|
Στην αμμουδιά, σε απάνεμη γωνιά, το κρίνο βρήκε σκέπη·
γυαλοκοπούν τα φύλλα στην ελιά, νυχτόβρεξε, και τρέμουν
στάλες χαρούμενες τα κλάματα στα τσίνουρα του αγέρα.
Ογρό, σκυφτό κουρνιάει μες στα κλαριά της γριάς βροχής το πνέμα,
κι άσπρα στον ουρανό στοιβάζουνται τα νέφη ως αρνοπόκια·
ελούστη η γης, και στη βαθιάν αυγή, πριχού της δώσει ο γήλιος,
σαν τη βρεμένη ξετινάζεται στους όχτους
σουσουράδα.
Σβήσαν τ' αστέρια, κατρακύλησε το διάφανο φεγγάρι
κι ως πετεινάρι ανέβηκε το φως και λάλησε στο δώμα·
όμως ακόμα ο δοξαράς βαθιά στον ύπνον
αρμενίζει,
κι ως έπεσε στ' αδρά μελίγγια του του γήλιου η πρώτη αχτίδα,
όνειρο κίνησε τα φρένα του να τα ξεμανταλώνει.
Σα να ’ταν, λέει, ψηλή βουνοκορφή, ροδοφωτολουσμένη,
κι αυτός, χτυπώντας το ραβδί γοργά, τις πέτρες ανηφόραε·
κάτω στου κάμπου τους θρασότοπους, βαθιά μες στην κατάχνια,
σα μεθυσιού λογής λογής καπνοί σαλεύου οι πολιτείες,
σαλεύουν οι παλιές του θύμησες κι όπως μαντίλια σειούνται:
«Έχετε γειά, παλιά μου ντύματα, νογάτο φίδι βγαίνω
με τη δροσάτη αγκίνια σάρκα μου κι ανηφορώ στον ήλιο!»
Είπε, κι αχνόγελο τον τύλιξε βαθύ και κοντοστάθη·
γυρνάει στη νια ανεβάλλουσα καρδιά και την κουβέντα πιάνει:
«Καρδιά, πουλί πετούμενο που πας με το άχερο στο στόμα
να χτίσεις τη φωλιά στην άραχνη στεγή του αφέντη Χάρου,
τώρα κινούμε, τώρα φτάνουμε, ξημέρωσε, νυχτώνει;
χαμόγελο γλυκό με αγκάλιασε
και χείλια δεν ξεκρίνω!»
Είχε δεν είχε ακόμα πει το λόγο
του μες στη θολήν αντάρα,
και δυο στενά σπαθάτα σάλεψαν κι ακρογελάσαν χείλια·
ίσκιοι κι αγέρας,
φως, ανάπηξαν σιγά σιγά, και
φάνη
χλωμό, γλυκό, σα γιομοφέγγαρο, πρόσωπο νιας γυναίκας.
Κι αγάλια ξάστραψε ο χυτός λαιμός, ανάτειλαν τα στήθια·
κι όλο και χύνουνταν το αχνόγελο, κι ακροροδοφεγγίσαν,
σαν κορφοβούνια τα χαράματα, του δοξαρά τα φρένα·
κι η σάρκα του έλαμψε, ξανάνιωσε, μαυρίσαν οι πλεξούδες
και χνούδι απάρθενο αχνοπάχνισε τα μηλομάγουλά του.
Τα χέρια του άπλωσε, λαχτάρισε το θάμα να
φουχτώσει:
«Κερά, μην έφτασα στα ονείρατα, στου μεθυσιού τη χώρα;
Κερά, μην τάχα βγήκα κυνηγός, κι είν' το κυνήγι αγέρας;
το χαμογέλιο σου βαρύ κρασί, και κεφαλόκρουσέ με!»
Κι η αρχόντισσα η χλωμή της αμμουδιάς αμίλητη θωρούσε
το νιοπαλίκαρο να ξεκινάει και να κρατάει η καρδιά του,
η καρδερίνα, φύλλο πράσινο, φωλιά να πάει να χτίσει·
και χαμογέλαε κι έπνιγε το νιο με το χαμόγελό της.
«Κερά, για μακρινούς γιαλούς κινώ και δρόμο δεν κατέχω·
χόχλο πετάει η καρδιά σα θάλασσα κι ο νους μου πλημμυρίζει
μ' έργα τρανά που δε γεννήθηκαν, με χώρες που δεν είδα,
κι ως του ψαριού ρεφούδι ξεχειλούν αυγά τα σωθικά μου·
Κερά μου, κούνησε τα μάτια σου και δείξε μου το δρόμο!»
Εΐπε, κι ο αγέρας σάλεψε, άδειασε, χείλια και στήθη εσβήσαν,
κι ο αμούστακος λεβεντονιός νογάει ν' ασκώνεται ένα χέρι
και τρία να του καρφώνει ως τη λαβή μες στην καρδιά μαχαίρια.
Πήρεν ο νιος τα καρδιομάχαιρα, κινάει, τη
στράτα πιάνει,
και τρεις εντός του χύνουνται κρουνοί, τρεις μπλάβους ίσκιους ρίχνει,
τρεις μαύρες έγνοιες τον λαβώνουνε κι ο πόνος του φουντώνει·
μα αντρίστικα, βουβά τα χείλια του μες στην ερμιά δαγκάνει.
Τίγρη λιμάρα η μέρα αγλείφει τον και τόνε γρατσουνίζει,
από τη δίψα πια κοράκιασε, τα φρένα του
σαλέψαν
και δειλινό κουράστη κι άπλωσε στον άμμο το κορμί του.
Ώρες πολλές ανύπνωτος ο νιος νογούσε απάνωθέ του
σα νιόστηθο κοράσιο τη ζωή να τον χαδανασταίνει,
κι η σάρκα χαίρουνταν στο σκοτεινό παραδομένη
χάδι·
μα πια, μεσάνυχτα πογλάρωσαν του αφέντη νου τα μάτια.
Περνάει λαγκάδια, ερμιές, περνάει νερά, περνάει γιαλούς γαλάζους
κι είδε πως τάχατε έσκαφτε αμμουδιά και ξέθαφτε γυναίκα,
παλιά βασιλοπούλα με φασκιές και μύρα τυλιμένη·
κι ως την ξετύλιγε, ζωντάνευε, ροδόσκαζεν η
σάρκα,
τα μάτια της γλυκά τρεμόπαιξαν, τα χείλια της αχνίσαν
κι ένας βαθύς ασκώθη στεναγμός στα φουσκωμένα στήθια.
