ΜΕΡΟΣ Α΄

 

1

 

Η Κυρία Φωτεινή ήταν στο μαγειρειό της. Ήταν μια γριά κυρία, που ’χε περάσει κιόλας τους εξήντα χρόνους, μικρή στο ανάστημα, ντυμένη με απλά μαύρα φορέματα, με μιαν πάνινη γαλάζια ποδιά δεμένη στη μέση της, με ζαρωμένο το πρόσωπο, ωχρό και στεγνό πολύ, με βαθουλωμένα και ξεθωριασμένα μάτια υγρά από κάποιο δάκρυ.

Σε μια γωνιά του μαγειρειού εκαθότουν, σε μια ξύλινη καρέκλα, μια πλιο γριά ακόμα υπηρέτρια, που ακουμπούσε το κεφάλι στο χέρι, εφαινότουν βαρύθυμη και κείνη και δεν εμιλούσε.

Ήταν απόγιομα αργά. Το παραθύρι ήταν ανοιχτό. Όξω ο ήλιος που εκόντευε να δύσει ερόδιζε στον ουρανό τα λίγα σύγνεφα. Ένας ανάλαφρος αέρας έμπαινε μέσα, υγρός και χλιαρός, ανοιξιάτικο φύσημα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.

Σ’ ένα μικρό χαλκωματένιο αγγειό η κυρία Φωτεινή εζέσταινε λίγο ζουμί. Τ’ ανακάτευε μ’ ένα ξύλινο κουτάλι, τ’ άφηκε να χοχλάσει, το τράβηξε από τ’ αναμμένα αθράκια, έσπασε μέσα δυο αυγά και φέρνοντας στο στόμα της την άκρη του κουταλιού για να το δοκιμάσει, είπε με το νου της αναστενάζοντας:

-Τόσο κακά!…

Κι εγύρισε προς την πόρτα προσέχοντας μην άκουε κάτι κι εξανασυλλογίστηκε:

-Δε θα το φάει! δεν παίρνει πλια τίποτε!…

Εκούνησε πικρά το κεφάλι· στο πρόσωπό της εφάνηκε η κατάκαρδη στενοχώρια του άνοπλου ανθρώπου, που ο φόβος τού παγώνει τα σπλάχνα και που δε θέλει ή δεν μπορεί να παραδεχτεί δυνατή τη συμφορά του, αλλά που δε χάνει τη δύναμη, ως το τέλος, και από το νου της ωστόσο επέρασε σα μια απαίσια αστραπή η τρομερή ιδέα που θα πιθυμούσε να την ξεφύγει: -Θα ετελείωνε!…

Ύψωσε απελπισμένα στον ουρανό τα μάτια της και τα χείλη της εβάλθηκαν να τρέμουν:

-Ο Άλκης μου!… Ω δεν μπορεί!… δεν μπορεί!… Ο Θεός δε θα το θελήσει… Γιατί, μα γιατί να τιμωρήσει εμέ τη γριά τη χήρα… Δε με παίρνει εμένα καλύτερα;… Εκείνος έχει τη ζωή μπροστά του!… Ω!…

Και μηχανικά άδειασε το ζουμί σ’ ένα βαθύ πιάτο, εστάθηκε μία στιγμή μ’ ελπίδα και με τρόμο, παραμονεύοντας μήπως άκουε κάτι και τέλος εβγήκε από το μαγειρειό, κρατώντας με προσοχή στα δυο της χέρια το φαγητό του αρρώστου…

Ο ήλιος που επήγαινε να δύσει έμπαινε μέσα από το παράθυρο κι έχυνε όλο το χαρούμενο φως του στη μικρή καθάρια κάμαρα. Απ’ όξω ακουόταν το διπλό κελάδημα κάποιου πουλιού, που εκαθότουν στον κλώνο μίας ανθισμένης πασκαλιάς. Από το δρόμο ανέβαινε ο βρόντος μιανής άμαξας, που εδιάβαινε, και ο ήχος της ομιλίας των ανθρώπων που εκαθόνταν στο απέναντι μικρό καφενείο αδιάφοροι. Κι όλα μέσα στην κάμαρη είχαν πάρει ένα χρώμα ροδί, οι τοίχοι, τα έπιπλα, τα σεντόνια, ως και το χλωμό, λιγνό και διάφανο πρόσωπο του αρρώστου, που εκειτότουν πλαγιασμένος ανάσκελα στο σιδερένιο κρεβάτι του κάτω από τα ηλιόλουστα σκεπάσματά του.

Τέσσερα μαξιλάρια του βαστούσαν ψηλά το κεφάλι. Τα μάτια του ήταν βαθουλωμένα και μισάνοιχτα. Μαύρες κηλίδες εμελάνιαζαν το πλατύ και άσαρκο μέτωπό του. Τα μάγουλά του έμπαιναν μέσα στο στόμα. Τα ωχρά, ψιλά, φρυγμένα χείλη εχανόνταν ανάμεσα στες τρίχες του μαύρου μουστακιού του και του μικρού μυτερού γενιού του. Κι όλο το πρόσωπό του ήταν αναμερισμένο λιγάκι κι απλωνότουν απάνου στη γλυκιά μορφή του η ειδή του πόνου, κι ήταν η αναπνοή του κοντή και δύσκολη κι έμοιαζε σε αναστεναγμό και κάπου κάπου ανάγερνε από δω κι από κει το κεφάλι, για να ρουφήσει αέρα, ενώ τα ωχρά, μακρουλά και λιγνά δάχτυλά του όλο εζάρωναν τη δίπλα του λευκού σεντονιού του. Εφαινότουν μακρύς πολύ μέσα στο κρεβάτι του και νέος πολύ ακόμα, μόλο που η όψη του έδειχνε σαν άκαιρα γερασμένη από την αρρώστια.

Σιμά στο προσκέφαλό του, πάνω σ’ ένα μικρό τετράγωνο τραπεζάκι, ήταν αραδιασμένα διάφορα μπουκάλια, ένα σβησμένο κερί και δύο ασημένια κουταλάκια∙ και στα πόδια του κρεβατιού ήταν μία μεγάλη πολυθρόνα, που τώρα ήταν άδεια.

-Άλκη! είπε η μητέρα, πασκίζοντας να χαμογελάσει και ζυγώνοντας το κρεβάτι. –Άλκη, το ζουμί σου!

Ο άρρωστος δεν αποκρίθηκε. Εκείνη ακούμπησε το πιάτο στο μικρό τραπεζάκι, έβαλε κάτω από το πηγούνι του γιου της μία λευκή πετσέτα κι επάσκισε με υπομονή να του βάλει στο στόμα μίαν κουταλιά. Μα ο άρρωστος δεν εκατάπινε. Ανοιγόκλεισε μία στιγμή τα βαθουλά του μάτια, το ζουμί εχύθηκε από την άκρη του χειλιού του κι ένας βήχας ξερός τον ετίναξε. Η κυρία Φωτεινή ξαναπίθωσε το πιάτο πάνω στο μικρό τραπεζάκι, εκοίταξε μία στιγμή ψηλά, σα να εδεότουν, επήγε κι εκάθισε λυπημένη στην ξύλινη πολυθρόνα της κι εκοίταξε απέναντί της παραπονεμένα δύο άλλες γυναίκες που εκαθόνταν εκεί σιωπηλές και λυπημένες.

Η μία ήταν η Ευλαλία. Ντυμένη μ’ ένα ανοιχτόχρωμο κλαδωτό φόρεμα, χωρίς καπέλο στο ξανθό της κεφάλι, παρακολουθούσε όλην την ώρα, μ’ ένα βλέμμα που μολογούσε τη στενοχώρια της καρδιάς της, κάθε κίνημα του αρρώστου, κάθε του βήξιμο, κάθε του πνοή, σκύφτοντας με το κορμί της πότε από το ένα πότε από τ’ άλλο μέρος, για να βλέπει αν τα χείλη του εσάλευαν, για να βλέπει τα μάτια του ανάμεσα στα μισόκλειστα βλέφαρα… Γριά, μεγάλη, σοβαρή η άλλη, μία αρχόντισσα άλλου καιρού, με τα κάτασπρα μαλλιά της κάτω από το μικρό, μαύρο, τούλινο καπελάκι της, που ήταν δεμένο με δυο μαύρες ατλαζένιες κορδέλες στο λαιμό της και ντυμένη μ’ ένα μαύρο μεταξωτό φόρεμα παλαιού συρμού, τριμμένο λιγάκι, ήταν η μητέρα της, η κυρία Μαρία Οφιομάχου.

