως στάθη ο κορφονούσης στην άκρα μοναχός, ανοίχτηκε τρογύρα του άδειο αλώνι. Μα αυτός, τα μάτια στο άλικο πανί, κλεφτοχαμογελούσε — πέρα στο ακρόγιαλο, μες στα σκαριά σφιχτομανταλωμένη, τριζοκοπούσε λαχταρίζοντας να φύγει η τρεχαντήρα· να φύγει κι η ψυχή του απ’ τα σκαριά γυναίκας, γιου, πατρίδας! Ορθός, στο νυφοκάραβο έριχνε με ορμή τα δυο του μάτια, το συντραβούσε λες γοργά να ’ρθει, να πάρει η πίκρα τέλος. Πρόσχαρα ο γιος περνάει και χαιρετάει τους πρωτοκεφαλάδες, γυρνάει, χαμογελάει στην αργατιά, κι οι κόρες αναμμένες τον συντηρούν και καψορέγουνται το αρχοντικό του διώμα. Γιαλοδρομίζει η πλώρα η νυφικιά κι έβαλε αρχή τις βόλτες, με των ανέμων όλων τη βουλή να πιάσει στο λιμάνι. Και να, περίχειλα στην κουπαστή σαν περιστέρες λάμψαν οι αλαργογέννητες κανακαρές και χαιρετούν τη χώρα· πέφτουν χυτά τα κόκκινα πανιά σα γυναικίσια πέπλα, κι όλες σεινάμενες κουνάμενες, λεβεντοπερπατούσες. πηδούν στη γης, και τα παλιά πυργιά του λιμανιού φεγγρίσαν· κι ο φλαμπουριάρης σήκωσε αψηλά το φλάμπουρο της νύφης — μακρύ κουπί με ρόδα κάτασπρα πλεχτό, και στην κορφή του φλογάτο ξάστραφτε το αδάγκωτο της παρθενιάς το μήλο. Πίσω απ’ τις νιες, της νύφης πρόβαλαν οι μπιστικοί γερόντοι με τ’ αψηλά χρουσόλαβα ραβδιά, με τα κατάσπρα γένια· κι ανάμεσά τους πύργος έλαμπεν ο Κρητικός λυράρης. Στα νιάτα του τον κόσμο κούρσεψε και χόρτασε το φόνο· και τώρα στ’ άχαρα γεράματα, στου σούρουπου τη γλύκα, κρατάει βροντόλυρα και τραγουδάει τα που έπαθε κι εχάρη. Στα χέρια του τη νύφη ο γέροντας γονιός μπιστεύεταί του. παρηγοριά να στέκει δίπλα της στην ξενιτιά τη μαύρη· πλούσιο καράβι το κεφάλι του παιχνίδια φορτωμένο, τραγούδια, παροιμίες, μαντέματα και νεραϊδοφουσάτα — να ξεγελάει, ν’ αρνεύει το παιδί, το μικροπαντρεμένο· Όσο να πιάσει η κοπελιά μωρό και να χαθεί η πατρίδα. Ξοπίσω εσύραν, ποταμός βαθύς, οι δούλοι οι προυκοφόροι: λεβέτια ασήκωτα και ρουχική, γιορντάνια κεχριμπάρι κι εφτά παγόνια που ως ναζλίδικες αρχόντισσες κουνιούνταν. Ξάφνου στην πλώρα εφάνη κι άστραψε χυτή λαμπάδα η νύφη ματιάζοντας δειλά, τρεμάμενη, τη νιόχαρη πατρίδα. Ανατριχιάει ο γαμπρός μαντεύοντας, ορθός στο ακροθαλάσσι, το θείο που απόψε θ’ αγκαλόσερνε κορμί μες στο σκοτάδι· μα εντράπη κι έγειρε στη γης την αστραπόβολη ματιά του. Κι ο πολυκάτεχος γονιός ως είδε ολότρεμη την κόρη ν’ απλώνει αργά και να πατάει δειλά το πόδι στο νησί του, το σπλάχνο του σαν άνθρωπου καλού κουνήθηκε και φράθη — τι αναθυμήθη δα τη