Κι ο νιος γλωσσίζοντας σιμοχνωτάει, τη σφιχτοπεριπλέκει
κι ολονυχτού βαθιά στην αγκαλιά κρατούσε το δροσάτο,
γιομάτο αρώματα μικρό κορμί κι αχόρταγα τρυγούσε
μες σ' ευωδάτη ανέλπιδη σιγή της γυναικός το ρόδο·
ξάφνου αγεράκι φύσηξε αλαφρό και το κορμάκι εχάθη.
Χάθη η μικρή βασιλοπούλα του, και μοναχά στον άμμο
τα ξομπλιαστά της σταχτοπούτικα γυαλίζαν πασουμάκια.
Δέρνεται ο νιος, βογκάει στην ερημιά, την αγαπώ φωνάζει·
μα μες στον ψυχοσφάχτη πόνο του, μες στη
φλογάτη αντράλα,
ξαλάφρωση γλυκιά πολύ νογάει κι αδράχνει την
καρδιά του·
το ένα μαχαίρι κιόλας έλειπε κι η μια πληγή
'χε κλείσει.
Χαίρεται ο νους, στα δυο μελίγγια του γλυκό
φυσάει αγεράκι,
λες τ' ακροχάδευαν της λευτεριάς οι δροσερές
φτερούγες.
Σκύβει στην αμμουδιά, ποχαιρετάει τ'
αργυροπασουμάκια:
«Έχετε γεια, καλά τελέψατε της ερωτιάς τη
στράτα!»
Βουνά, νερά, ποτάμια διαπερνάει, τα γένια του
ψαρύναν,
στρατοί, χλαποταγή και πόλεμοι, χαρά πολύ
μεγάλη
να μάχεσαι στη γης και να νικάς, να χτίζεις
πολιτείες
και να κρατάς στη ζώνη τα κλειδιά, να μην τα
παραδίνεις!
Κι ως πέρφανα έπαιζεν ο δοξαράς τα σιδερά
κλειδιά του,
μικρή μικρή πνοούλα φύσηξε, το κάστρο του αφανίστη·
γυρνάει, κι η γης κιόλας πρασίνιζε στο
νιοσκαμμένο μνήμα.
Πετιέται ορθός μουγκρίζοντας, μα ακνά μες στην
καρδιά του νιώθει
ξανά καινούρια αλάφρωση, γελάει, το στήθος
ψαχουλεύει·
το δεύτερο μαχαίρι του έπεσε κι η άλλη πληγή
του εκλείστη.
Και παίρνει πάλε το ξερό ραβδί και χόρευε η
καρδιά του·
της λευτεριάς αγέρας έπαιζε στις κάτασπρες
πλεξούδες,
σγουρό μπουμπούκι λες τριαντάφυλλο τ'
ολοστερνό μαχαίρι,
και τώρα τώρα ο γήλιος θα φανεί, να ζεσταθεί, ν' ανοίξει.
Κι ως περπατούσε ανάλαφρα στη γης, σήκωνε ο κόσμος μπόι·
σπούσαν τα πνέματα τα τσόφλια τους, ξεκλειδωνόντα οι σάρκες
και γελαστές ξεπρόβαιναν στο φως χλωμές βασιλοπούλες,
οι θείες ψυχές που ο δράκοντας ο νους έριξε στα μπουντρούμια·
κι ήρθε στου αντρούς τα χέρια ως ήμερος περίστερος το θάμα.
Αμμούδα πάλε απλώνεται έρημη, και πέρα ξεχωρίζει
μακριά στην άκραν άκρα την κερά με το χαμόγελό
της.
«Κερά, τα τρία μαχαίρια δούλεψα κι ο πόλεμος
τελεύει·
καλή η ζωή, καλός ο θάνατος, χίλια καλώς σε
βρήκα!»
Είπε, κι η γης εχάθη, βούλιαξε, της γυναικός τα στήθια
σαν άστρα θάμπωσαν στον ουρανό, και τα σπαθάτα
χείλια
στερνή βολά χαμογελάσαν πια και σάπισαν και
πέσαν·
διανεύει ακόμα λίγο το χαμόγελο και σαν
κατάχνια εσβήστη.
Κι ως άπλωνε τη χέρα ο δοξαράς στο φλογομέτωπό
του
και λόγιαζε μην όνειρο θωράει κι έχει σαστίσει ο νους του,
η κακαρίστρα ξέσπασε βροχή, βροντήξαν τα καλάμια,
γυναίκες χούγιαξαν στην ποταμιά κι ο
αντροφονιάς τινάχτη,
«Μωρέ, μιαν αστραπή και πήρα τον και φάνη μου
πως είδα
παράξενο στον ύπνο μου όνειρο, μα δεν
καλοθυμούμαι·
μονάχα θα 'ταν καλοσήμαδο, τι αλάφρωσε η καρδιά μου.»
Είπε, κι ασκώθηκε· χοντρές, ζεστές
σταλιές σφεντονιστήκαν
στο μέτωπο, στα χέρια, στο λαιμό, κι ανατριχιάζει ως χάρη
το ευωδιαστό πρωτόβροχο να κρούει το λιόφρυχτο κορμί του.
Αγκουσεμένος ο ουρανός, βαρύς, χαμήλωνε σαν ταύρος,
στάζαν τα νέφαλα κρεμάμενα και πρασινογαλάζιες
αγλείφαν αστραπές τη γης, που ογρή, σκυμμένη αγκομαχούσε.
Οι δούλες στις αυλές σκληρίζοντας λακούσαν και σκεπάζαν
με τις ποδιές τις όψες μη γραθούν, κι οι σκλάβοι ανεμαζώναν
τα σγουρομέλιγγα ταυρόπουλα και τα χρουσά παγόνια.
Ψηλά, μεσόγυμνες οι αρχόντισσες στα παναθύρια εγέρναν,
τη μουσκεμένη γης να μυριστούν και τ' αχνιστά περβόλια·
και πίναν τα φτενά αρθουνάκια τους αχόρταγα τον κόσμο.