Οι τρεις γυναίκες έμειναν σιωπηλές για πολλήν ώρα. Η μητέρα εκοίταξε με θλιμμένη υπομονή τον άρρωστο. Ήταν πλιο ανήσυχος τώρα. Έριχνε με περισσότερη βία από δω κι από κει το κεφάλι, ανάδευε με τα πόδια του τα ρούχα του κρεβατιού, ετυραννούσε πάντα με τ’ άσαρκα δάχτυλά του τη δίπλα του σεντονιού κι εβογγούσε μουγγά μουγγά. Μία κόκκινη αχτίδα του ήλιου που εδυούσε εφώτισε το μπρούντζινο πόμολο του κρεβατιού κι εκαθρεφτίστηκε στο ζαρωμένο πρόσωπό της, χρυσώνοντάς το, το δειλό κελάδημα ακούστηκε καθαρότερο μέσα στην κάμαρα, γιατί το πουλί είχε ανέβει ψηλότερα στον ανθισμένο κλώνο της πασκαλιάς, που εφαινότουν μέσαθε από τα κλεισμένα τζάμια, ο δρόμος αυτή τη στιγμή ήταν γεμάτος ζωή!…

Και η Ευλαλία εγύρισε μ’ έναν αναστεναγμό προς το παράθυρο το ξανθό της κεφάλι και μ’ ένα πικρό χαμόγελο στα ωχρά της χείλη, επρόσεξε τη φωνή του πουλιού, που πάνω στο αδύνατο κλαρί του ανοιγοκλειούσε, κοιτάζοντας τον ουρανό, το μικρό του το στόμα∙ άκουσε στο δρόμο ανθρώπους που μιλούσαν και κάποια τους λόγια αδιάφορα και ασυνάρτητα της χτύπησαν ξάστερα τα αυτιά της… Κι εξανακοίταξε τέλος με λαχτάρα τον άρρωστο νέο και τες δύο άλλες γυναίκες… Ως κι αυτές εφαινόνταν να προσέχουν σ’ ό,τι εγενότουν στο δρόμο…

Ο άρρωστος κάτι εψιθύρισε. Τον επρόσεξαν κι οι τρεις τους. Μα καμία δεν εκατάλαβε…

-Δεν έρχεται ακόμα, είπε σε λίγο ανήσυχη η κυρία Φωτεινή.

-Ακόμα, είπε η άλλη γριά κυρία με πρόσωπο ατάραχο.

Η Ευλαλία τες κοίταξε και δεν εμίλησε. Κι έτσι εσώπασαν πάλι για πολλήν ώρα…

Η μητέρα ξανασηκώθηκε τέλος, ξαναζύγωσε το κεφάλι του γιου της, του ’πιασε σιγαλά το μέτωπο, εκοίταξε προς τον ουρανό, αναστέναξε, εζήτησε έπειτα κάτι επάνου στον κομό κι ήρθε και ξανακάθισε στη θέση της, κρατώντας με το χέρι της κλειστά τα μάτια.

-Έχει πυρετό; την ερώτησε σε λίγο η κυρία Οφιομάχου.

Δεν της απάντησε παρά εκούνησε ανάλαφρα το κεφάλι.

-Ήρθαν σήμερα; την ξαναρώτησε χαμηλόφωνα η άλλη.

-Το πρωί, εψιθύρισε.

-Και τι είπαν; της ξανάπε ζυγώνοντάς την, μ’ ένα σκύψιμο του κορμιού της.

-Ωχ! Έκαμε η μητέρα κουνώντας πικραμένα το κεφάλι και δείχνοντας με το χέρι τον άρρωστο… Καθένας το βλέπει… Κι ωστόσο μου φαίνεται πως μου τον ανασταίνουν, όταν έρχονται!… Ω η νύχτα!… η νύχτα που είναι τόσο μεγάλη… τόσο ατελείωτη… Κλεισμένοι εδώ μέσα οι δυο μας!… Μου φαίνεται χρόνος!…

Και λέγοντας έτσι αναστέναζε κάθε τόσο και άγγιζε, πότε με το ένα, πότε με το άλλο της χέρι, τα καστανά καλοχτενισμένα μαλλιά της, που τα γεράματα τους είχαν μόνο σβήσει τη λάμψη…

Ο βόγγος του Άλκη την έκαμε άξαφνα να σιωπήσει. Εγύρισε προς το κρεβάτι, μα η αχτίδα του ήλιου έπεσε από το πόμολο μέσα στα μάτια της και δεν την άφηκε να ιδεί τον άρρωστο αμέσως. Του χαμογέλασε όμως κι έβαλε το χέρι στο μέτωπό της, κάνοντας ίσκιο, εκάρφωσε κάμποσες στιγμές το βλέμμα της στο πρόσωπο του αρρώστου κι εκοίταξε κατά το παράθυρο με στενοχώρια.

Κάτου στο δρόμο ένας αμαξάς βλαστημούσε με δυνατή φωνή τ’ άλογό του κι άλλοι άνθρωποι γελούσαν δυνατά και κείνοι. Μα το μάτι της είχε αντικρύσει το μικρό πουλάκι, που επηδούσε πάνω στα κλαδιά της ανθισμένης πασκαλιάς και που εκοίταζε τώρα κι εκείνο σα με περιέργεια μέσα στην κάμαρη βγάζοντας κάπου κάπου από το μικρό του λαρύγγι ένα μονάχο άρρυθμο κελάδημα.

-Δεν έρχεται ακόμα, είπε πάλι σε καμπόσο.

-Ακόμα, της απάντησε η άλλη γριά κυρία. Κι ακολούθησε μία μακρινή σιωπή…

Τώρα η Ευλαλία έπιασε άξαφνα τα δυο χέρια της μητέρας, την εκοίταξε κατάματα, της χαμογέλασε μ’ ένα δάκρυ και της είπε χαμηλόφωνα με πίστη: -Θα γιατρευτεί!… ω, θα γιατρευτεί!…

Κι αμέσως εζύγωσε το κρεβάτι.

Έμεινε κάμποσες στιγμές ορθή στο προσκέφαλο του αρρώστου, κοιτάζοντας περίλυπα τη χλωμή του την όψη, που την ερόδιζαν αυτήν τη στιγμή περισσότερο ακόμη οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου και παρακολουθούσε, κινώντας ανάλαφρα το κεφάλι της σε κάθε του κίνημα, κάθε ανάδεμα του κορμιού του, κάθε σάλεμα του κεφαλιού του, κάθε σφίξιμο του χεριού του πάνω στο σεντόνι, κάθε προσπάθεια που έκανε το άρρωστο στήθος του για να πάρει πνοή… Και ολομεμιάς το πρόσωπο της εχλώμιανε και η όψη της έγινε σοβαρή, παραπονεμένη. Εκατέβασε τα μάτια της, η αναπνοή της έγινε γλήγορη, τα κινήματα του κεφαλιού της άταχτα, έφερε το χέρι στο μέτωπό της, εχάιδεψε νευρικά το κεφάλι της κι ήρθε σιγά σιγά, αναστενάζοντας, στο παράθυρο…

Εκεί ακούμπησε το μέτωπό της στο τζάμι, τα μάτια της εμόσκεψαν και παραδόθηκε αθέλητα σ’ ένα σιγαλό και πολύδακρυ κλάμα…

Αυτήν την ώρα κάποιος γνώριμός της εδιάβαινε στο δρόμο κι αθέλητα τον επρόσεξε… Κι επρόσεξε έπειτα έναν έναν τους ανθρώπους που εκαθόνταν στο απέναντι καφενείο, τα μεγάλα δέντρα του δρόμου, το μικρό πουλάκι, που δεν ήθελε ν’αφήκει το κλαρί της ανθισμένης πασκαλιάς, τη χρυσή σκόνη που εσήκωνε κάποιο αμάξι που περνούσε με θόρυβο και τον ξερό κι άσπλαχνο κρότο της μάστιγος του αμαξηλάτη… Είδε έπειτα τον κόκκινο δίσκο του ήλιου, που εκυμάτιζε κι αναδευότουν στα μακρινά χρυσοπόρφυρα ουρανοθέμελα, γυμνός, χωρίς τες λαμπερές αχτίδες του, εσήκωσε κατόπι τα μάτια της προς τον ουρανό, που ’χε ασπρίσει, είδε κι εκεί ένα διαβατάρικο σύγνεφο, που έλαμπε μ’ όλα τα σπάνια χρώματα, κι ωστόσο η πίκρα, που την έκανε να κλαίει, δεν έφευγε από την καρδιά της…

Και τώρα εσηκωνότουν η κυρία Φωτεινή και την εζύγωνε… Της έπιασε το χέρι και της το ’σφιξε μ’ ένα αναστεναγμό. Της άνοιξε δακρυσμένη και κείνη την αγκαλιά της και με το υγρό της βλέμμα την ευχαριστούσε θερμά. Και η Ευλαλία έπεσε στον κόρφο της πονεμένης μητέρας και για πολλή ώρα οι δύο γυναίκες έμειναν έτσι αγκαλισμένες κι εκλαίγαν σιγαλά και οι δύο… Η άλλη γριά κυρία τες εκοίταξε πικρά…

Τώρα ξανακάθισαν η μία σιμά στην άλλην. Η κυρία Φωτεινή στη μεγάλη ξύλινη πολυθρόνα της, βαστώντας πάντα στα γόνατά της το χέρι της Ευλαλίας και σφουγγίζοντας τα βουρκωμένα μάτια της.

-Τρεις μέρες! εψιθύρισε πικρά… δεν πήρε τίποτα∙ ούτε έπιε, ούτε φάρμακο… κι είναι φρυμένο το στόμα του… και καμιά νύχτα δεν επήρε ύπνο!… Τρεις μέρες!…

-Η αρρώστια, αποκρίθηκε η Ευλαλία, κουνώντας λυπημένη τ’ όμορφο κεφάλι της και κοιτάζοντας τον Άλκη.