νιότη του και τη λαχτάρα, πρώτη βολά, πασπατευτά, στα σκοτεινά, ν’ αγγίξει τη γυναίκα. Σπλαχνίστηκε τους άντρες, ένιωσε την αμολόητη θλίψη της γυναικός, και σα θεός τη χέρα απλώνοντας ευκήθη: «Καιρός αγάπη και γαλήνιωση στη γης να βασιλέψει! Ήλιος, βροχές, δεντρά και χώματα προυκιά και πανωπροίκια· ας παίξουν να χαρούν, μιαν αστραπή, τ’ αντρόγυνα στο χώμα!» Η νύφη πάτησε αλαφριά τη γης κι έλαμψε ο κόσμος όλος· είχε στον κόρφο το ηλιοφέγγαρο, τα χείλια ξημερώναν, κι ήταν λιμάνια απάνεμα, βαθιά, τα ειρηνικά της μάτια. Σκύβει, του πεθερού τα γόνατα φιλάει και στράφη αγάλια τον άντρα της να δει, μα όλο ντροπή τα μάτια ρίχνει κάτω· πολύ της άρεσε το κλώσμα του και το λιγνό του μπόι. Κινάει το ψίκι, καλορίζικες όλες ανοίγου οι στράτες, και δυο θαλασσινοί, λεβεντονιοί, στεφανωμένοι φύκια, δίνουν βαθιά στα βούκινα αναπνιά κι όλη κουνιέται η χώρα. Ψηλά στις γιορτερές στεγές πυκνό βογκάει γυναικοβρόχι, καταχτυπούν κοχύλια του γιαλού και γκόλφια στα μαλλιά τους, κι ως πέρναε η νύφη μας την περεχούν με φούχτες καλοψίκια, κι οι νιες κρεμιούνται από τα δώματα και ψιλοτραγουδούνε: «Σαν το χλωρό κισσό που απλώνεται στο δέντρο και ριζώνει, να σμίξει, Θε μου, η νύφη το γαμπρό και να ριζοσκελώνει!» Και κάτω οι γριές σκληρίζουν γελαστές, παίζουν στη νια το μάτι: «Στο άγριο ζωνάρι του γαμπρού κόκκινα ρόιδια κρεμασμένα· στη μέση μέση, κερα-νύφη μου, το δροσερό σταφύλι!» Μα ως το τρανό νυφόπαρμα έφτασε στη λιονταρούσα θύρα, αγόρι εστάθη ροδομάγουλο και μανοκυρουδάτο κι απλοχεράει το μελοκάρυδο στο ντροπαλό ζευγάρι. Ταγίζει η νύφη το γαμπρό κι ο νιος το ταίρι του ταγίζει, για να διαβούν με γλυκοσάλιση το φοβερό κατώφλι. Μελώνει η νύφη το δαχτύλι της κι ορθή στον παραστάτη φεγγάρι, ανάριο μεσοφέγγαρο, στοράει στο απανωπόρτι· ξεθηκαρώνει το μαχαίρι ο νιος και με άτρεμη λαχτάρα το μέγαν ήλιο καταστρόγγυλο με μια σπαθιά χαράζει. Ανοίγου οι προύντζινες καστρόπορτες κι ανάτειλε το μέγα τραγουδιστό κορμί της πεθεράς με ολάνοιχτες αγκάλες: «Νύφη μου, κερα-νύφη μου» βογκάει «χίλια καλώς μας ήρθες, με τα στεφάνια στο κεφάλι σου, με τον υγιό στον κόρφο· στα γέλια του αγγονού το σπίτι μας ξαναχελιδονίζει!» Σκύβει η παρθένα, γόνατα φιλάει πολυβασανισμένα και χέρια αχνά που τα ’φαγε ο αργαλειός και τα ’καψεν ο πόνος· κι η πεθερά φιλά τη σταυρωτά στα μηλομάγουλά της, το πόδι ασκώνουν το δεξό κι οι δυο και δρασκελούν τη θύρα. Σκυμμένος ο πολύπαθος, το γιο βιγλούσε και μιαν ξένη πώς χάραζαν την