Γοργά διαβαίνει τη βογκούσα αυλή και χαίρεται ο Δυσσέας
να τον βαράει η βροχή και να γρικάει του παλατιού το μούγκρος
μες στη σφοδρή ν' αχάει νεροποντή, και να λογιάει μια μέρα
πώς θα βογκούν οι αυλές και θα βροντούν τα παραθύρια, σύντας
πηδήξουν οι φωτιές στις τέσσερεις γωνιές του κεφαλιού του.
Γρικούσε τις γυναίκες να γελούν, θωρούσε το παλάτι
στη στοιβαχτή ν' αργοβουλιάει βροχή, κι η
μυρωδιά απ' το χώμα
σα νιόσκαφο μνημούρι ανέβαινε και τον
δροσολογούσε·
χαμόγελο γυναίκειο, πόλεμος και θάνατος
συσμίξαν —
και μονομιάς φωτίστη ο μέγας νους και τ'
όνειρο θυμήθη.
Χαμογελάει, και στη φαρδιά αστραπή τα δόντια
του γυαλίσαν:
«Όλα καλά, και τ' όνειρο να βγει και τ' όνειρο να σβήσει·
μου αρέσουν τα μαχαίρια στην καρδιά ν'
ανεβοκατεβάζω!»
Με βιάση γλίστραε στα λοξά στενά
και τράβαε στο βαθύ του
στενό θαλάμι που τον στρίμωξαν μες στις
κεδροκολόνες.
Ο Καρτερός στις πλάκες μπρούμυτα μακρύς πλατύς κοιμόταν,
κι αγάλια ο εφτάψυχος, στ' ακράνυχα πατώντας,
αναπαύτη
στο σκαλισμένο πέτρινο θρονί, κι απ’ τη στενή
θυρίδα
τον ουρανό καμάρωνε με ορμή στη γης να
κατεβαίνει.
Βροντήξαν τα συκόφυλλα, άχνισαν οι πυρωμένες
πέτρες
κι η γης εράγιζε και δέχουνταν ανάσκελα τον
όμπρο.
Βουβός, ακίνητος στο θρόνο του χαιρότα ο
καρπονούσης
τα πρωτοβρόχια, και βολές σα γης ανοίγουντα η
καρδιά του,
η θηλυκιά, βολές σαν έρωτας αρσενικός ο νους του
κατέβαινε στη γης, με το διπλό τσεκούρι, και κρεμόνταν
τα νοτισμένα του πυκνά σγουρά βαριά κατά το χώμα.
Δείλι τα μάτια του άνοιξε ο χαλκιάς κι αμίλητα
ακουμπώντας
στην κέδρινη κολόνα τρόμαξε του αφεντικού την όψη·
σαν ταύρος, σα θεός του φάνταζε στη γης ν' αποκρεμάται.
Ο γοργονούσης κόχεψε λοξά το βλάμη, μα δε
στράφη·
η αράβολη δεν καταδέχουνταν καρδιά του να λαλήσει.
Πια ξέκοβε ο καιρός, τα σύννεφα κατάσπρα αναφουντώναν
και φάνη σε κατάμπλαβο ουρανό να βασιλεύει ο γήλιος·
λάμψαν οι στύλοι, και στ' ακρόκλαρα τρεμάμενες γυαλίσαν
σταλαγματιές νερό και γέλασαν οι νιολουσμένες πλάκες.
Το αποβροχάρικο αγαθό ο μονιάς ώρα πολλή χαιρόταν·
μα ολομεμιάς εστράφη και: «Πεινώ!» στο βλάμη μουγκαλιέται.
Κι ο Καρτερός εχάρη που έσκασε του αφεντικού το αφιόνι,
και χύνεται στα μαγερειά, φαΐ, κρασί να κουβαλήσει·
να κρέμουνται τα σπλάχνα του ένιωθε κι αυτός
από την πείνα.
Δυο δούλες αραδιάσαν σε ταψί ξεχειλιστά σκουτέλια,
γιομώσαν δυο χαλκόσταμνα κρασί και μονοξεκινήσαν.
Η πρωτοδρόμα χορευτά στ' ορθό κεφάλι σοζυγιούσε
το στρογγυλό ταψί κι ανέβαινε τις σκάλες με καμάρι·
κι η δεύτερη ακλουθούσε με τα δυο σταμνιά, και ντιντινίζαν
προυντζοχαλκάδες στα χοντρά, τα λασπωμένα της ποδάρια·
στερνός ο Καρτερός με τα ψωμιά στα παραμάσκαλά του.
Καταφαγάς ο μέγας αθλητής στην ψάθα γονατίζει,
αντίκρα του χαλκιά, κι απλοχεράει πα στ' αχνιστά σκουτέλια·
κι όπως στο τζάκι ρίχνουμε αγκαλιές τα ξύλα να μη σβήσει,
στα σπλάχνα του έριχνε κι αυτός ψωμί και κρέατα, να φουντώσουν.
Την ώρα αυτή, το δειλινό, οι βαριές σηκώνουνταν κεράδες
και στην πλακόστρωτη τη δημοσιά κινούσαν για σεριάνι
κι ήταν ακόμα τα μεγάλα τους τα μάτια ισκιοπαρμένα.
Γραπουνιστά μασώντας άσκωνε τα μάτια ο ψυχαρπάχτης:
μες στο δροσάτο δείλι οι αρχόντισσες, χρουσομαργελωμένες,
τον όχτον όχτο αγάλια περπατούν, γυαλίζουν τα μαλλιά τους,
γυαλίζουν τα στηθάκια τους γυμνά στο μουχρωμένο αγέρα.
Ροδόλαδου και μόσκου μυρωδιά ξαχνίζουν οι μασκάλες
κι αντιλαλούν οι ρεματιές γλυκά τα γέλια, τις κουβέντες·
κι οι γίσκιοι μακροπέφτουν στα νερά και πνίγουνται στα μύρτα.
Μες στη βουβή λαμπήθρα του μονιά, στου άγριου ματιού το ρέμα,
περνούσα αργά και κοντοστέκουνταν οι θροφαντές κεράδες·
λες στα ματόκλαρα μπερδεύουνταν του
κοσμοκαταλύτη,
και πάλε παίρναν φόρα, γλίτωναν και μες στον ήλιο εμπαίναν.
