Το μήλο της αγάπης
Του κόσμου ο θόρυβος δεν φθάνει εκεί και δεν ταράττει το ησυχαστήριον της μοναχής Κασσιανής. Λιβάνι αγνό στέλλουν τα άνθη και ψαλμούς μυστικούς τ’ αηδόνια.
Η μοναχή γράφει, γράφει. Τα μάτια της γαλανά φωτίζει άλλου ήλιου ακτίνα· δεν είναι μίσους αστραπή, δεν είναι αγάπης συνηθισμένη λάμψη. Είναι η ακτίνα η άγια καρδιάς που δεν ετάραξαν τα πάθη αυτού του κόσμου. Είν’ η καρδιά της εκκλησιά, που μέσα ο Θεός λατρεύεται.
Τι ευμορφιά! Τα χρόνια τη σεβάστηκαν και έμεινε η εύμορφη Κωνσταντινουπολίτισσα, που για δυο λόγια θαρρετά του Βυζαντίου το στεφάνι έχασε και φόρεσε το μαύρο φόρεμα της μοναχής, αντί πορφύρας χρυσοκεντημένης.
Θυμάται την αξέχαστη στιγμή, που ο Θεόφιλος τα μάτια του εκάρφωσε με θαυμασμό. Οι εύμορφες του Βυζαντίου ήτανε εκεί μαζευμένες και φύλαγαν με καρδιοχτύπι σε ποιαν θα δώσει «το μήλο της αγάπης» ο Θεόφιλος. Διστάζει… είναι όλες τόσο εύμορφες, και δυνατά αυτά τα λόγια λέει, ενώ το χέρι του το μήλο στην Κασσιανή άπλωσε για να δώσει:
-Από τη γυναίκα γεννιούνται όλα τα κακά.
Κοκκίνισε η Θεοδώρα η μελαχρινή και εχαμήλωσε τα μαύρα μάτια της, μα η Κασσιανή, η εύμορφη σοφή, ήθελε σεβασμό ακόμα κι από βασιλείς και άνοιξε τα κοράλλινα χείλη και είπε αυτά τα λόγια, που την έστειλαν στο μοναστήρι:
-Ναι, μεγαλειότατε, μα και όλα τα καλά.
Προσβλήθηκε η φιλοτιμία του· το χέρι με θυμό ετράβηξε και έριξε το μήλο της αγάπης στην αγκαλιά της Θεοδώρας.
Αχ πόσες φορές απ’ το Θεό, στα γόνατα πεσμένη, η Κασσιανή συχώρεση δεν γύρεψε για το φρικτό της κρίμα που δεν μπόρεσε αυτή την φοβερή στιγμή να λησμονήσει. Όταν οι λογισμοί της απ’ τον ουρανό κατέβαιναν στη γη, σ’ αυτήν την επίσημη στιγμή σταματούσανε και στην αρχή εμίσησε τη Θεοδώρα. Η γυναίκα ζήλεψε· μα ύστερα η θρησκεία της αγάπης, με τις ακτίνες της, ανάλυσε το μίσος το παγωμένο και η Κασσιανή με πιο πολλή αγάπη στο Θεό αφιερώθηκε. Είδε, με μάτι καθαρισμένο από εγκόσμιους λογισμούς, του κόσμου τ’ αγαθά τόσο μικρά και μάταια και την ευτυχία άρχεψε να βρίσκει στο ερημητήριον που ήλθε στην απελπισία της, τη λύσσα της να κρύψει. Μα εκείνη αν στην αγάπη του Θεού της τον κόσμο ξέχασε, ο κόσμος δεν την ξέχασε.
Ο αυτοκράτωρ εις το νησί το μυρωμένο για κυνήγι πήγε και πίσω από δάσος πυκνό είδε το εύμορφο μοναστηράκι, που την πιο εύμορφη Βυζαντινή εσπέπαζε.
Τον είδε και καρφώθηκε στον τόπο της· ο πάπυρος που προσευχή για το Θεό της έγραφε, μισοτελειωμένος έμεινε· για μια στιγμή, πως είναι γυναίκα θυμήθηκε και ηύρε δύναμη να φύγει… να κρυφθεί. Λένε οι γλώσσες οι κακές ότι δεν ήθελε η Κασσιανή να ιδεί ο Θεόφιλος (που νέα δροσερή τη θαύμασε) ασημένιες τρίχες στα χρυσά της μαλλιά και μια ρυτίδα βαθιά στο μαρμαρένιο μέτωπό της.
Ο αυτοκράτωρ, που αγαπούσε τα κάλλη τα πνευματικά, εδιάβασε με θαυμασμό την προσευχή καρδιάς, οπού υπόφερε από κρυφή πληγή, και με συγκίνηση κι αυτός στον ατέλειωτο ψαλμό δυο τρία λόγια έγραψε κι έφυγε· η ησυχία η νεκρική κι η μυρωδιά του λιβανιού τον έπνιγαν.
Όταν εγύρισε η μοναχή, λένε πως έσκυψε και φίλησε τα λόγια που έγραψε το χέρι το βασιλικό και για το φίλημα αυτό, που η αθώα της ψυχή το ηύρε ένοχο, καινούριες προσευχές έκανε.