-Μεγάλο το όνομα του θεού! αναστέναξε με φρίκη η κυρία Φωτεινή… Εκείνος ορίζει!…

-Εκείνος ορίζει! εψιθύρισε και η άλλη γριά κυρία κλειώντας τα βλέφαρα…

Κι εσώπασαν πάλι…

Τώρα ο ήλιος είχε δύσει πια και το πρόσωπο του αρρώστου εφαινότουν μακρύ και κίτρινο σαν του πεθαμένου∙ η μύτη του είχε μεγαλώσει κι είχε λιανύνει∙ και το μουστάκι του και τα γένια του εφαινόνταν πλιο μαύρα, σκεπάζοντας τα κατάχλωμα χείλη του και τα βαθουλωμένα μάγουλά του κι ωστόσο η ανησυχία του είχε περισσέψει και η αναπνοή του είχε γίνει δυσκολότερη. Του κάκου επροσπαθούσε να αναστενάξει∙ η προσπάθεια επνιγότουν στο λαιμό του κι ένας βόγγος βαρύς τού εσάλευε όλο του το κορμί, τον έκανε να αναδεύει τα χέρια πάνω στο σεντόνι και τα πόδια κάτω από τα λευκά σκεπάσματα, που εφαινόνταν να του βαραίνουν το στήθος.

Και το φως της ημέρας ολιγόστευε πάντα∙ και τα έπιπλα της κάμαρας εβυθιζόνταν αδιάκοπα μέσα στες γωνίες, που εσκοτείνιαζαν κιόλα∙ κι ο αέρας εφαινότουν σα να ’θελε σιγά σιγά να πήξει, σα να ’θελε να γίνει κι εκείνος πιαστή και μαύρη σκόνη, σ’ εκείνην την κάμαρη, όπου επρόσμεναν οι τρεις γυναίκες, περίφοβες, από στιγμή σε στιγμή το θάνατο, χωρίς η μία να το μολογά της άλλης. Με την ημέρα που ετελείωνε τόσο πικρά εσβηνόνταν κιόλα οι παρήγορες ελπίδες τους, και η μητέρα μάλιστα αισθανότουν στην καρδιά της ένα βαρύ πλάκωμα που επερίσσευε από στιγμή σε στιγμή, ζουλίζοντας το στήθος της.

-Ενύχτωσε κιόλα, είπε… Κι ο γιατρός ακόμη!…

-Ακόμη! της απολογήθηκε με υπομονή η γριά αρχόντισσα.

-Μα θα ’ρθει! είπε η Ευλαλία με στενοχώρια… Αν δεν έρθει δε φεύγομε!…

-Ναι, εβεβαίωσε ατάραχη η μητέρα της κι ένα μικρό χαμόγελο τής άνοιξε τα χείλη.

Κι εγίνηκε πάλι βαθιά σιωπή…

Οι φωνές του δρόμου είχαν λιγοστύνει∙ δεν ακουόνταν παρά πολύ λίγο και σπάνιες σ’ εκείνην την θλιβερήν ώρα του σούρουπου, που απλωνότουν απάνω στη δημιουργία. Και οι τρεις γυναίκες ήταν βαρύθυμες και ανήσυχες, σα μηδενωμένες αυτήν την ώρα, μέσα στην κάμαρη του αρρώστου, που ολοένα εσκοτείνιαζε, κι εκοίταζαν και οι τρεις, με αμίλητη στενοχώρια, του αρρώστου το κεφάλι, που έβγαινε μέσα από τα λευκά κλινοσκεπάσματα και που έμοιαζε τώρα σε ίσκιον άλλου κόσμου, γιατί δεν εφαινόνταν πια παρά τα μαύρα μαλλιά του και τα μαύρα του γένια, που έβγαιναν από ένα πρόσωπο χαμένο μέσα στη μαυρίλα.

Η γριά υπηρέτρια, με μία λάμπα αναμμένη στο χέρι, εμπήκε τότες, σέρνοντας τα αδύνατα πόδια της. Την απίθωσε προσεχτικά απάνω στον κομό. Εστάθηκε έπειτα λιγάκι, αμίλητη και κείνη, μπρος στο κρεβάτι, σταυρώνοντας τα χέρια της, εκούνησε το κεφάλι της, επήγε κι έκλεισε το παράθυρο και με κατεβασμένο βλέφαρο εβγήκε από την κάμαρα του αρρώστου. Όξω την άκουσαν να αναστενάζει…

Τέλος, απάνου σε ώρα, ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης έμπαινε και κείνος στο δωμάτιο. Όλα τα μάτια εστράφηκαν μ’ ελπίδα προς το πρόσωπό του. Ήταν ένας άντρας σαράντα χρονών, ξακουσμένος πλια στη χώρα για τη βαθιά του επιστήμη και τη γιατρική του θαυματουργία. Ήταν ακόμη ξανθός∙ με μικρό μυτερό γενάκι που δεν ήθελε να ασπρίσει∙ είχε μάτια γαλανά ξεθωριασμένα κι ανήσυχα, κι ήταν μέτριος στο ανάστημα, με μαύρα καινούρια και καλοφτιασμένα ρούχα.

Εσταμάτησε μια στιγμή στην πόρτα και το πρόσωπό του που ήταν χαρούμενο πάντα, σα να μην είχε ποτέ φροντίδες στην καρδιά του ολομεμιάς εσκοτείνιασε. Εχαμογέλασε όμως πάλι αμέσως, επροχώρησε, κουνώντας περίεργα το λιγνό κορμί του, κι εχαιρέτησε φιλικά τες κυρίες.

-Γλίτωσέ μου τον! εψιθύρισε αμέσως η μητέρα σμίγοντας τα χέρια.

-Γλίτωσέ μου τον! παρακάλεσε και η Ευλαλία μ’ ένα δάκρυ κατεβάζοντας τα μάτια.

Ο γιατρός εκοίταξε με περιέργεια τη νέα, εδάγκασε μία στιγμή το χλωμό του χείλι, εκατέβασε και κείνος το βλέφαρο και σοβαρά εψιθύρισε:

-Αφού το φάρμακο δεν ενεργεί, πώς να βοηθήσω!…

Και λέγοντας έτσι έδινε το χέρι στες ξένες κυρίες.

Σε μία στιγμή ξαναείπε, κοιτάζοντας μ’ ένα ανήσυχο χαμόγελο την Ευλαλία:

-Κι εσείς; πώς εδώ;…

Η Ευλαλία έμεινε σοβαρή κι αμίλητη. Εκείνος πλησίασε το κρεβάτι.

Εστάθηκε σκεφτικός λίγες στιγμές, εκοίταξε μπρος στο φως της λάμπας ένα από τα μπουκάλια, που ήταν απάνω στο μικρό τραπεζάκι, έκαμε με τα χείλη του ένα μορφασμό κι έπιασε το σφυγμό του αρρώστου, βγάζοντας από την τσέπη το χρυσό του ρολόι.

Η κυρία Φωτεινή τον ετήραζε με μία στενοχώρια, που ολοένα εμεγάλωνε. Κανείς δεν εμιλούσε. Ο γιατρός άφηκε τέλος το χέρι του αρρώστου, έβγαλε από μίαν άλλην τσέπη ένα μικρό νικελένιο κουτί κι είπε σουφρώνοντας το ωχρό μέτωπό του:

-Ας του κάμουμε μίαν ένεση!…

-Ω δεν μπορώ να βλέπω! είπε αμέσως η μάνα, κρύβοντας με τα χέρια τα μάτια της… Κι ολομεμιάς εξεκίνησε προς την πόρτα. Η άλλη γριά κυρία την ακολούθησε, αφήνοντας την Ευλαλία με το γιατρό σιμά στον άρρωστο…

Στο μικρό σαλονάκι, όπου οι δύο γριές κυρίες εκάθισαν, ήταν σκοτάδι. Μα σε λίγο η γριά υπηρέτρια έφερε κι εκεί μία μικρή λάμπα. Και τότες μόνο η κυρία Φωτεινή εβάλθηκε σιγαλά να κλαίει.

-Είναι σαν τότες! είπε σε καμπόσο μ’ ένα αναφιλητό.

-Σαν τότες! ξαναείπε η άλλη αναστενάζοντας θλιβερά.

-Αχ! είπε πάλι η μητέρα∙ μου φαίνεται πως τα εικοσιπέντε χρόνια δεν έχουν περάσει… γιατί η λύπη δεν έχει σβήσει!… Μου φαίνεται πως είναι τώρα!… κι ήταν σαν τώρα!… Σαν τότες με το πρώτο παιδί, πριν γεννηθεί ο Άλκης… Ήταν έξι χρονών!…

-Σαν τότες! αναστέναξε η άλλη.

Μία δύναμη ακατανίκητη ανάγκαζε την κυρία Φωτεινή να μιλήσει. Ο τωρινός της πόνος ξυπνούσε μέσα στην καρδιά της παλιές αποκοιμημένες λύπες, παλιές στενοχώριες, που εζωντάνευαν πάλι σ’ εκείνες τες στιγμές.