άγρια πόρτα του και πιάναν τις αυλές του· και πώς πατούσαν, κάναν κατοχή, κατώγια του κι ανώγια. Ξεριζωνόταν απ’ το σπλάχνο του το γονικό του σπίτι, ξεριζωνόταν η στεριά, κι η πικροθάλασσα πλημμύραε κι αναθρουλούσε χαχαρίζοντας τα ριζοπόδαρά του». Ωστόσο η νύφη αγάλια προχωράει μες στις αυλές, και σκύβει το αγρικερό πηγάδι του σπιτιού να τριπλοπροσκυνήσει. Γερτή με τρόμο στο νερό θωράει να πλέει το πρόσωπό της και κράζει τρεις βολές το σπιτικό στοιχειό και χαιρετά το: «Σκύβω και χαιρετώ σε, παππουλή, χίλια καλώς σε βρήκα!» Κι ακούστη ο μουγκρισμός του πηγαδιού και του παππού το βρούχος· χάρηκε η νύφη, ανασηκώθηκε, δροσέρεψε ο λαιμός της, και σα νερό κατέβη το στοιχειό στα λιανοκόκαλά της. Μια μάνα που ’χε δώδεκα παιδιά κι ανέγγιχτα απ’ το Χάρο, τον κόρφο ανοιεί και ρόιδι φλογερό στη νύφη απλοχερίζει· η νύφη το άρπαξε και δυνατά το σφεντονάει στις πλάκες· ρουμπίνια δροσερά τινάχτηκαν, εχόρεψαν στον ήλιο κι οι ψικαρές εκράξα ασκώνοντας τα στρογγυλά βραχιόνια: «Σα ρόιδι ο κόρφος σου, αδερφούλα μου, να σπαργωθεί ν’ ανοίξει και να γιομώσουν οι φαρδιές αυλές υγιούς και θυγατέρες!» Της ρίχνουν στάρι στην ποδιά, γελάει, τις όρνιθες κλουτίζει· τα βόδια χαιρετάει στους οβορούς, τ’ αλόγατα στους στάβλους· ήρθαν κι οι σκύλοι, και μελόψωμο στα δυο της χέρια αγλείψαν. Περνάει με σεβασμό το πρόθυρο, πατάει τον αντρωνίτη· στο καπνισμένο τζάκι ανάβαν δυο, δρυ και συκιάς κουτσούρια, κι η κόρη ανοιεί πλατιά την αγκαλιά και προσκυνάει τη φλόγα: «Φωτιά, ψυχή μεγάλη του σπιτιού, φωτιά, κερά του κόσμου, που αναμεσός στις πέτρες κάθεσαι και ξαγρυπνάς τη νύχτα, σκύβω και προσκυνώ τη χάρη σου, γιαγιά βασανισμένη!» Είπε, και ρίχνει αδρά χεροβολιά δαφνόφυλλα στη θράκα, κι η φλόγα ανάμεσα συκιά και δρύ πηδάει τριζοκοπώντας· γελάει η φωτιά η γιαγιά και χαίρεται, γελάει και καμαρώνει, λες κιόλας να ταχτάριζε μωρό, λες γιόμωσε το σπίτι νανουρητά και γέλια βρεφικά και σκουφιοκουδουνάκια. Κι η νύφη εντράπη και κοκκίνισε, στο τζάκι κουκουβίζει, τα ροδοπαλαμάκια της χτυπάει και σαν κερά προστάζει· σκλάβες και δούλες περμαζώνουνται, ντάντες και βάγιες φτάνουν, και ρίχνει απλόχερα τις χάρες της στο πλήθιο ψυχολόι — χαλκά βραχιόλια, μπόλιες κεντητές, γκολφές και σκουλαρίκια. Κι όλες σκυφτές τα γόνα της φιλούν κι ανοίγουν τις αγκάλες: «Στη μέση μέση της αυλής, κερά, στου πεθερού το σπίτι, σαν κυπαρίσσι ολόρθη να σταθείς, σαν πρίνος να ριζώσεις και σα μηλιά, γλυκομηλιά, κερά, ν’ ανθίσεις, να