Πώς μοιάζαν ξωτικά θαλασσινά που αγαλινά αρμενίζουν
χιλιόχρωμα, αλαφριά, στης θάλασσας τη γαληνήν απλάδα!
Με υπομονή, σκυφτός σαν τον ψαρά στο ακρόγιαλο ο Δυσσέας
καμάρωνε, πρι ρίξει στο γιαλό τα δίχτυα, τη σοδειά του·
και δίπλα του ο χαλκιάς εκόχευε με οργή το αρχοντολόι·
μα σώπαινε, τι ακόμα σκιάζουνταν το ανάβλεμμα
του αφέντη.
Λιόντας χορτάτος ξάπλωσε ο φονιάς στο
παραπέζουλό του·
κι ο βλάμης το κατώφλι δρασκελάει, στην
ποταμιά διαβαίνει
κι ως γήταυρος στα χλωροκάλαμα σκυφτός παραμονεύει:
Περνούν αρχόντοι και κρατούν μικρές στον κόρφο μαϊμουδίτσες,
περνούν αρχόντισσες σγουρόμαλλες, χλωμές,
μεγαλομάτες,
και λάμπου ως αστραπές καλοκαιρνές στο απόβροχο αγεράκι.
Με τα γαλάζια μάτια του ο χαλκιάς, στο τόπωμα
χωμένος,
σαν κυνηγός σημάδευε καλά των αγριμιών τις διάβες
και τις αδιάντροπες κυλίστρες τους και τους χωμένους στάλους·
και πια σα χόρτασε να κυνηγάει, να σφάζει στο μυαλό του,
σηκώθη γρούζοντας και διαπερνάει στου παλατιού τα σπλάχνα.
Ώρες αχναρολόγαε αμίλητα καταπαχτές, μουράγια,
κι άγρια φαρομανούσαν οι μυαλοί και κρουφοσυλλογιόταν:
«Ωχού, πολλά πυκνή μας έπιασε παγίδα, ανάθεμά τη!»
Με τ' άστρα πια στην κοίτη του γυρνάει, ξεκρίνει στο σκοτάδι
στο πέτρινο να κάθεται θρονί το δοξαρά σκυμμένο
και τρόμαξε· τι ελάμπαν πατωσιές πυκνές οι κεφαλές του.
Το λύχνο απ’ την κολόνα ξεκρεμάει, μα λίγεψε η
καρδιά του
και στρώνει αλάλητα στα σκοτεινά τις ψάθες να ξαπλώσει.
Βουλήθη να του πει πού γύριζε και τι το αυτί
του επήρε·
μα την ψυχή του αφεντικού νογάει μες σε βουβή τρομάρα
ν' αποστρουφίζεται σαν τίγρισσα που την επιάσα
οι πόνοι.
Τρεις
μέρες έτσι ανακλαδίζουνταν κατάχαμα στις πλάκες,
κι όντας μονάχα εφέρναν τον ταβλά, πέφτοντας με τα μούτρα,
κινούσε δίχως τσιμουδιά αρπαχτά και τάιζε το κορμί του·
στο νου του ανθρώποι, κάστρα, λογισμοί, σωριάζουνταν, ως πέφτουν
τα πολυγινωμένα πωρικά στη σιγαλιά της νύχτας.
Τη δεύτερη μουρμούρισε νυχτιά μες στα πυκνά
μουστάκια:
«Φωνάζω, δεν ακούς; χανόμαστε! Κατέβα πια και βόηθα!»
Η νύχτα γυαλοκόπαε ογρή, φουχτιές φωτιές κρεμόνταν τ' άστρα,
κι η λιόντισσα στον τοίχο φέγγριζε μες στα
κατάσπρα κρίνα.
Διπλοχεράκωσε, έσφιξε αγκαλιά τις ξομπλιαστές
κολόνες,
τη δύναμή του ορέχτη ξάφνου, λες, να τη
ζυγομετρήσει —
κι ύστερα απλώθη καταγής βαρύς σα λιόντας και κοιμήθη.
Το τρίτο πια απονύχτερο γρικάει θροϊχτή φωνή:
«Δυσσέα!»
μα δε γυρνάει, την αναπνιά κρατάει, το θρο να ξανακούσει·
κι όλο καημό και φόβο αντιλαλάει ξανά η
κραυγή: «Δυσσέα!»
Αγάλια στρέφει ο πολυβάσανος την άγρια κεφαλή
του·
μες στις κολόνες στέκουντα ο θεός, τα δάκρυα
φορτωμένος,
και τα σαγόνια του ξεστέλιωτα, χλωμά, καταχτυπούσαν.
Γαλάζιο φόραε σκούφο μυτερό, κι αστράφταν στο
σκοτάδι
τα μάτια του, τα στήθια, τα μεριά, σαν τα δικά του, θάρρειες
κι η ίδια του στέκουνταν ψυχή και ξεφωνούσε μες στη νύχτα.
Ο κακοτράχαλος τα φρύδια του ζυγιάει με καταφρόνια
και σκούζει κρούγοντας το γρόθο του με μάνητα στους στύλους:
«Δέσε τα γόνατα γερά και μην καταχτυπάς τα δόντια!
Τη γης, μωρέ, πατάς, και πρόβαλες χωρίς μαχαίρι ομπρός μου;
Τήρα με τέτοια μούτρα μη φανείς, κιοτή, στους βλάμηδές μου!
Χωνιάσου πάλε μες στα σπλάχνα μου, μην κλαις και θα σε σώσω!,»
είπε, κι ανέβη από τ' αρθούνια του δριμύς καπνός σα θειάφι.
Κι ως, μεσονύχτι, γύρισε ο χαλκιάς, τον βρήκε
στις καλές του
να στέκει ορθός, το σκούφο του στραβά, να περγελοσφυρίζει.
«Ωχού, κι η τίγρισσά μας γέννησε κι αλάφρωσε η κοιλιά της!»
βάνει ο χαλκιάς στο νου και χύθηκε χαρούμενος του αφέντη.