-Ο πατέρας του, ξαναείπε… εζούσε τότες ο μακαρίτης… εζούσε κι η μάνα του η άγια γυναίκα! Αχ αυτοί από κει που είναι, ξέρουν τι θα απογίνει!… Ο πατέρας του, το βαστούσε στην αγκαλιά ώρες και ώρες!… Ήταν βαρύ, γιατί ήταν μεγάλο… Κι είχε βαρεθεί το κρεβάτι… Μα οι αγρύπνιες κι η λύπη τους είχαν αρρωστήσει… Κι εκείνο ήθελε να βλέπει ακόμη το φως της ημέρας από το παράθυρο… κι ήθελε να βλέπει το δρόμο και τους ανθρώπους που εγνώριζε στο δρόμο… και τους εχαιρετούσε… κι εκοίταζε τον ουρανό και τον εχαιρετούσε!… Κι εκοίταζε το φως και τον κόσμο, που αγαπούσε… Κι ο πατέρας δεν μπορούσε πλια να το βαστά στην αγκαλιά του μπρος στο παράθυρο, γιατί ήταν μεγάλο και το φίλησε στο ζεστό το μάγουλο και του ’πε γλυκά: «Παιδί μου, δε σε μπορώ… παιδί μου!… Κάθισε στο κρεβατάκι σου λίγο… μου πονούν όλα τα κόκαλα!…» Του πονούσαν από τον κόπο κι από τες αγρύπνιες… Ήταν μακρινή η αρρώστια… μακρινή κι απελπισμένη!… Και το ξαναφίλησε και το ρώτησε μ’ ένα χαμόγελο, ποιον αγαπούσε καλύτερα την μητέρα ή τον πατέρα, κι εκείνο εγέλασε, γιατί αναθυμήθηκε πως έτσι πάντα το ρωτούσε, κάθε που έπαιζαν μαζί και του αποκρίθηκε αμέσως: «Όμοια!…» Κι ήταν αυτός ο στερνός του λόγος και το στερνό του γέλιο, γιατί έπειτα έχασε αμέσως τη λαλιά, ώσπου μας πέθανε!… Κι είναι σαν τότες!…

Και λέγοντας έτσι τα δάκρυα εβγήκαν ποτάμι από τα θλιμμένα της μάτια.

-Σαν τότες! είπε η άλλη μ’ ένα μουγγό αναστεναγμό και μ’ ασυγκίνητη όψη.

-Κι εβγήκε, ξακολούθησε η κυρία Φωτεινή, από την κάμαρα όπου είχε πεθάνει κι εκοίταζε ο πικρός πατέρας, ο χλωμός και σαστισμένος, τον ουρανό με παράπονο και με θυμό… Ήτανε, έλεγε, άθρησκος και άθεος!… Το ’λεγε πριν αρρωστήσει το παιδί του… Κι έπειτα τον είχα ιδεί συχνά να κλαίει και να δέεται… Κι αυτήν την ημέρα είχε θυμώσει με τη δύναμη του Θεού και τον εβλαστήμησε, γιατί τον επλήγωνε κατάκαρδα!… Κι εβρέθηκε ομπρός του, αυτήν την ίδια στιγμή η γριά του η μητέρα, που εβάλθηκε να τρέμει λιγωμένη και κείνη από τη λύπη της… Και μ’ ένα δάκρυ στο μάτι του ’πε με συμπόνια: «Αλίμονό μας!… Με το Θεό, γιε μου, στην ώρα αυτή της δοκιμασίας!… Σκύψε το κεφάλι σου κι υπόμεινε… αλίμονο!...» Κι ο δύστυχος εσωριάστηκε κλαίοντας σιμά στο μικρό λείψανο, σ’ έναν καναπέ, κρύβοντας στα χέρια του το πρόσωπο κι έκλαιγα και γω συντριμμένη σιμά του κι εκεί ο νους του εσκοτίστηκε από τον πόνο, από τον κόπο κι από την αγρύπνια!… Κι ήσουν τότες εκεί… κι είναι σαν τότες…

-Κι είναι σαν τότες, εψιθύρισε και η άλλη κλειώντας τα μάτια και κουνώντας το κεφάλι.

Κι αυτήν τη στιγμή επρόβαλε στην πόρτα του μικρού σαλονιού η Ευλαλία κι ανήσυχη εκοίταξε τες δύο γυναίκες, που άξαφνα εβρεθήκαν αγκαλιασμένες κι έκλαιγαν και τους είπε με φωνή πνιγμένη από τη συγκίνηση:

-Ο γιατρός σάς θέλει!…

Και οι δύο γριές την ακολούθησαν σαν απομωραμένες στην κάμαρα του αρρώστου.

Ο Άλκης ήταν τώρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, χωρίς προσκέφαλο. Ο γιατρός σοβαρός εκρατούσε το σφυγμό του. Η μητέρα μία στιγμή ενόμισε πως το τέλος είχε έρθει κι ηθέλησε να ριχτεί να φιλήσει το νεκρό παιδί της, παρέτοιμη να χτυπηθεί και να κλάψει μπρος στη συφορά. Μα ο γιατρός την σταμάτησε μ’ ένα βλέμμα κι είπε χαμηλόφωνα: «Ζει!» Και σα να διόρθωνε τον εαυτό του ξανάπε αμέσως στοχαστικός: «Ακόμα ζει!… Μα θα βαστάξει η καρδούλα;…» Κι εχαμογέλασε πικρά…

Ένας ίδρος ψιλός επερίβρεχε το μέτωπο του αρρώστου, που μετά βίας ανάπνεε γλήγορα και άταχτα. Τον εκοίταζαν όλοι με χτυποκάρδι. Άξαφνα ο λαιμός του εκινήθηκε, άνοιξε μεγάλα τα μάτια του κι ολομεμιάς εβάλθηκε να βήχει, ξερά πρώτα και δύσκολα, σα να εσκιζόταν τα σπλάχνα του, μα λίγο λίγο το βήξιμο εμαλάκωσε κι εδυνάμωσε κι εβάσταξε για πολλή ώρα… Κι ο ίδρος ωστόσο εγινότουν περισσότερος απάνου στ’ ωχρό μέτωπό του και του κυρίεψε σιγά όλο το πρόσωπο κι έπειτα το κορμί ολόκληρο και κουρασμένο, ο άρρωστος έκλεισε τέλος τα μάτια του, σα να ’θελε τότες να πεθάνει…

Έτρεμε η μητέρα… Οι δύο άλλες γυναίκες εκοίταζαν σαστισμένες. Ο γιατρός δεν εμιλούσε. Μα άξαφνα πάλι ο άρρωστος εξύπνησε κι επερίφερε τριγύρω ανήσυχο το βλέμμα του κοιτάζοντας όλη την κάμαρα. Και η ματιά του αντάμωσε κάποια στιγμή το θολό βλέμμα της Ευλαλίας που τον εκοίταζε με πικρή στενοχώρια κι εχαμογέλασε πονεμένα με τα χλωμά κι άσαρκα χείλη του… και ξανάκλεισε πάλι τα μάτια.

Τον εκοίταζαν όλοι πάντα με ανήσυχη περιέργεια. Στα στήθια της μάνας η καρδιά της χτυπούσε βαριά. Αυτήν τη στιγμή η γριά γυναίκα ήταν παρέτοιμη να λιγοθυμήσει, μην ξέροντας αν έπρεπε να χαρεί ή να κλάψει και από την αναμονή και τη στενοχώρια βαστούσε και την πνοή της, παραμονεύοντας του γιατρού την όψη με μία φωτεινή μα δειλότατη ελπίδα στη συνείδησή της.

Ο γιατρός δεν άφηνε το σφυγμό του αρρώστου.

Κι ωστόσο ο Άλκης σα μέσαθε από ένα όνειρο εχαμογέλασε πρώτα μισανοίγοντας τα κουρασμένα του μάτια και κοιτάζοντας μία στιγμή την Ευλαλία επρόφερε με σβησμένη φωνή τούτα τα λόγια:

-Και συ;… Πεθαμένη και συ; Σε ξαναβρίσκω;

Και ανάγειρε το κεφάλι και ξανάκλεισε τ’ άφεγγα μάτια. Ένας καινούριος ίδρος τον επλημμύρισε και το πρόσωπό του εκέρωσε.

-Ω ζήσε! του φώναξε με τρεμάμενη φωνή η Ευλαλία, ενώ τα μάτια της είχαν πλημμυρίσει από τα δάκρυα και οι δύο γριές ξανάπεφταν στην αγκαλιά η μια της άλλης κυριεμένες και κείνες από την ίδια συγκίνηση…

Μία προσευκή εβγήκε σιγαλά από το στόμα τους∙ ο γιατρός σοβαρός ετοίμαζε πάλι κάποιαν ένεση.

-Μα δεν είναι στο νου του! αναστέναξε η μάνα.

-Ο πυρετός! είπε η κυρία Οφιομάχου.

-Πού με πας; ξαναψιθύρισε ο άρρωστος, χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια. Δε σ’ είχα αποχαιρετίσει όταν απέθανες… Τι γλήγορα που εσμίξαμε πάλι!…

-Άλκη! είπε με πόνο η μητέρα.

-Άλκη! είπε με πόνο η Ευλαλία.

-Τόνε χάσαμε! ξανάπε η πρώτη με τρόμο και στενοχώρια.

-Όχι! είπε η άλλη γριά κυρία συγκινημένη.

-Σας ακούει, είπε φοβισμένη η Ευλαλία.

-Νερό!… ξαναψιθύρισε ο άρρωστος.