Χρόνια επέρασαν πολλά· τώρα στην προσευχή της, το Θεό παρακαλεί να συχωρέσει τον Θεόφιλο που τη λατρεία των εικόνων επολέμησε και να τον αναπαύσει σε τόπον δροσερόν. Έφθασε το έτος 856. Μια μέρα μια γυναίκα, με κάτασπρα μαλλιά, στο ερημητήριό της ήλθε και γύρεψε καταφύγιο. Χλωμή, απελπισμένη, εις την ησυχία και τη σιωπή τα δάκρυά της άφησε ελεύθερα να τρέχουν. Αγνώριστη.
Η Κασσιανή δεν θυμάται να είδε άλλοτε αυτό το μαραμένο πρόσωπο, μα η καρδιά της πονεί για κάθε ξένη συμφορά και την αγνώριστη παρηγορεί με λόγια άγια και την περιποιείται όπως ημπορεί.
-Μην κλαις, καλή μου, για του κόσμου αυτού του ψεύτικου τις λύπες και τα βάσανα, το νου σου απ’ τη γη ξεσκάλωσε και αψηλά απ’ το Θεό σου γύρευε παρηγοριά. «Μακάριοι οι πενθούντες» δεν είπανε τα χείλη του Θεού; Μακάριοι όσοι κατόρθωσαν την ευτυχία εδώ κάτω να μην κλέψουν και Θεό επίγειο (πράγμα ή πρόσωπο) να μη λατρέψουν.
Κλαίει η αγνώριστη και λέει με λυγμούς:
-Αχ, αδελφή μου, μάνα εσύ δεν έγινες· το γάλα σου παιδί δε βύζαξε και το παιδί εκείνο που βγήκε απ’ τα σπλάχνα σου, δεν έγινε θηρίο να θέλει το αίμα σου να πιει. Εγώ είμαι η Θεοδώρα του Βυζαντίου η αυτοκρατόρισσα, που τις εικόνες πάλι στήλωσα και μ’ ευλογούνε όλοι. Κανείς δεν εβασανίσθηκε εδώ κάτω όσο εγώ. Καλός, μεγάλος ο Βασιλέας ο Θεόφιλος, μα εγώ ξέρω τι υπόφερα στα χέρια του και τώρα ο κεραυνός που εφοβόμουνα έπεσε φοβερός εις την καρδιά μου. Για τιμωρία, ο Θεός μου το παιδί του εικονομάχου αυτοκράτορα, φίδι, θηρίο ανήμερο τον έκαμε και άρχεψε απ’ τη μητέρα του· στο μοναστήρι να με κλείσουν πρόσταξε. Δεν κλαίω για τον θρόνο και για την πορφύρα τη βασιλική, που τόσα φαρμάκια με ποτίσανε, κλαίω για το παιδί μου. Μοναχή, που δεν ξεύρεις μάνας καρδιά τι θα πει, να με καταλάβεις δεν μπορείς.
Και η απελπισμένη μάνα διηγήθηκε βάσανα και πίκρες που ούτε εφαντάστηκε η μνηστή του Χριστού, η οποία έζησε τόσο ήσυχα στο ωραίο νησάκι της Προποντίδος, ανασαίνοντας αέρα μυρωμένο και περιμένοντας ως αμοιβή της ήσυχης και άπονης αυτής ζωής, το στεφάνι της μακαριότητος. Όταν έφθασε στο σκοτωμό του γενναίου στρατηγού Θεόκτιστου και στην ιδική της εξορία, η δυστυχισμένη ελιποθύμησε.
Η Κασσιανή γύρισε τα μάτια της στον ουρανό και ευχαρίστησε το Θεό που δεν την έκανε αυτοκρατόρισσα. Αυτά τα βάσανα έκρυβε η πορφύρα εκείνη με τους χρυσοκεντημένους σταυρούς;
Όταν συνήλθε, η Θεοδώρα, έμαθε πως η μοναχή ήτον η Κασσιανή. Ναι, την εγνώρισε· ωραία πάντοτε και δροσερή. Αι δύο γυναίκες ενηγκαλίσθησαν και έκλαυσαν και η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου είπε με πίκρα:
-Ένα μόνο παράπονο είχες: «Γιατί να μη γίνεις αυτοκρατόρισσα». Είναι πολύ μικρό κι ασήμαντο εμπρός στη φοβερή δυστυχία βασίλισσας δυστυχισμένης και μητέρας τόσον αδικημένης. Η μοίρα έγραψε και για τις δυο μας μοναστήρι. Οι δρόμοι ήτανε διαφορετικοί, ο ιδικός σου ήσυχος, χωρίς δάφνες ή τριαντάφυλλα, μα και χωρίς αγκάθια και ο ιδικός μου δρόμος αψηλός, ακατάστατος, που μ’ έφερε απ’ τα ύψη ενός θρόνου, στα βάθη ενός μοναστηριού.
-Συγχώρησε εκείνους που σ’ έβλαψαν, λησμόνησε το κακό που σ’ έκαμαν και έλα να προσευχηθείς για το παιδί σου. Έχασες την βασιλεία του κόσμου αυτού, προσπάθησε να κερδίσεις την βασιλεία του άλλου· έχει και τα καλά του το μοναστήρι.
Ωστόσο πάντα το μήλο της Αγάπης φέρνει δυστυχία.