καρπίσεις, έντεκα γιους να ρίξεις γύρα σου και μια γλυκομηλίτσα!» Τα προσκυνήματα του γάμου πια σαν τέλεψεν η κόρη, τη στάμνα σήκωσε στον ώμο της κι αργοκινάει στη βρύση, το αμίλητο νερό για το λουτρό το νυφικό να πάρει. Η νύχτα, η καλοσύβαστη κερά, με τα πολλά γιορντάνια, σιγά καμαρωμένη περπατάει και στο παλάτι μπαίνει. Μεγάλο κάλεσμα ’χει ο βασιλιάς για τις χαρές του γιου του· χώρια θρονιούν οι αρχόντοι στα σκαμνιά με όλο το αρχοντολόι, χώρια ξαπλώνουν οι φτωχοί στη γης με όλο το φτωχολόι, χώρια κι οι νιόνυφοι λαμποκοπούν μες στην αυλή σαν άστρα. Ο νιος αντρομανάει, κι απόκρουφα, στης νύχτας τη δροσούλα, γρικάει τη δύναμή του να πετάει μάτια κι ανθούς, σα δέντρο· κι η νύφη κάνει το νυφάτο της, ρίχνει στη γης τα μάτια, κι ο κόρφος της στον ίσκιο το γλυκό σαν το λαγό χορεύει. Ο βασιλιάς ορθός λοξοτηράει το γιο, το αρχοντολόι· στα μάτια τα γνεψίματα νογάει και τ’ άρματα στις ζώνες και τ’ άπνογα πνιχτά μιλήματα στ’ αχνόφωτα απογώνια, και σύσπλαχνά του πονηρεύτηκε, κακοφορέθη ο νους του — η προδοσιά σουρνόταν κι έπιανε σα φίδα την αυλή του. Παραχωμένοι οι πέντε αδερφοχτοί κλεφτά στους γαμηλιώτες, κοχεύουν τον, τις έγνοιες του ακλουθούν και προσδοκούν σημάδι· μα αυτός χαιρόταν πάλε μέσα του ρεπιδωτές τις στράτες, κι όλες του φαίνουνταν περίκαλες κι αργούσε να διαλέξει. Τα στήθια του άξαφνα φτερούγιασαν, θωρώντας το λυράρη το γερο-Κρητικό ν’ ασκώνεται μες στη γαλάζια νύχτα· κρατούσε κι έσφιγγε κατάστηθα, λες πάλευε μαζί της, βαριά βροντόλυρα από καύκαλο στεφανοκέρη ταύρου. Αχούσαν γύρα της και ξάστραφταν τσαμπιά τσαμπιά κουδούνια, κοχύλια και θεοί και προύντζινοι σκυλόθωροι δαιμόνοι. Σαν του θεριού, του γέρου τα μικρά πεντοβολούσαν μάτια· κι ως έπαιζαν τ’ αντηλαρίσματα της φλόγας στο κορμί του και της βροντόλυρας τα κέρατα στους ώμους του σπαθίζαν, βαρύς ταυροθεός εφάνταζε που ορθοχιμάει στις τάβλες. Τα μάτια στρούφιξε μες στην αυλή, βροντομαχάει η φωνή του: «Το μέγα δέντρο που ’χει τον καρπό πετροβολά το ο κόσμος, κι εγώ ένα λόγο, ρήγα, στην κορφή την άγια θα σου ρίξω! Καλό ’ναι το αχαμνό σου ακρόγιαλο με τους φτενούς θεούς του, με τους οκνούς ανεμομύλους του, με τους φτωχούς αρχόντους και με το πλούσιο του κουτσομπολιό το δείλι στα κατώφλια· μα εγώ τον κόσμον όλο γύρισα, δε με χωρούν οι στράτες, την κόκκινη μηλιάν ετρύγησα, τα μήλα γεύτηκά τα — πολλά γλυκά μες στο λαρύγγι μου, πολλά πικρά στο νου μου. Τα μάτια μου ξεχείλισαν θεούς, εμπούχτισαν ανθρώπους, μπήκαν