Η μητέρα του ’βαλε τρέμοντας στο στόμα ένα κουτάλι κι ο άρρωστος εκατάπιε.

-Εγλίτωσε, είπε ο γιατρός μ’ ένα χαμόγελο. Και διορθώνοντας αμέσως τον εαυτό του ξανάπε: -Μπορεί να γλιτώσει, μπορεί!… Κι εκοίταξε την Ευλαλία μ’ ένα παράξενο βλέμμα…

Τώρα κι η μητέρα σαν απομωραμένη τον εκοίταζε και με το βλέμμα τον ερωτούσε. Αμέσως δεν είχε καταλάβει τι έλεγε ο γιατρός κι έπειτα δεν επίστευε στ’ αυτιά της. Ήτανε πλια τόσο βέβαιη μέσα της πως οι ελπίδες της ήταν όνειρα πλάνα και πως μόνο ο πόθος της έκανε να φέγγει ομπρός της τη γλυκιά παρηγοριά του λυτρωμού!… Της συφοράς η φοβέρα, μιας συφοράς που την ανάμενε πικρά όλη τη ζωή της, είχε πάλι βρεθεί τόσο σιμά της!… Εκοίταζε τριγύρω της μην ξέροντας τι να κάμει, εκούνησε το κεφάλι, το σήκωσε για κάμποσες στιγμές προς τον ουρανό και τα μάτια της επλημμύρισαν από ένα ποτάμι δάκρυα θερμά, ενώ το στήθος της εσηκωνότουν σ’ ένα αναφιλητό που δεν ελάβαινε τέλος…

Έπιασε τα χέρια της Ευλαλίας, της χαμογέλασε γλυκά χωρίς να πάψει να κλαίει, την εφίλησε στο μέτωπο κι έπειτα έσκυψε στο κρεβάτι του γιου της, εκοίταξε για πολλή ώρα τη βασανισμένη του όψη και τον εφίλησε και κείνον στο ιδρωμένο μέτωπο.

Κι ο Άλκης έλεγε ωστόσο παραμιλώντας:

-Στον κόσμο της Αλήθειας!… δεν βλέπει κανείς από εδώ τη γη μας!…

-Περίεργον παραλήρημα, είπε ο γιατρός… Δε συνήρθε ακόμη από τη θρησκευτική παράνοια των ετοιμοθανάτων… Η επιστήμη έχει εξηγήσει και αυτό το φαινόμενο… είναι αποτέλεσμα της εγκεφαλικής αναιμίας…

Κι εκοίταξε αυτήν τη στιγμή κι ο Άλκης σα σαστισμένος και χωρίς να μιλήσει.

Εκείνη εδάκρυσε πάλι, εχαμογέλασε, έσμιξε παρακαλεστικά τα χέρια πάνω στο στήθος της και του ξανάπε: «Ω ζήσε!…»

Κι ο άρρωστος της χαμογέλασε, έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε σ’ έναν ύπνο βαθύ…

Και σε λίγη ώρα ο γιατρός αποχαιρέτησε ευχαριστημένος τες τρεις κυρίες. Γελαστός έσφιξε το χέρι της μητέρας, προφέροντας κάποιον παρήγορο λόγο, γεμάτον ελπίδα, έριξε μίαν παράξενη ματιά της Ευλαλίας, έσκυψε το κεφάλι του μπρος στη γριά αρχόντισσα κι εβγήκε από την κάμαρα κουνώντας ιδιότροπα το κορμί του.

Και η κυρία Φωτεινή εσήκωσε τότες τη λάμπα στα χέρια κι έκαμε τες δύο άλλες γυναίκες να την ακολουθήσουν στο μικρό σαλονάκι…

Εκεί η νευρική ταραχή της, η εντύπωση από τόσες στιγμές μαύρης αγωνίας και απελπισμένης λύπης την ανάγκαζαν να μην ησυχάσει ακόμη, να μη μείνει σιωπηλή, σαν να ’πρεπε να συνηθίσει το νου της στην ανέλπιστη και μεγάλη ευτυχία. Ήθελε να δείξει στες δύο γυναίκες, που την αγαπούσαν, γιατί υπόφερνε, όσα ήταν στην καρδιά της, να μη βαστάξει μυστικό κανένα από τα περιστατικά της μακρινής ζωής της και μάλιστα απ’ όταν είχε γεννηθεί ο άρρωστος γιος της, στο στόμα της ερχόνταν τώρα παρέτοιμα όλα τα λόγια, για να ξηγήσουν τες παλιωμένες εικόνες που εζωντάνευαν στη μνήμη της. Κι εθυμότουν έτσι όλα ξάστερα, όσα είχε ιδεί, όσα είχε ακούσει, όσα είχε πράξει η ίδια… σα μία μία όλες τες μέρες της ζωής της…

Εγύρισε δεξιά κι αριστερά, έπιασε κάτι απάνω στο τραπέζι, ξανασυλλογίστηκε μ’ έναν αναστεναγμό τες άσκημες στιγμές, που ’χαν περάσει πλια, μα που δεν είχαν ακόμη σβήσει στη μεγάλη χαρά που την εφόβιζε κι άρχισε να μιλεί γλήγορα και να λέει χωρίς σειρά και τάξη ό,τι της ερχόνταν στο νου, δακρύζοντας συχνά, χαμογελώντας συχνά, αναστενάζοντας κάποτε και κοιτάζοντας κάθε τόσο, ανήσυχη, την κάμαρη όπου ο άρρωστος γιος της εκοιμότουν τώρα βαθιά…

 

 

 

2

 

Από μικρός ο Άλκης ήταν αδύνατος. Το χρώμα του ήταν άσκημο πάντα∙ ήταν υπερβολικά λιγνός∙ αρρωστούσε συχνά∙ άντεχε λίγο στους κόπους∙ το μυαλό του αρνιότουν πολλές φορές να δουλέψει∙ κι είχε ένα παράξενο ύφος παιδιού που εκοιμότουν με ανοιχτά τα μάτια. Μόνο τα χρόνια τον είχαν αλλάξει. Πρώιμα μέσα στην καρδιά τού αδύνατου παιδιού είχε ανάψει άσβηστη μία δίψα για μάθηση, που κάθε του ασθένεια εφαινότουν να τη μεγαλώνει, τροχίζοντας κιόλας την ορθή του την κρίση, σα ν’ αποχτούσε γοργότερα έτσι την πείρα της ζωής και του εαυτού του.

Κι ο πατέρας του ο Αγησίλαος Σωζόμενος δεν άφηνε να μαραθεί εκείνος ο ζήλος της σπουδής στην καρδιά του γιου του και δεν ελογάριαζε καθόλου τες φυσικές αδυναμίες του, γιατί είχε μέσα του την πεποίθηση πως το τέκνο του θα γινότουν αληθινά ένας άνθρωπος, καθώς τον ονειρευότουν η φωτισμένη ψυχή του.

Μα η κυρία Φωτεινή έτρεμε, όταν άκουε τον άντρα της να της μιλεί τόσο σκληρά… Κι όμως ο Αγησίλαος Σωζόμενος ήταν τόσο καλός! Μία μεγάλη ψυχή με γλυκούς και ταπεινούς τρόπους, ανώτερους πολύ απ’ ό,τι εφαινότουν. Ταπεινά και μετρημένα είχε ζήσει τη ζωή του, μέσα σ’ ένα δημόσιο γραφείο∙ μα, όταν ήταν νέος, είχε σπουδάσει στην Ιταλία κι ήξερε άπειρα γράμματα. Κι όλη του τη ζωή εδιάβαζε βιβλία δύσκολα σε γλώσσα βαθιά, που τόσες φορές η κυρία Φωτεινή τα ’χε ανοίξει χωρίς να καταλάβει ποτέ της ούτε ένα γρυ και που την έκαναν ν’ απορεί ως τα τώρα πώς εβρισκόνταν άνθρωποι στον κόσμο, για να τα γράφουν χωρίς όφελος και σκοπό και γιατί τα εδιάβαζαν άλλοι. Κι ήξερε μόνο η γριά κυρία πως τα βιβλία εκείνα τα ονόμαζαν φιλοσοφικά και πως μέσα στες σκοτεινές γραμμές τους αυτά έγραφαν ενάντια στη θρησκεία, πασκίζοντας να την αποδείξουν άχρηστη και βλαβερή για τον άνθρωπο και για την επιστήμη.

