του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929)
Εσύ εδώ αναμεταξύ μας τι γυρέβεις, δε μου λες; Τι με θέλεις; Ήρθες τάχα φιτίλια να μας βάλης; Ήρθες να μας τα χαλάσης, που τα πηγαίναμε τόσο καλά; Είχαμε λατρεία ο ένας για τον άλλονε. Και της είμουνε όσο γίνεται πιστός. Και να σου άξαφνα που η μυτίτσα σου προβέλνει έξυπνη και γελαστή και περιπαίχτρα, γιατί μόνος εγώ κατάλαβα τι πνέμα που μου τόχει στην ακρίτσα της η μυτίτσα σου. Και με κοιτάζει και μου λέειּ
— «Σταθήτε και δω είμαι! Θέλω και γω το μερτικό μου.»
Κακή την έχουμε, κακή! Και το χερότερο είναι που σήμερις άμα σε είδα, σε αγάπησα λωλά, τριών ωρώ κουκλάκι, αδελφούλα της Μαρία-Ελένης.
19
του Απρίλη, 1911.
Περιοδικό Ο Νουμάς, τόμος 9, τεύχος 450
(1911), σ. 530.