Σα δυο φωτιές οι δυο τραχιές ψυχές αρχίσαν να χορεύουν,
να κατακάτσει η πλήθια δύναμη, να ξεθαμπώσει ο νους τους·
και μαντινάδα σκούζαν ξεφωνής του εφτάψυχου τα χείλια:
«Εγώ 'μαι γιος, μωρέ, της αστραπής και της βροντής αγγόνι,
και θέλω αστράφτω απάγρια και βροντώ και θέλω ρίχνω χιόνι!»
Σαν πια μπουχτίσαν το χορό και καταστάλαξα οι καρδιές τους,
σωριάστηκαν στη γης, κι ο πονηρός το γόνα αρπάει του βλάμη:
«Τρεις νύχτες στέκουμουν στ' ακράνυχα κι έκραζα το θεό μου:
«Κατέβα, αφέντη καπετάνιο μου, στη φυλακή με ρίξαν·
κατέβα, θες δε θες, τι θα χαθώ, και θα χαθείς μαζί μου·
έλα να σμίξουμε τους ώμους μας, να σπάσουμε την πόρτα!»
Μα δε μου ζύγωνε, βαθιά στη γης τα δόντια του γρικούσα
να τ' ακονίζει απά στα μάρμαρα και ν' αργομουγκαλιέται·
μα απόψε πια ξεπρόβαλε ο θεός μέσα στις δυο κολόνες!»
Στον άγριο κόρφο πήδηξε ο χαλκιάς και γάβγιζε η καρδιά του:
«Ε δοξαρά, τα χείλια μη σφαλνάς, την πάσα αλήθεια πες μου·
στα μάτια σου θωρώ σαν πυρκαγιά το μέγα πρόσωπό του!»
Την τρομαγμένην όψη του θεού κατάχωσε στο σπλάχνο,
να μην κοπούν τα γόνα, τα νεφρά του λαγοκάρδη ανθρώπου:
«Φωτιά μες στις κολόνες λάβρισε και σπάθισε τη στέγη·
κι οι άγριες ψυχές μιλούσαμε αστραπές στόμα με στόμα οι δυο μας!»
Τα μάτια αντιφεγγίσαν του χαλκιά, τα γόνα αρπάει του αφέντη:
«Μολόγα μου τα κουβεντιάσατε, φωτιά να πάρει ο νους μου!»
Μα ο πονηρός το στόμα του έφραξε και με θυμό του κάνει:
«Φύσα στο νου τη φλόγα του θεού και μη ρωτάς πιο πέρα!»
Σηκώθη κι άναψε το δίστομο κρεμάμενο λυχνάρι·
και χάρη απά σε κάμπο πορφυρό, στον τοίχο
στορισμένη,
την άγρια λιόντισσα που κείτουνταν μες στα
κατάσπρα κρίνα.
Στα πόδια ξάπλωσε της λιόντισσας, και
ξαγριεμένα τ' άστρα
θωρούσε να πηδούν χοχλακιστά, να κρουν την
κεφαλή του.
Μα όλο κι ο λάβρος νους δροσέρευε, γλυκό
μελτέμι ο γύπνος,
σαν τα κρινάνθια τ' άστρα σάλεψαν, κι ανέγνοια
ανάμεσά τους
η γαύρα ειρηνεμένη του ψυχή σα λιόντισσα
ξαπλώθη.
Έτσι
αναπαύουντα ο πολύπαθος βαθιά στα πλήθια αστέρια,
κι η Ελένη αναγερτή σε μαλακά στρωσίδια, το κρουστάλλι
μες στα χρουσά λυχνάρια μελετάει και στην ψυχή της σκύβει.
Το μαραμένο χέρι ο βασιλιάς πα στον ανθάτο κόρφο
βαριόχνωτο έριχνε, σα σκούληκας που σε κρινάνθι ανέβη·
μα 'ταν αλάργα ο νους της Κράχτισσας, στα σπλάχνα της γευόταν
μιαν αλογίσια βάρβαρη ευωδιά και δυο τραχιά αντικνήμια.
Τα μάτια η τραγανόχειλη σφαλνάει, κι αναχαράζει η μνήμη
τα στενορύμια πώς εδιάβαιναν, τις πόρτες πώς ανοίγαν
και πώς ο γαυριασμένος άντρακλας χύθηκε στα κελάρια
κι αμίλητοι πώς ξάπλωσαν κι οι δυο στο ευωδιασμένο στάρι.
Τα στήθια της Ελένης σάλεψαν μες στα χρουσά λυχνάρια
κι αγάλια αναστενάζοντας βυθάει την όψη στο κρουστάλλι
λαχταριστή, να πλάσει και να δει τη μοίρα της πιο πέρα.
Μα μοναχά του ακριβοθάλαμου τα ξόμπλια αστραπολάμψαν:
αναβρυτά νερά, κρινάνθια ορθά, χρουσονυχάτοι ταύροι,
και στο βαθύ, τον πράσινο ουρανό της κλίνης ανοιγόταν
μεγάλο μάτι φτερωτό, κι εφτά τρογύρα του γυναίκες
παίζαν τα φίδια κι έσερναν χορό και
στηθολαμποκόπουν.
Η Ελένη στέναξε, απ’ την ομορφιά του κόσμου λαβωμένη·
απ’ το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το νυχτοδροσοβόλι,
θαμποκοιμόντα αντίκρα το βουνό στο απόλιγο φεγγάρι
κι ο γκιώνης στάλαζε μες στις ελιές σταξιά σταξιά το θρήνο.
Την ώρα αυτή σηκώνουντα οι νεκροί, δέναν τα κόκαλά τους
με λουροπέτσια και σκοινιά σφιχτά, μη σκορπιστούν στο αγέρι,
γλυκιά η βραδιά, φεγγάρι λιγοστό, δροσοφυσάει το αγιάζι
κι αρχίζει πάλε το αγριοπάλεμα στ' ακρόγιαλα της Τροίας.
Ίσκιοι τα παλικάρια χύνουνται να φαν τους άλλους ίσκιους,
άχνα δε βγάνουν τ' άσπρα χείλια τους, και τα κοντάρια ανοίγουν
βαθιές πληγές αναίματες, κουφές, σα να ξεσκίζου αγέρα.
Και μια θεά με μάτια κίτρινα, μια ολάσπρη κουκουβάγια,
σε ξέρακα κουφάλα μουλωχτή, με το χουχούτισμά της
κουκί κουκί μετράει το ασκέρι της, κουκί κουκί τη νύχτα.