Τώρα και ο Άλκης εδιάβαζε συχνά μέσα σ’ εκείνα∙ κι αυτός τα καταλάβαινε βέβαια∙ μα για το γιο της, όλη αυτή η φιλοσοφία ήταν σαν καπνός!… Το ’ξερε η κυρία Φωτεινή… δεν του ’χαν σαλέψει ποτέ το νου του… κι ας μην επήγαινε ούτε εκείνος ποτέ στην εκκλησία του… ο Άλκης δε θα ’ταν παιδί της, αν δεν επίστευε ορθόδοξα κι ας είχε καθίσει για χρόνια στα ξένα. Γι’ αυτό ο Άλκης δεν είχε ακούσει βέβαια τον πατέρα του που ήθελε να τον οδηγήσει στα νερά του, που ήθελε να τον κάμει σαν τον εαυτό του…

Έτσι έλεγε η μητέρα. Κι ωστόσο τρυφερά εθυμότουν πως ο Αγησίλαος Σωζόμενος μ’ όλες τες παράξενες ιδέες του, μ’ όλα τα τρομερά λόγια που επρόφερε κάποτε σπίτι του, όταν ήξερε πως κανείς δεν τον ακούει, μ’ όλους τους ενθουσιασμούς του τους κρυφούς για τους επαναστάτες, τους γιακωβίνους, τους καρνοβάρους και ο Θεός ήξερε για ποιους άλλους αιρετικούς, ήταν ένας άνθρωπος άγιος. Τίμιος στη δουλειά του, ήσυχος στο σπίτι του, αφοσιωμένος στη γυναίκα του και στο παιδί του, στο πρώτο πρωτύτερα και στον Άλκη κατόπι, εφύλαγε για τον εαυτό του τες παράξενες ιδέες του, δεν ακουόταν ποτέ στον κόσμο για τίποτα, δεν είχε ποτέ του ανακατευτεί σε πολιτικά ζητήματα, ως την ημέρα που πέθανε. Και μόνο στον Άλκη, όταν του μεγάλωσε, εξεμυστηρευότουν τους κρυφούς στοχασμούς του, τες γλυκές ελπίδες του, την πίστη του σε μίαν ονειρεμένη εποχή, που θα ερχότουν, αδελφοσύνης, ευτυχίας και καλοσύνης. Μία φυσική ταπεινότητα, μία δειλή αγαθότητα, ο φόβος μην εδυσκόλευε τη ζωή της οικογένειάς του, τον έκαναν να περιορίζεται και να σωπαίνει. Αισθανότουν κιόλας τον εαυτό του ξένον σ’ έναν τόπο που τον είχε δεχτεί και που του παραχωρούσε χωρίς δυσκολία μίαν άνετη ζωή και δεν αναγνώριζε για τούτο στον εαυτό του το δικαίωμα να κηρύχνει κάθε του γνώμη, αν και ο ίδιος είχε γεννηθεί σ’ εκείνην τη χώρα, που την αγαπούσε και η μητέρα του ήταν ντόπια γυναίκα, με κάποιο μικρό εξοχικό χτήμα στο νησί.

Αληθινά όμως ο γέρος Σωζόμενος, ο Επαμεινώνδας, ο πεθερός της κυρίας Φωτεινής, ήταν ξένος. Τώρα ήταν κι αυτός πεθαμένος από πολλά, πολλά χρόνια, αφού και η ίδια η κυρία Φωτεινή δεν τον είχε βρει ζωντανόν στο σπίτι του ανδρός της. Πεθερά μόνο είχε γνωρίσει. Μίαν αγίαν, θεοφοβούμενη γυναίκα που την εθυμότουν πάντα με μία λύπη γλυκιά. Ο Επαμεινώνδας Σωζόμενος ήταν, καθώς το ’ξερε όλος ο κόσμος, από την Κύπρο. Τυφλή τύχη τον είχε φέρει, σ’ εκείνον τον τόπο, μία φορά που γύριζε από κάποιο ταξίδι του στην Ιταλία. Εκεί μίαν ημέρα είχε μάθει την καταστροφή του: οι Τούρκοι του ’χαν αρπάξει ό,τι είχε στο νησί του και τον είχαν καταδικάσει σε αιώνια εξορία, γιατί έτσι μόνο θα μπορούσε να ξεφύγει το θάνατο. Ήταν έμπορος πρώτα κι έξαφνα είχε φτωχύνει. Αλλά ήταν και γερά σπουδασμένος στα βαθιά ελληνικά, που τα ’ξεραν τότες λίγοι μόνο στον τόπον, όπου θα κατοικούσε, μα που εχρειαζόνταν πολύ, γιατί ίσια ίσια τότες είχε φυσήσει κάποιος απόμακρος αέρας λευτεριάς και η ντόπια Κυβέρνηση είχε κηρύξει επίσημη γλώσσα του κράτους την ελληνική, ανάμεσα στες άλλες αλλαγές που ’χε κάμει.

Τότες λοιπόν ο Επαμεινώνδας Σωζόμενος είχε ξεμείνει σ’ εκείνο το ήσυχο μέρος. Είχε παντρευτεί εκεί πρώτη και δεύτερη φορά, δεν είχε κάμει παρά ένα μόνο παιδί, τον Αγησίλαο, τον άντρα της κυρίας Φωτεινής και χάρις στους διπλούς συγγενείς του και στα ελληνικά γράμματα, αφού για κάμποσο καιρό έκαμε το δάσκαλο σε δικαστές, δικηγόρους και βουλευτές, διορίστηκε τέλος διευθυντής του Κυβερνητικού Τυπογραφείου. Ήταν τότες καλοί οι μισθοί και η φτήνια μεγάλη. Και εμπόρεσε έτσι ο Επαμεινώνδας να επιμεληθεί την ανατροφή του γιου του και να τον στείλει να σπουδάσει στην Ιταλία τη νομική επιστήμη κι αυτά τ’ άλλα τα σκοτεινά μαθήματα, που τα φοβότουν η κυρία Φωτεινή και που τα ονόμαζαν φιλοσοφία.

Εκεί ο Αγησίλαος εγνώρισε τους νέους που μελετούσαν ένα γενικό ξεσηκωμό και την Ένωση, ως έλεγε, όλης της Ιταλίας. Στο νου της κυρίας Φωτεινής, όμως, τα κινήματα εκείνα καθώς και κάθε παρόμοιο που εμπορούσε να σαλέψει την τάξη, ήταν αξιοκατάκριτα, ήταν ένας ολέθριος χαλασμός κόσμου κι ήταν για κείνην ένα μυστήριο πώς ο άντρας της, άνθρωπος τόσο άγιος, τόσο φρόνιμος, τόσο τίμιος, μπορούσε να ’ναι φίλος στενός με κείνους τους άταχτους και να τους θυμάται ως το τέλος της ζωής του με απεριόριστον ενθουσιασμό. Η κυρία Φωτεινή επροτιμούσε να μην το σκέφτεται. Ήθελε μόνο να θυμάται πως για τούτο ο γιος της ο Άλκης είχε μάθει σύντομα την ιταλική γλώσσα κι είχε ζυμωθεί πρώιμα με τα γράμματα εκείνου του έθνους.

Ήταν ακόμη μικρός κι αρρωστιάρης ο γιος τους, όταν ο Αγησίλαος άρχισε να του ξηγά τα αδρά ποιήματα του Δάντη που τα γνώριζε απ’ όξω. Πώς βροντούσε η φωνή του, όταν τα ’λεγε! Πώς άστραφτε πάντα το μάτι του και πώς ο γιος με το αποκοιμημένο, αλλά βαθύ βλέμμα του, εκρεμότουν τότες από τα χείλη του πατέρα του, σα θαμπωμένος από την απέραντη ομορφιά που ξεσκεπαζότουν ομπρός του!… Το θυμότουν ακόμη η κυρία Φωτεινή… εθυμότουν ακόμη και μερικά από κείνα τα ποιήματα, γιατί νέα τότες τα ’χε μάθει ως κι εκείνη… κι έβρισκε πως έμοιαζαν στα βιβλία της εκκλησίας και τα πίστευε… κι επίστευε σ’ όλες τις φριχτές τιμωρίες του κάτου κόσμου και στες αδιήγητες ευτυχίες των αγαθών ψυχών μέσα στον ουράνιο παράδεισό τους… Και η ίδια εγνώριζε λίγη μουσική κι έπαιζε στο παλιό τους το πιάνο, τότες που δεν ήταν ακόμη χήρα, κάτι τραγούδια του καιρού της, κάτι σκοπούς που δεν εσυνηθίζονταν πλια τώρα, μα που ο Άλκης ήξερε ακόμη να τους κακοσφυρίζει, γιατί ο γιος της εκείνος δεν είχε καθόλου αυτί, και να τους κακοτραγουδεί χαμηλόφωνα, γιατί δεν είχε φωνή.