αλόγατα και με άρπαξαν με κόκκινες φτερούγες κι όλα τα σύνορα τα διάβηκα και στον κυρ Χάρο φτάνω. Και πάμε οι δυο και σεριανίζουμε καβάλα στ’ άλογά μας· όλα δικά μας, καμαρώνουμε τ’ αριθμητά κοπάδια, περνούμε αντάμα χώρες και χωριά, μετρούμε τους ανθρώπους, μετρούμε τους θεούς στον ουρανό, τα πνέματα στο αγέρι — όπως μετράει μαθές κι ο μπιστικός κάθε πουρνό τ’ αρνιά του.» Μα από βαριού το πήρε ο βασιλιάς, τον τραγουδά αντισκόβει: «Γυρίσαμε κι εμείς γιαλούς, θεούς παλέψαμε κι ανθρώπους· καβαλικέψαμε, θαρρώ, κι εμείς τα κόκκινα άλογά σου· μα το σπαθί που ζώνουμαι, κι εγώ σύνορα δεν κατέχω!» Του γέρου ταύρου η κεφαλή γυρνάει κι αντιμιλάει με πίκρα: «Ο κόσμος πιο πλατύς απ’ τη σπηλιά της Καλυψώς, Δυσσέα, κι απ’ το βαθύ της μαύρης γυναικός σγουρόμαλλο λογάρι. Συντρίφτη, θρύμματα έγινε, παιδιά, της Αθηνάς το κράνος· πια να χωρέσει ακέρια δεν μπορεί την κεφαλή του κόσμου! Κι όλοι οι τρανοί θεοί που γνώρισες στα λιανοτάξιδά σου, καπνοί που ανηφορίζου απ’ τη στεγή του βολεμένου αφέντη, ίσκιοι μακροί τα σουρουπώματα του τρομαγμένου σκλάβου! Κατέχω εγώ μια ζωντανή στεριά που καιν τα σωθικά της κι ακόμα ο ταύρος ήλιος την πηδάει κάθε πουρνό ως δαμάλα· κι είναι ο θεός της με γερούς ψαχνούς και κόκαλα δεμένος, κι ορθός, με μαύρα σιδεράρματα, φρουράει τα σύνορά του. Πεινάει, διψάει, κι ως λείψουν τα σφαχτά κηρύχνει νιους πολέμους και πάει μπροστά χτυπώντας τα ταψιά, να συναχτεί ο λαός του· ταγίζει μοναχός τ’ αλόγατα, ποτίζει τα βουβάλια κι αλείφει με φαρμάκι μοναχός τις δοντωτές σαγίτες· κι ολονυχτού γύρου γυρού κρατάει τις βάρδιες μοναχός του. Δεν έχει εμπιστοσύνη αυτός, μαθές, στους σάψαλους ανθρώπους — κατέχει τους, γοργά βαρυγκομούν και δε βαστούν πολληώρα. Περνάει κάθε πουρνό σα στρατηγός, κι ορθό το στράτεμά του, γυναίκες κι άντρες στα τσαντίρια τους με τρόμο τον προσμένουν. Αμίλητος, τους ώμους, τα νεφρά, τα γόνα πασπατεύει, κι όντας γυναίκα κι άντρας δε φελάει στη μάχη, στο ζευγάρι, μεμιάς τον ανωφέλετο λαιμό με το σπαθί θερίζει· βάστα αψηλά το νου σου, βασιλιά, τέτοιος θεός σού πρέπει! Βαρύ το λόγο μου έριξα, παιδιά, και συμπαθήσετέ μου· τραγούδι παστικό τα χείλια μου λαχτάρουν να πρεπίσουν, και να ευκηθώ κι εγώ στους νιόνυφους να ζήσουν, να γεράσουν, και το ξερό κλωνάρι της ζωής στα χέρια τους ν’ ανθίσει· μα στο κατώφλι ξάφνου αντίκρισα, στα σκοτεινά, να λάμπει και να βεργολυγάει το απρόφταστο της απονιάς δοξάρι. Ε κυνηγέ, μη σπαταλεύεσαι στ’ άψαχνα κλωσοπούλια· μα κράτα την ψυχή σου αξόδευτη για τη μεγάλη ανάγκη!» Είπε, και τη βροντόλυρα στη γης απίθωσε, κι ασκώθη βαρύς αχός, θαρρείς και κύλησε στις πλάκες μέγας ταύρος. Ο βασιλιάς ακούμπησε χλωμός στη θύρα, να μην πέσει· ντράπη το φοβερό τραγουδιστή, μεγάλωσεν ο κόσμος κι έτριξε το άγιο μέτωπο σιγά στα σκοτεινά κι υψώθη. Ο γιος ξεκρίνει την αντράλα του κι ανατινάχτη απάνω και δρασκελάει ξυστά τα πρόθυρα να ζώσει τ’ άρματά του· κι ο κουλοχέρης ανασκώθηκε και κρουφοτρικυμίζει στη φλογοφώτιστην αυλή το κρασωμένο αργατολόι. Ο αντροφονιάς νογάει κι ολομεμιάς πετιέται από το βύθος, χιμάει και πρόφτασε στο μέγαρο μες στ’ άρματα το γιο του. Τους γρόθους έσφιξε, κρατήθηκε να μη χυθεί ν’ αρπάξει τους στύλους γύρα και συθέμελα κουνήσει το παλάτι. «Ε γιε της Πηνελόπης!» φώναξε και πνίγουντα ο λαιμός του· κι ο γιος μεμιάς εστάθη κι έτρεμε το κατωσάγουνό του. «Παράτα τ’ άρματα και γύρισε το ταίρι σου να πάρεις, καιρός ν’ ανηφορίστε τον παστό, να κοιμηθείτε ομάδι· δε θέλω μ’ αίματα να μολευτούν του γάμου τα στεφάνια.» Ο γιος τα φρύδια μάζωξε με οργή, τα γόνατά του εδέσαν: «Δε θέλω πια, το ακούς; στον ίσκιο σου να ζω, να μαραζώνω!» Χάρη ο γονιός και διπλοφούχτωσε το χολιασμένο αγόρι: «Μοναχογιέ μου, για ξανάστραψε να σε καλοξεκρίνω! Τώρα, στα μαύρα ξεχωρίσματα, χαρά μεγάλη ετούτη: τα φρύδια σου στρουφίξαν κι έπαιξαν, είσαι δικό μου κρέας!» Ο γιος τα μάτια στήλωσε άτρομα κατάματα στον κύρη: πώς λιαντρανίζουν και γελούν και πώς, βαθιά στις λαμπυρήθρες, λιόντας τρανός ορθός χαδολογάει το λιονταρόπουλό του! Βαθιά του νιου τα σπλάχνα σάλεψαν, πρώτη βολά η καρδιά του ομπρός στον άντρα ετούτον πήδηξε και γνώρισε τον κύρη· μα τη χαρά κρατάει κι ούτε άπλωσε το χέρι να του αγγίξει. Την απαλάμη απίθωσε ο γονιός στους φιλντισένιους ώμους: «Παιδί μου, ομπρός, ας ξεχωρίσουμε, καλή η στιγμή ’ναι τούτη· χαράματα θ’ ανοίξω τα πανιά, θα φύγω απ’ την πατρίδα, και το νησί με τα κοπάδια του τ’ αρνιά και τους ανθρώπους σου το χαρίζω, βάλ’ το πέτρινη κορόνα στα μαλλιά σου. Θέλω στερνό στο γιο μου απήλογο και διάτα να του αφήσω και, μα την ξενιτιά, δεν ξέρω πια τι να του παραγγείλω! Τάχα να ’ρθει καιρός και να πλαντάς στο πετρονήσι ετούτο και να τηράς μακριά τα κύματα, να καίγεται η καρδιά σου — για τρίσβαθα στη γης να ριζωθείς, να μη μετασαλέψεις; Μα τώρα ευκές ντροπή να κάνω εγώ, παραγγελιές ν’ αφήνω· αμόλα την ψυχή σου λεύτερη, κι ό,τι μπορέσει ας γίνει!» Σιωπάει, και με τη φούχτα του έσφιξε, σα ν’ αποχαιρετούσε, με δύναμη τον ώμο το ζερβό του ανταρεμένου γιου του. Κι ακούστηκαν πικρά, περγελαχτά του δοξαρά τα λόγια: «Θαρρώ, δε θ’ αντικρίσω πια ποτέ το πρόσωπο του γιου μου· κοίτα αν μπορείς, τη χέρα σου άπλωσε και σβήσε με, σα χρέος παλιό πολύ που το ξοφλήσαμε κι αλάφρωσε η καρδιά μας!» Είπε, και το βαρύ ξεκρέμασε δοξάρι απ’ την κολόνα — αρχίναε κιόλας να συντάζεται για το μακρύ ταξίδι. Κι ο γιος γυρνάει τρεχάτος στις αυλές, καληνυχτάει με γλύκα την αρχοντιά και το μικρό λαό, και τις χαρές σκολάζει. Ζυγώνει, ακράγγιξε το λιόκρινο της γυναικός του χέρι και τρυφερά βοηθά τη ν’ ανεβεί σιγά την άγια σκάλα· κι ως έφτασαν στην ώρια κλίνη τους τη νυφοστολισμένη, στου λυχνοστάτη ξάστραψαν το φως τρεις νιόπλεχτες κορόνες — αγκάθια η μια, κι η δεύτερη μερτιά, κι η τρίτη ρόδα ακνάτα· κι ο νιόγαμπρος το λύχνον έσβησε, να μην τρομάξει η κόρη. Ωστόσο άδειαζαν οι φαρδιές αυλές, κι ως τα δαδιά ξεπνέγαν στα προύντζινα βαριά χερούκλια τους, χύθη ουρανός αστράτος, γιομάτος άξαφνη σπιθοβολή, πα στο βουβό παλάτι· κι οι πέντε αλάνηδες λαγώνευαν, σαν κυνηγάροι, να ’βρουν ποια κατατόπια φέρνουν στ’ άρματα, ποια στη βαθιά κρασώνα. Τους γνέφει ο βασιλιάς και στα κρουφά του παλατιού οδηγά τους: «Σακιάστε αλεύρι, ασκιάσετε κρασί, κουρσεύτε τ’ άρματα μου· αρπάχτε ό,τι φελάει, καλού κακού, για μακρινό ταξίδι!» Είπε κλωθογυρνώντας τη ματιά το σπίτι του να κλέψει. Και διαταχτά, σαν τέλεψε η αρπαγή, τους διπλοπαραγγέλνει: «Να φαλαγγώστε την πλωτή, παιδιά, πριχού να φέξει η μέρα· ποχαιρετήχτε το νησί και ξεριζώστε την πατρίδα· κι όποιος μπορεί, στο κύμα πίσω του σαν πέτρα ας την πετάξει· κι όποιος δεν την ποχόρτασε από σας, ας την κρεμάσει γκόλφι, τι αυγή κινούμε πια για το στερνό, το αγύριστο ταξίδι!» Είπε, κι οι βλάμηδες ασκιά κρασί κι αλεύρι ζαλωμένοι και πληθερά του κελαριού αγαθά κι αρματωσιές καινούριες, αμίλητοι, το μεσανύχτι πια, πορίσα απ’ το ξωπόρτι — κι αρπούν, βαριοπατώντας στη νυχτιά, του καραβιού τη στράτα. Ατάραχος ανέβη στο αψηλό κλινάρι του ο Δυσσέας και πλάι ξαπλώθη πια στερνή βολά στην άμοιρη γυναίκα. Ύπνος χορταστικός, γλυκός πολύ, του ανάπαψε τα φρένα· μα πριν ποδιαφωτίσει, ο πετεινός ο ρούσος ετινάχτη και λάλησε μες στη μεγάλη αυλή, στου πηγαδιού τα χείλια. Κι ο δοξαράς στον ύπνο του άκουσε το χαρωπό τριλείρη, πετιέται ορθός και σφιχτοζώνεται το σιδερό μαχαίρι, το στρουφιχτό δοξάρι ανακρεμάει στις λιοψημένες πλάτες κι ανοιεί κλεφτά κλεφτά το μάνταλο, μην