Συνεπαρμένη η μαρμαρόλαιμη τη μοναξιά γρικούσε
να περπατάει στ' αχνά μεσάνυχτα με τ' απαλά
ποδάρια,
και σούρνα οι λαμπηδόνες κι οι σκορπιοί τη
βελουδένια ουρά της.
Κουφοστενάζει η περδικόστηθη, τα χνουδωτά της
μάτια
μες στη δροσάτη σιγαλιά βυθάει, στη νύχτα τ'
αρμενίζει·
ίσκιοι σηκώνουνται στα φρένα της, γλυκιές
φωνές, κεφάλια
παλικαριών, που στου άγιου κόρφου της την άχνα
λιγωθήκαν·
και μακρινά σμαράγδια ακρόγιαλα κι ερωτικές
αγκάλες.
Και συλλογάται λαχταρίζοντας, κι ο κόρφος της
αχνίζει,
πόσους ανθούς και δε μυρίστηκε, περβόλια και
δεν μπήκε,
και θα σαπούν τα χείλια της στη γης, δε θα
προφτάσει, Θε μου,
όλη του κόσμου τη χαρά να πιει στα δυο μικρά
χεράκια.
Τα μάργα μάτια της ξαναγυρνάει στο μαγικό
κρουστάλλι·
πυκνά κοπάδια βόδια, αλόγατα, σε λιόχλωρο
γρασίδι,
μάνες το διπλοπόδι απά στη γης βυζαίνουν τα
μωρά τους
κι άλλες σκυφτές ανάβουν τη φωτιά και στήνουν
τα λεβέτια·
κι άντρες ξανθοί στ' αλώνια αντρομαχούν και
ρίχνουν το λιθάρι
για με βαριές το σίδερο χτυπούν, το
λευκοπυρωμένο.
Ξάφνου κουρελοτσάντηρο άνοιξε και πρόβαλε ο
καλός της·
σε άσπρες παχιόμαλλες αρνοπροβιές κρατούσε
τυλιμένο
και τον ταχτάριζε αψηλά το γιο στη λιόξανθή
του αγκάλη·
μα το βυζασταρούδι, κλαίγοντας, τα παχουλά
χεράκια
σαν τα φτερούδια αναπετάριζε γοργά κατά τη
μάνα.
Αχνογελούσα η λαμπαδόχυτη προβαίνει απ’ το τσαντήρι,
τα παλαμάκια κουρταλάει κι ανοιεί στο γιο τον
άσπρο κόρφο.
«Παιδί μου!» κράζει, κι απ' τα χέρια της το
θείο γλιστράει κρουστάλλι
και μύρια θρύμματα κατασκορπάει στις
ξομπλιασμένες πλάκες.
Ο βασιλιάς στο γεροντόπνι του νειρεύεται πως τάχα
σαν ήλιος που βασίλευε στη γης το θείο του
ταίρι εχάθη·
και πίσω του έτρεχε λαχανιαστός,
γοργοκατρακυλούσε
του κάτω κόσμου τα τετράσκαλα και κράταε
πισωπλάτι
σαν την καμπούρα το κεφάλι του το
μαχαιροσφαμένο.
Κι ως γρίκηξε το κρούσταλλο να σπάει, πετιέται
αλαφιασμένος,
κι απ’ τα χρουσόφαντα παπλώματα γυαλιστερό
πορίζει
σαν της χελώνας το κεφάλι του κι ολόδρωτο
σαλεύει,
τρεμουλιασμένο ακόμα απ’ τ' όνειρο, στον κόρφο
της Ελένης·
μα ανατριχιάει το αστρόφωτο κορμί κι αποτραβιέται πίσω.
Έτσι περνούσε με τα δίχτυα της στον κόσμο απάνω η νύχτα
και δόλωνε γλυκά τις κεφαλές, τάγιζε τις ελπίδες,
κι ό,τι η στριμμένη μέρα αρνιότανε μας το κουβάλαε η νύχτα,
πεσκέσι μες στου ονείρου τα χλωρά τα φύλλα τυλιμένο·
μα να, τ' ορνίθι ασκώθη κι έκραξε κι η κερα-νύχτα εχάθη.
Ξημέρωσε ο θεός ο δουλευτής, τινάχτη ο αλεπονούσης,
τον Καρτερό με το ποδάρι του σκουντάει και
παραγγέλνει:
«Αν δε γυρίσω απόψε πια, χαλκιά, γοργά τη στράτα πάρε,
σμίξε τ' αδέρφια κάτω στο γιαλό και πες τους με σκοτώσαν·
κι ό,τι βαστάει η καρδιά σας κάμετε να γδικηθείτε, αν θέτε!
Όχι για μένα που ακρασόβρεχτος το χώμα θα δαγκάνω,
παρά για να φραθούν οι ζωντανοί λιμάρικοι λαιμοί σας!»
Ο αψός χαλκιάς μουγκρίζοντας αρπάει το γόνα
του αρχηγού του:
«Δε θα σ' αφήσω, αφέντη, μοναχό στον κίντυνο ποτέ μου!»
Πολληώρα αντροπαλεύα αμίλητοι τρογύρα απ’ τις κολόνες·
μα ξάφνου ο ανάσβολος εντράπηκε, τα γόνα του κοπήκαν,
σα να νογήθη λες πως με θεό στη χαραυγή παλεύει·
αναμεράει, κι ο αφέντης γελαστός την πόρτα δρασκελίζει.
Ώρες το στρουφοκόχυλα ο χαλκιάς εγόργωνε του
αυτιού του
και δέχουνταν σα θάλασσα βουερή του παλατιού το βρούχος·
σαν τη γαλέρα στο αγριοσίφουνο βογκούσε το παλάτι,
κι ο Καρτερός το αυτί του στήλωνε στη γης, να ξεχωρίσει
το κουνιστό του καπετάνιου του μες στην αντράλα ζάλο.
Κι ωστόσο ο πολυπρόσωπος φονιάς, πασαλειμμένος μούστο,
κοφίνι ξέχειλο στις πλάτες του σταφύλια κουβαλούσε
κι ανέβαινε σκυφτός τα πέτρινα σκαλιά του γυναικίτη.