Ως και ο Αγησίλαος Σωζόμενος ήταν υπάλληλος του Κράτους. Η κυρία Φωτεινή έπαιρνε ακόμη μια μικρή σύνταξη. Νέος, μόλις είχε γυρίσει από την Ιταλία, με το ωραίο δίπλωμά του, είχε διοριστεί αμέσως, αφήνοντας κατά μέρος τες ανήσυχες ιδέες του που άσφαλτα θα τον εζημίωναν, γιατί ο φρόνιμος κόσμος κι οι πλιο φρόνιμοι κυβερνήτες του τόπου θ’ αγαναχτούσαν, αν άκουαν τες θεωρίες του, όπως και η κυρία Φωτεινή τες ετρόμαζε, αν και τον αγαπούσε τόσο τον άντρα της, τον πατέρα των παιδιών της… Κι έτσι ο Αγησίλαος εφύλαξε για τον εαυτό του τες ιδέες του, το πολύ καμία φορά για το σπίτι του, όταν ξένος κανένας δεν τον άκουε. Κι ο κόσμος όλος τον εθεωρούσε για τούτο σαν έναν από τους πολλούς∙ κι εχαιρότουν την υπόληψη ανθρώπου εργατικού και τίμιου νοικοκύρη, γι’ αυτό κι ο πατέρας της κυρίας Φωτεινής δεν είχε διστάσει ούτε στιγμή να την παντρέψει μ’ εκείνον, αν και καθόλου δεν τον εγνώριζε πρώτα. Αλλά ωστόσο μαζί του είχε περάσει θεάρεστα τη ζωή της και ποτέ της δεν είχε γνωρίσει καμία στενοχώρια…

Συχνά η κυρία Φωτεινή αναθυμότουν με γλύκα τη συζυγική ζωή της και τα παιδικά τα χρόνια του γιου της και το παιδί εκείνο στα πρώτα της νιάτα, που μίαν ημέρα είχε αποκοιμηθεί μ’ ένα χαμόγελο στην αγκαλιά του θανάτου, αφήνοντας τόσο έρημο, τόσο σιωπηλό και τόσο θλιβερό το σπίτι τους, όπου μολοντούτο τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κι είχε πάρει τότες έναν άλλο ρυθμό η ζωή της, ως που η χαρά ξανάφεξε στην καρδιά της, ξετοπίζοντας τη βουβή της λύπη, όταν της εγεννήθηκε ο Άλκης…

Μα ήταν τόσο περίτρομη πάντα η μητρική καρδιά της… Επαραμόνευε τους ύπνους του μικρού παιδιού, βυθισμένη σε μίαν ανήσυχη δέηση, που επλημμυρούσε από στοργή το είναι της όλο, από έναν φλογερόν πόθο να προφυλάξει τον εαυτό της και το παιδί της από την άγρια φοβέρα μίας νέας συμφοράς!… Ήταν όλη γεμάτη τρυφερές φροντίδες, για το μικρό εκείνο πλάσμα, που στα μάτια της άξιζε περισσότερο παρά όλος ο άλλος κόσμος… και υστερότερα η αδύνατη υγεία του τέκνου της, οι συχνές του αρρώστιες, έκαναν να πληθαίνουν οι ασίγαστες φροντίδες της. Τρυφερά πάλι εθυμότουν πώς το ’χε βυζάξει η ίδια και πώς όταν είχε μεγαλώσει, το αποκοιμούσε η ίδια σιμά της μουρμουρίζοντας τραγούδια παλαιά, λέγοντάς του παλαιά παραμύθια κι εθυμότουν πόσο το παιδί εχαιρότουν ν’ ακούει ιστορίες για χρυσοντυμένα βασιλόπουλα, για περίκαλες αρχόντισσες, για όλον εκείνον τον ξωτικό και φανταστικό κόσμο, που ζει και κινιέται μέσα σε σφαίρες όπου αδύνατο δεν είναι το ακατόρθωτο για την ανθρώπινη αδυναμία.

Κι έπειτα πάλι η μητέρα φοβισμένη από τες συχνές του αρρώστιες δεν ήθελε να το βάλει πλιο ενωρίς στα γράμματα, αλλά μόλις πατήσει τα έξι χρόνια, ο άντρας της, που δύο γενεών πείρα του ’χε διδάξει πόσο άξιζαν εκείνα για τη ζωή, επήρε άλλην απόφαση, δεν ηθέλησε να παραδεχτεί καμία της αντιλογία και της εδήλωσε αλύγιστος πως προτιμούσε να μην έχει καθόλου τέκνο, παρά να μην επιμεληθεί, όπως ο ίδιος ήξερε, την ανατροφή του.

Στο σπίτι τους, μ’ όλους τους καλούς του τρόπους, ο άντρας της ο Αγησίλαος εκυριαρχούσε. Η απόφασή του δεν εγνώρισε καμία αναβολή και η αδυναμία του γιου του δεν τον έκαμε ν’ αλλάξει γνώμη. Από τες πρώτες ημέρες εγίνηκε ο ίδιος δάσκαλός του και μ’ αφοσιωμένη επιμονή εβάλθηκε να νικήσει τη φυσική νωθρότητα του παιδιού ευκολαίνοντάς του όσο μπόριε το μάθημα.

Κάθε τόσο κάποια ανημπόρια τον εσταμάταινε στο έργο, αλλά ο Αγησίλαος δεν απελπιζότουν∙ επάσκιζε με την επιμέλεια να κερδίζει τον χαμένον καιρό, και παρατήρησε με ανείπωτη χαρά πως κάθε φορά που το παιδί αρρωστούσε, ξαναρχότουν στη ζωή σαν προικισμένο με καινούρια χαρίσματα, με νέο ζήλο για τα μαθήματα, σα να τροχιζότουν το μικρό μυαλό του με τους πόνους και σα να μεγάλωνε άξαφνα η παιδική ψυχή του…

Η κυρία Φωτεινή εμιλούσε ακόμη όταν το ρολόι της χώρας εσήμανε τες εννέα. Κι αυτήν τη στιγμή εμπήκε στο μικρό σκοτεινό σαλονάκι ο Πέτρος Αθάνατος. Ήταν ένας νέος άσκημος, μαυριδερός, αλλά με όμορφα και ζωηρά μάτια. Τα ρούχα του ήταν αμελημένα κι επήγαινε σκυφτός και σκεβρωμένος κρατώντας στα δυο του χέρια το μαλακό του καπέλο. Μπαίνοντας μέσα παρατήρησε τες δύο ξένες κυρίες, τες αναγνώρισε αμέσως κι εκατέβασε ομπρός τους ντροπαλός το βλέμμα. Εχαιρέτησε έπειτα αδέξιος, κι ερώτησε ανήσυχος:

-Τι κάνει;

-Εγλίτωσε! του αποκρίθηκε με χαρά η μητέρα ευχαριστώντας τον με το βλέμμα. Τώρα κοιμάται…

Ο Πέτρος έσκυψε περισσότερο το μεγάλο ξεχτένιστο κεφάλι του, έμεινε μία στιγμή αμίλητος, το στόμα του εχαμογέλασε σαρκαστικά, σα να μετανοούσε για την αδυναμία του, κι έπειτα σα να ’θελε να δικαιολογηθεί είπε πάλι:

-Μ’ έστειλαν εδώ ο κύριος και η κυρία Βαρσάμη… Όχι!… η κυρία κι ο κύριος Βαρσάμης, εδιορθώθηκε αναστενάζοντας και τονίζοντας κάθε κατάληξη. Τρέχω τώρα αμέσως να τους το ειπώ… Α, δεν αρέσει της κυρίας Βαρσάμη να περιμένει… Κι εγέλασε το άσκημο γέλιο του.

Η κυρία Φωτεινή τον εκάλεσε να καθίσει σιμά της, μα αυτός αρνήθηκε κουνώντας το κεφάλι και πριν προφτάσουν οι τρεις κυρίες να του ειπούν άλλο λόγο, εβγήκε βιαστικός από την κάμαρα και τον άκουσαν να κατεβαίνει με βροντερά πατήματα τη σκάλα…

Τώρα οι τρεις γυναίκες έμειναν πάλι σιωπηλές για καμπόσες στιγμές. Κι έπειτα η κυρία Φωτεινή εσηκώθηκε, άνοιξε λίγο την πόρτα που επήγαινε στην κάμαρα του αρρώστου και γυρίζοντας στο μικρό σαλονάκι είπε μ’ ένα χαμόγελο:

-Κοιμάται ήσυχα! Κοιμάται ακόμη!

Η κυρία Οφιομάχου εχαμογέλασε και κείνη κι είπε σε μία στιγμή:

-Ο καημένος ο Πέτρος! ξέρει τόσα γράμματα κι είναι τόσο φτωχός και δεν έχει καμιά δουλειά!

-Η κυρία Βαρσάμη τον συμπονεί, είπε η κυρία Φωτεινή κατεβάζοντας το βλέφαρο, έχουν κάποια συγγένεια… γιατί είναι κι αυτός από καλό σπίτι!

-Η κυρία Βαρσάμη, η κυρία Βαρσάμη! είπε η άλλη γριά δαγκάνοντας λίγο το χείλι της. Κι εκοίταξε τη θυγατέρα της, που εκαθότουν αμίλητη σε μίαν άκρη από πολλήν ώρα και που με τα μάτια ανοιχτά εφαινότουν βυθισμένη σε κάποιο της όνειρο.

Κι εσώπασαν πάλι για κάμποσες στιγμές.