ξιπαστεί η γυναίκα. Μα εκείνη ολονυχτού με σφαλιχτά ματόφυλλα αγρυπνούσε κι αγιάτρευτος, βουβός το στόμα της δαχτυλιδώνει πόνος· κι ως έτριξε το μάνταλο, αγανά τα τσίνουρα χαράζει και ξεχωρίζει στη θαμπήν αυγή τον άντρα της να φεύγει. Δε σάλεψε, δε χύθη κλαίγοντας τα γόνα του να πιάσει, τι κάτεχε καλά πως πια καμιά δεν έχει η δόλια ελπίδα· μα ως γρίκηξε να τρίζουν και να κλαιν τα σκαλοπάτια, ασκώθη, στο γαλανό φεγγίτη χίμηξε και τον προφταίνει αγάλια να περπατάει με τ’ ακροδάχτυλα στις ροδαυλές κι ως κλέφτης ν’ απλοχεράει αρπαχτά στον προύντζινο της ξώπορτας περάτη· και δίχως πίσω να στραφεί, με βιας να δρασκελάει τη θύρα — η μαύρη τότε πια τραβάει φωνή και τσαγκρουνομαδιέται. Κι ο κακοτράχαλος ταξιδευτής το κρουσταλλένιο αγιάζι στα διψασμένα σπλάχνα του ρουφάει κι ανοίγει τις αγκάλες και βιαστικά στου σύθαμπου γιαλού χιμάει το κατηφόρι. Γερά δουλεύα οι δράκοι στο γιαλό και σπρώχνα αγάλια αγάλια καμαρωτή τη νια πλωτή στα πυρωμένα της φαλάγγια· κι ο σούραυλος περέχαε με νερό τα ξύλα μην ανάψουν. Κι ως το στερνό μονοξεκίνημα συντάζουνταν να δώσουν, ο καπετάνιος αντιπρόβαλε, κι απλώνοντας τη χέρα, με δύναμη άμπωσε στα κύματα το απάρθενο καράβι κι απ’ της πατρίδας το αφαλόκοψε το αγαπημένο σπλάχνο. Θαμπός, συλλογισμένος ο καιρός, μύριζε ογρό το χώμα, και φάνη ο Χάλικας απ’ του μαντριού τη στράτα να προβαίνει· μέγα χιονάτο μπροσταρόκριγιο στην τσούρμα κουβαλούσε, να φαν, να πιουν, να δέσει η σάρκα τους στου χωρισμού την ώρα. Αρπαχτικά γελούν του δοξαρά τα χείλια ως τα ριζαύτια· ανασκουμπώθη κι άναψε φωτιά, το μέγα δάσο σφάζει και το σγουρό στρουφιχτοκέρατο καυκάλι του καρφώνει, βίγλα αψηλή και καλοσήμαδη, στου καταρτιού τη γλάρα. Ροδίζει πια, στη σούβλα γυάλισε το νεφρωμένο κρέας· πλύναν τα χέρια τους στη θάλασσα, ξαπλώθηκαν οι δράκοι, κι ο γαβαθάς μιλάει και σείρωναν τα ξίγκια απ’ το λαιμό του: «Συμπόνια, αδέρφια, μ’ έπιασε πολλή, κι ακούστε μου ένα λόγο· ό,τι δεν τρων ανθρώποι —κόκαλα, κοπριά, τσουκνιά και τρίχες— ρίχτε τα ελεημοσύνη στους θεούς, μη λιγομαριαστούνε! Γελούν με το λαιμό ξεχειλιστό και τους θεούς φωνάζουν σαν τα σκυλιά τρογύρα να σταθούν, τα κόκαλα ν’ αγλείψουν μα ο σκοτεινός σηκώθη αφεντικός κι οι φούχτες του βαραίναν απ’ το μυαλό του μπροσταρόκριγιου κι από τ’ αδρά του ασβάχια· τα μάτια στήλωσε βαθιά στη γης, πήδηξε ορθή η καρδιά του, σούρνει φωνή, κι ο φοβερός παππούς στα σπλάχνα του κουνήθη: «Βαρβάτε πρόγονε, ζωντάνεψε, σηκώσου απάνω, φάε!»
|