Δεξόζερβά του ανθίζα οι ζωγραφιές, και το λιμάρο μάτι
κατάτρωγε τους νιους, που με σφιχτή δαχτυλιδένια μέση
χρουσά ρονιά σε ανοιχτοσκέλα παν θεά διχαλοβύζα.
Μα ως αργογλίστραε στ' αψηλά σκαλιά και πέρναε τα κατώφλια,
χέρι λαχταριστό του φούχτωσε τη δερματένια ζώνη
κι άγριο περέχυσε χαχάρισμα κρουφτά την κεφαλή του.
Σηκώνει το λαιμό κι ανατριχιάει τη Φίδα συντηρώντας,
βουερή, λαχανιασμένη απάνω του φωτιά ν' ανακρεμάται.
«Μου αρέσεις! Το θεό λογιάζω εγώ πανούργο, γοργομάτη,
σταφύλια φορτωμένο και σφαγή, να δρασκελάει τις πόρτες!»
Μα ο πονηρός το νου παράχωνε σαν το δαυλό στη στάχτη,
κι αμίλητος, σκυφτός, τη φλόγα της νογούσε στα μαλλιά του.
«Άντρα ζητώ, μονάχη δεν μπορώ να κάψω το παλάτι!»
Ο παιχνιδόματος εσούριξε και το φαρμάκι χύνει:
«Προχτές το στήθος σου, όντας χόρευες, μουντζαλωμένο το 'δα·
Φίδα, καλός ο ρούσος σιδεράς για τις κρουφές φωτιές σου!»
Η Φίδα στρήνιαξε, τα νύχια της εκάρφωσε στον τοίχο:
«Καλός ο σιδεράς για να χτυπάει με τη βαριά το αμόνι,
για να κοιμάται, αν θες, στα κάρβουνα τη νύχτα με γυναίκες·
μα εγώ φωνάζω το θεό στη γης να κατεβεί σαν άντρας,
γιομάτος νου κι ανέλπιδη αντριγιά κι άσπλαχνος σαν και μένα!»
Τα μαύρα μάτια της συννέφιασαν, χοντρόρωγες
ψιχάλες
κυλήσαν αρμυρές και στάθηκαν στ' αχνά της ακραχείλια.
Ο τετραπέρατος ακούμπησε στις πλάκες τα σταφύλια
κι αρπάει τον ώμο της στην άσπλαχνη δαγκάνα του απαλάμη:
«Σώπα, κερά, καλά τα πράσινα τα μάτια σου σαϊτέψαν
κράτα καλά το μυστικό, τα γόνα στέριωσε μην πέσεις:
είμαι θεός κι ανέβηκα απ’ τη γης μιαν αστραπή
να παίξω!»
Η Φίδα σκούζοντας σαν κόρακας χιμάει στην
αγκαλιά του,
μα αψά ο βαρύσκιωτος την άμπωσε και χοντρομίλησέ της:
«Δε δέχουνται με αγκαλιές το θεό και με κραξιές κοράκου·
μα ολόρθες οι ψυχές τον συντηρούν και προσδοκούν να γνέψει!»
Είπε, κι ασκώνοντας στην κεφαλή το ξέχειλο κοφίνι,
κινάει, κι η Φίδα πήγαινε μπροστά τη στράτα ανοίγοντάς του.
Στη θύρα της βασίλισσας, θεριά σαλέψαν αραπάδες·
μα η μονοβύζα αλάλητη έγνεψε, μεριάσα οι
θυροκράτες
κι ο χαμαλούπης στ' αμπελόφυλλα παραχωμένος διάβη.
Η
Ελένη χαμογέλαε στο χρουσό θρονί της, κι οι μυρώτρες
ρόδινα βάφαν τα νυχάκια της και με σουρμά τα φρύδια
και χρουσοπασπαλίζαν ζαφορά τα νιόλουστα μαλλιά της.
Δυο κοντοπίθαροι, κοντόκωλοι τζουτζέδες τη ρεπίζαν,
κι απ’ τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα τ' άγια περβόλια εμπαίναν.
Η γοργομάτα εστράφη κι έλαμψε κρουφά το πρόσωπό της·
στα χοντροστάφυλα, τα πονηρά να στραφταλίζουν μάτια
φιδίσια ξέκρινε και τρόμαξε, το άσπρο χεράκι ασκώνει·
κι οι ροδοδάχτυλες χαθήκαν νιες κι οι κουτρουλοί μουνούχοι.
Το λιόσγουρο άνοιξε άνθος της ροϊδιάς, γλυκιά η λαλιά γρικήθη:
«Του κάκου, γιε της αστραπής, με τ' αμπελόφυλλα σκεπάζεις
τη γαύρα πυρκαγιά της κεφαλής και τις γοργές λαμπήθρες·
πολλά μπορείς, μα την ψυχή σου, ωιμέ! πια δεν μπορείς να σβήσεις!»
Αγουρογέλασε ο μονιάς κι αχάει περγελαχτή η φωνή του:
«Δεν έχου, Ελένη, όλες οι ψυχές τις εδικές σου χάρες·
εσύ μες στης δαμάλας το κορμί γαληνεμένη
σβήνεις!»
Η σγουροχείλα στέναξε αλαφριά, μιισοκαμνυεί τα μάτια:
« Αλάργα πια στο νου μου απογυρνάς και χάνεσαι, Δυσσέα!»
Ανατριχιάζει ο μέγας άρπαγος, ντροπιάστη η δύναμή του,
νογάει το θείο κορμί απ’ τις σκοτεινές να του γλιστράει παλάμες,
το βάρβαρο θωράει χαράματα το αγκάλιασμα, τα γέλια
και πώς χαθήκαν λαχανιάζοντας μες στα βαθιά κελάρια·
κι αστραπολίθι σκίζει ως το βυθό και του φωτάει τα φρένα.
Κι είπε, με μάνητα τα νύχια του καρφώνοντας στον κόρφο:
«Στο κοσμοξακουσμένο σου κορμί τ' αλόγατα σταβλιάζουν!»