Αλλά σε λίγο η κυρία Φωτεινή ξανάρχισε πάλι νευριασμένη τα ιστορικά της. Τώρα όμως τα λόγια της ήταν σκοτεινά, σα να μην τα καταλάβαινε πλια ούτε η ίδια κι ήξερε μόνο πως ο Άλκης της είχε πλια μεγαλώσει και πως η ψυχή του είχε τότε αλλάξει…

Τον έβλεπε η μητέρα ανήσυχη βυθισμένον για ώρες στη σπουδή του, τον άκουε να μιλεί σοβαρά με τον άντρα της, να ρωτά πράματα, που εκείνη δεν εκαταλάβαινε και συχνά τον έβρισκε μοναχόν και συλλογισμένον, στη σιωπή του σπουδαστηρίου του ή τον απαντούσε στο δρόμο με σβησμένο το βλέμμα, με την όψη ωχρή, με μισοανοιγμένο το στόμα, παραδομένον στους στοχασμούς του, σα να ξάτρεχε αδιάκοπα ένα όνειρο, που ήθελε να του ξεφύγει… Και παρατηρούσε η μητέρα πως στον ίδιον καιρό η καρδιά του εγινότουν τρυφερότερη∙ τον εσυγκινούσε βαθιά ο ανθρώπινος πόνος, η δυστυχία όπου κι αν την έβλεπε κι αισθανότουν πάντα περισσότερο τη μητρική στοργή της∙ συχνά τον έβλεπε να καρφώνει με κατάνυξη απάνω της το βλέμμα του και να λησμονιέται έτσι σε μία σιωπηλή λατρεία. Είχε πάψει πρώιμα τα παιδικά παιγνίδια και κάποια φυσική δυστροπία του, μια αθέλητη δειλία, τον βαστούσε μακριά από πολυάριθμες συντροφιές∙ ο θόρυβος και τα γέλια των ομοίων του τον εζάλιζαν χωρίς να μπορούν να τον διασκεδάζουν. Έτσι άξαινε ο Άλκης σαν κλεισμένος μέσα στον εαυτό του, σαν απομονωμένος από την κοινωνία που ήταν τριγύρω του. Μόνο στο σπίτι των Οφιομάχων επήγαινε συχνά και τα παιδιά του Οφιομάχου ερχόνταν και τον έβρισκαν∙ κι εμαθήτευε μ’ εκείνα σ’ ένα σκολειό κι ήξερε η κυρία Φωτεινή πως από τότες εκείνα τον αγαπούσαν. Μα τα δύο σπίτια εγνωριζόνταν από πολύ πρωτύτερα, πολύ πριν ακόμη γεννηθούν τα παιδιά τους.

Κι έπειτα είχαν τελειώσει τα μαθητικά χρόνια κι ο Γιώργης Οφιομάχος, ένας από τους γιους της αρχόντισσας, είχε φύγει για τη Γαλλία κι ο Άλκης είχε μείνει καιρούς σπουδάζοντας στη Γερμανία. Μα πριν φύγει είχε πάει ν’ αποχαιρετήσει τους Οφιομάχους στο παλιό τους το σπίτι και με κάποια ρομαντική μεγαλορρημονία τους είχε υποσκεθεί πως ποτέ δε θα τους λησμονούσε κι είχε κοιτάξει δακρυσμένος την Ευλαλία, που συγκινημένη και κείνη του ’χε σφίξει το χέρι… Και η θύμηση της καλής κορασίδας, που στα ξένα την εφανταζότουν έπειτα γυναίκα πλια, εβαστάχτηκε πάντα ζωηρή και αγνή μέσα στη νέα ψυχή του και τόσο που ύστερα από χρόνους, όταν ξανάρθε στον τόπο, η παλιά γνωριμία τους ανανεώθηκε σα να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα χωρισμού. Μα η Ευλαλία δεν ερχότουν τώρα πλια να παίζει μαζί του, η ηλικία είχε κάμει τα πράγματα ν’ αλλάξουν. Ο Άλκης ήταν τότες άντρας πλια.

Κι έπειτα ο Αγησίλαος Σωζόμενος νικημένος από την πάλη με τη ζωή, είχε κατεβεί στον τάφο κι εκείνη η πρώτη λύπη είχε σταθεί μία δοκιμασία φοβερή για τον Άλκη, που εκατάλαβε αμέσως πως έπρεπε ν’αγωνιστεί από τα τότες για την ύπαρξη. Ο Αγησίλαος είχε πεθάνει φτωχός, αφήνοντας μόνο του γιου του αμόλευτο τ’ όνομά του.

Και τώρα ο Άλκης εζούσε μόνος με τη μητέρα του. Εζούσαν για την ώρα από τη μικρή σύνταξή της κι εξόδευαν τες φτωχές οικονομίες τους. Η ζωή ήταν δύσκολη. Αλλά ο Άλκης επίστευε σ’ έναν ιδανικόν κόσμο, σ’ έναν Αιώνα ευτυχίας για το ανθρώπινο γένος, που θα ερχότουν και που τίποτα δε θα μπορούσε να τον σταματήσει∙ οι σπουδές, που ποτέ δεν τες είχε αμελήσει, μ’ όλες τες σωματικές αδυναμίες του, άρχιζαν τώρα να δίνουν τον καρπό τους. Κάποιες ιδέες εφώτιζαν την ψυχή του. Αλλά τότες πάλι, του ’χε λείψει η σωματική δύναμη, σα να μην ήθελε η σάρκα να τον ακολουθήσει στο ψηλό πέταγμά του και να δώσει φτερούγια στη φαντασία του… Κι ήταν τότες που ο Άλκης είχε αρρωστήσει…

Ήταν παράωρα πλια. Ο Άλκης εκοιμότουν ακόμη ήσυχα στο λευκό του κρεβάτι κι ο γέρος Αλέξανδρος Οφιομάχος είχε έρθει τώρα κι εκείνος στο σπίτι της κυρίας Φωτεινής, για να συνοδέψει τη γυναίκα του και την Ευλαλία.

Ήταν ένας γέρος ροδοκόκκινος μικρόσωμος, αδύνατος, με άσπρα κοντά γένια, με κόκκινα χοντρά χείλη όπως όλοι οι Οφιομάχοι∙ σκεβρωμένος λιγάκι και ντυμένος με μία παλιά τριμμένη ρεδιγκότα που του κατέβαινε παρακάτω από τα γόνατα.

Εχαιρέτησε μ’ ένα χαμόγελο την κυρία Φωτεινή σα να φοβότουν να ρωτήσει κι ανάμεινε αμίλητος ν’ ακούσει τι θα ’λεγαν οι γυναίκες.

-Ο Άλκης… ο Άλκης! του ’πε τρέμοντας η γυναίκα του μ’ ένα δάκρυ.

Την εκοίταξε άξαφνα τρομαγμένος και με πόνο στην καρδιά του κι εκοίταξε, μην ξέροντας τι να ειπεί, την κυρία Φωτεινή που ήσυχη τον αντιχαιρετούσε. Κι ολομεμιάς αιστάνθηκε πως εθύμωνε πάλι με τη γυναίκα του κι άγρια κι απότομα, της είπε, στυλώνοντας χάμου το ανήσυχο βλέμμα του:

-Εσύ πάντα κράζεις το κακό, ως και στο σπίτι! Πάντα, πάντα!… Και σε μια στιγμή της ξανάπε με μίσος: -Εσύ!

-Εγλίτωσε! του ’πε εκείνη μ’ ένα ιλαρό χαμόγελο και μ’ άλλο ένα τρυφερό δάκρυ… Εγλίτωσε!…

Κι ηθέλησε να πιάσει τον άντρα της από το χέρι. Μα εκείνος ετραβήχτηκε ένα βήμα οπίσω, αναστέναξε ευχαριστημένος, την αγριοκοίταξε πάλι με θυμό, ξαναχαμήλωσε το βλέφαρο και σα να ’βγαζε από την καρδιά του ένα βάρος μεγάλο της ξανάπε, σιάνοντας την παλιά ρεδιγκότα του σα να εκρύωνε:

-Πάντα, πάντα!… Αυτός είναι ο τρόπος σου!… Σκιάζεις πρώτα τον άνθρωπο με τα λόγια του, με τα δάκρυά σου, με τα καμώματά σου, σα να ’βγαινε το καλό από την κόλαση!… Ουφ! ουφ!…

Η Ευλαλία εχαμογέλασε ευτυχισμένη. Στο νου της δεν είχε τώρα καμίαν άλλη ιδέα, δεν εσκεφτότουν ούτε τι θα γινότουν, ούτε τον εαυτό της∙ η μητέρα της εκούνησε το κεφάλι κοιτάζοντας τρυφερά τον άντρα της, η κυρία Φωτεινή έκανε πως δεν επρόσεχε στη φιλονικία. Τέλος η κυρία Οφιομάχου του ξανάπε μ’ έναν αναστεναγμό δείχνοντας την άλλη μητέρα:

-Ο Θεός εσπλαχνίστηκε την καλοσύνη της!… τη χήρα γυναίκα!

-Ο Θεός… ο Θεός, εψιθύρισε ο γέροντας πεισμωμένος μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο κοιτάζοντας ψηλά σα με φόβο… Ο Θεός!… ουφ!… ουφ!…

Και τότες εχαιρέτησαν κι οι τρεις τους την κυρία Φωτεινή κι εβγήκαν από την κάμαρη.

Εκείνην την νύχτα η κυρία Φωτεινή εκοιμήθηκε βαθιά, στη μεγάλη πολυθρόνα της, σιμά στο προσκέφαλο του γιου της. Και ξυπνώντας την άλλη αυγή είδε ανοιχτά τα μάτια του Άλκη, που τρυφερά την εκοίταζαν. Τον καλημέρισε με χαρά, του ’πιασε το χέρι και μ’ ένα δάκρυ στο μάτι τού το φίλησε τρέμοντας.

Και ο Άλκης την ερώτησε αμέσως, σα σκοτισμένος ακόμη από τον πολύωρον ύπνο του και από τ’ ανήσυχα όνειρά του:

-Ποια ήταν εκείνη;

-Η Ευλαλία, παιδί μου, του απάντησε χαμογελώντας… Δεν την εγνώρισες;

-Ναι, έκαμε ο Άλκης με το κεφάλι κι έκλεισε πάλι τα μάτια του μ’ έναν αναστεναγμό…

 

2ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA