Και μάγερας

του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929)

 

 

Ποιος από σας δεν τον ξέρει τον Αργύρη; Τον Αργύρη τον Εφταλιώτη;

 

Όλοι μας τον ξέρουμε, θα πήτε. Όλοι σας τον ξέρετε, θα σας απαντήσω, και δεν τον ξέρει κανένας από σας.

 

Εσείς τον ξέρετε, θαρρείτε, γιατί τους στίχους του ξέρετε τους γλυκοχρώματους, γιατί ξέρετε τα δηγήματά του τα ερωτοστάλαχτα, γιατί ξέρετε την Ιστορία του της Ρωμιοσύνης, την ολοζώντανη, γιατί ξέρετε τα πεζά του που το ταίρι τους δεν έχουνε.

 

Κι ωστόσο τίποτα δεν ξέρετε.

 

Τον ξέρετε δηλαδή, επειδή και τονέ διαβάσατε· τον ξέρω εγώ, επειδή και τον έφαγα.

 

Κι ακούτε με τώρα να σας τα πω, για να μάθετε ποιος είναι.

 

Μάγερα σαν τον Αργύρη μας δεν έχει.

 

Πιλάφια, γιαούρτια, στουφάτα, μακαρονάδες, αστακοσαλάτες, όλα μια μορφιά σου τα σκαρώνει, και όμως, μπρε μωρέ παιδιά, τι να σας τα μασώ; τα μπαρμπουνάκια πλακί που μας φτειάνει ο Αργύρης, είναι να χάσης το νου σου. Βέβαια, και στο πιλάφι, και στο γιαούρτι, ακόμη και στο στουφάτο, ακόμη και στην αστακοσαλάτα, το νοιώθεις τι μαστοριά, να πάρη ο διάολος, που σου την έχει στο φαγί το ρωμαίικό του το χέρι. Μα στο βλογημένο εκείνο του πλακί, δεν είναι πια τέχνη μονάχα, είναι της τέχνης η τέχνη, το δαιμόνιο το θεϊκό, είναι κάτι που του κάκου και το μεγαλούργησε ποιητής.

 

Στέκεσαι και βλέπεις, μέσα στο μαγερειό, σκορπισμένα στο τραπέζι κρομμυδάκια, ντομάτες, μαϊντανούς· βλέπεις αλάτια, πιπέρια και λάδια, λεμόνια και χορταράκια ειδών ειδώνε, να ρωτάς τάχα με τι τρόπο απ΄ όλα τους αφτά θα βγη ταριστούργημα.

 

Πρόσεξε και θα καταλάβης. Ένα ένα τα πιάνει, τα κοιτάζει, τα κόφτει, ένα ένα τα συγυρίζει, τα στρώνει στο τηγάνι το μαγικό, με μάτι, με όψη, με στάσιμο που θα το είχε ιερέας δερφικός, και τότες βάζει πια το τηγάνι στη στια.

 

Εγώ τον είδα σαν άρχιζε και μισόλιωνε το σμίγμα το θείο, τον είδα σαν έπαιρνε και βουτούσε τα μπαρμπουνάκια τα σπαρταριστά στο ζουμί ταφρισμένο, τον είδα σα στεκότανε, με σουφρωμένα τα φρύδια, καρτερώντας την ώρα τη μυστική της δημιουργίας.

 

Το ρούφηξα το πλακί του με αλάλητη γλύκα. Ρωμιοσύνη στάλαξε στα σωθικά μου. Ποίημα του Αργύρη μοναδικό μου χάδεβε την ψυχή.-

 

28 του Τρυγητή, 1900.

 

 

Περιοδικό Ο Νουμάς, τόμος 9, τεύχος 450 (1911), σ. 530.

 

 

Σημείωση: Η λέξη θαρρείτε έχει στο πρωτότυπο κείμενο κορωνίδα και δασεία στο διπλό ρω.

 

 

 

 

 

Επιστροφή στα 12 πεζά τραγούδια του Ψυχάρη