Δροσογελάει η λακκουδομάγουλη, κι ως
συντριβάνι ασκώθη,
κρουσταλλωτή, παραπονιάρισσα, στο λιακωτό η φωνή της:
«Αν είσαι αλήθεια η κράχτισσα ψυχή, που όλες της γης τις πίκρες
και τις χαρές βαστάει τα γόνατα χωρίς να τρέμουν, άκου:
Μες στο κρουστάλλι που μου χάρισες τη μοίρα μου ν' ανοίγω,
θωρώ ξανθογενάτο βάρβαρο να στέκεται δεξά μου
στο κόκκινο τσαντήρι μας ορθός και να κρατάει το γιο μου·
θωρώ καινούρια γης και θάλασσα, και χάθηκες, Δυσσέα!»
Το χαμογέλιο ακόμα αποκρατάει, κι απ’ το χρουσό φεγγίτη
τον κάμπο μελετάει και τα βουνά και ξεπετάει η ψυχή της.
Τη χέρα του άπλωσε ο πολύπαθος στο φουσκωτό λαιμό του,
το μουγκρητό που ανέβαινε με βιας να το αναγύρει πίσω·
κι ακούστη χάχαρο στο σπλάχνο του κι άγρια φωνή ταυρίσια:
«Ε δοξαρά, η ψυχή της πέρφανη πολύ 'ναι και μου αρέσει!
Τ' αχνάρια σου καλά ακλουθάει κι αυτή, και λευτεριά ξετρέχει·
εγώ ο θεός τα χέρια απλώνω της, ας έχει την ευκή μου!»
Με οργή αφουκράται εντός του το θεό, μαζί του αντροπαλεύει
και μάχεται να πνίξει τη φωνή στο αστροκαμένο στήθος·
μα πια ο θεός νικάει το μαύρο ζο, κι ο δοξαράς γλυκαίνει:
«Στα σπλάχνα μου ο θεός της λευτεριάς φωνάζει κι υπακούω·
ω λεύτερη ψυχή, σε χαίρουμαι να μου πετάς φτερούγες
και νέα ν' ανοίγεις στράτα να διαβείς, νια παρθενιά να παίρνεις·
φωνάζει, Ελένη, μέσα μου ο θεός: Καλό σου καταβόδιο!
Μα, λέω, πριχού να ξεχωρίσουμε, τρανό απομένει χρέος·
κι άκου καλά τι διάβη μου το νου και βόηθα με, αστρομάτα,
να ρίξουμε τις πόρτες της σκλαβιάς, με δόλο ή με τσεκούρι —
και το έχε γεια να πούμε οι δυό μας πια στα χλια αποκαρβουνίδια!»
Μα πήρε το πικρό παράπονο την κράχτισσα ορθοβύζα·
πώς έτσι, Θε μου, δίχως θλίψη πια την παρατούν, σα να 'χε
κιόλας χαθεί η δριμιά της μυρωδιά που ξάγκριζε τους άντρες·
πεισμάτωσε και σύντριψε με οργή στα ροδοπάλαμά της
το φιλντισένιο κρίνο που έλαμπε στου κόρφου τη ρουφήχτρα.
Τον πόνο ο καρδιογνώστης μάντεψε, σπλαχνίστη τη γυναίκα·
κι αργά ζυγώνοντας ακράγγιξε το μηλογόνατό της
και πρόσταξε γοργά να τιναχτούν στο φως τα κλάματά του.
Η Ελένη εχάρη κι άπλωσε απαλά το χέρι στα μαλλιά του:
«Αγαπημένε, πάντα θα κρατώ τη φοβερή ματιά σου
στα σωθικά σαν άσβεστη φωτιά να με κρουφοσυμπαίνει·
γιατί θνητός δε γεύτη ομάδι σου ποτέ ψωμί κι αλάτι
χωρίς το σπλάχνο του να το διαβεί κοσμορημάχτρα φλόγα.
Και τώρα μίλησε· το δολερό μολόγα μου σκοπό σου —
τι λαχταρώ κι εγώ απ’ το μισητό να λυτρωθώ
κλινάρι.»
Με αχνή φωνή στο ροδοκόχυλο ζυγώνοντας αυτάκι,
ο δοξαράς τη δολερή πυκνή ξετύλιγε μπλοκάδα·
ο βασιλιάς, οι δούλοι του, οι θεοί, τα φουμιστά καράβια,
χοροστρουφίζονταν σαν τους σκορπιούς στην πυρκαγιά του νου του.
Λιώναν στο νου τα σκουλαρίκια τους, χύνουνταν τα βραχιόλια,
ανέβαινε η φωτιά, κατέβαινε, νοικοκυρά στο κάστρο —
κι η Ελένη λαμποκόπαε στους καπνούς μ' ένα παιδί στον κόρφο.
Σκυμμένη η ομορφολάγγονη, άλαλη τον άντρα αφουκραζόταν·
κι όντας ο μέγας σώπασε φονιάς, άρχισε αυτή το κλάμα·
ο καρπισμένος ούρμος κόρφος της τον κόσμο ως γιο πονούσε.
Το μεσημέρι στάλαε πια στη γης, οι γίσκιοι κουλουριάζαν,
κι ο δοξαράς περνάει του παλατιού τα στρουφιχτά απογύρια,
τις μεσαυλές, τα προύντζινα πυργιά, την ξώπορτα, και πιάνει,
βουβή κρατώντας την καρδιά, γοργά του λιμανιού τη στράτα.
Δεξόζερβα
στις ομαλές πλαγιές εσκάλωναν τ' αμπέλια,
μεγάλα σαν παιδιά στη γης τα κρασοστάφυλα ακουμπούσαν
και σκύβαν και τ' αγκάλιαζα οι σγουρές ξεστήθωτες τρυγήτρες·
κι η πύρα του αμπελιού κι η μυρωδιά του μουστωμένου αγέρα
τυφλά, πηχτά ξυπνούσαν αίματα, κρουφές παλιές αγκούσες,
κι οι νιοι ιδρωμένοι κόρφοι στέναζαν και μύριζα αγκρισμένοι.
Κι όσο το μαύρο δείλι πλάκωνε κι οι γίσκιοι ζευγαρώναν,
το πυρωμένο λάγγεμα αγρίευε κι η πίκρα ξεχειλούσε,
λες πέθανε ο θεός ο σερνικός κι όλες γενήκαν χήρες.
Ο κοσμοτρυγητής γοργά περνάει, γοργά κλοτσάει
τη στράτα
<p |