4
Για πολλές μέρες κατόπι ο γέρος Οφιομάχος εφαινότουν ήσυχος, μόνο το χαμόγελό του ήταν ακόμη πικρότερο. Εκαθότουν τες περισσότερες ώρες της ημέρας στο θλιβερό του γραφείο, που τώρα εφαινότουν πλιο πένθιμο και πλιο ξεπεσμένο, χωρίς εκείνες τες ζωγραφιές των προγόνων του, χωρίς άλλο στολίδι στους μελανιασμένους τοίχους, όπου εφαινότουν λευκότερη η θέση τους. Ο γέρος δεν ανέβαινε στην τραπεζαρία παρά τες ώρες του φαγητού, κι άρχιζε τότες κι εδιηγότουν όπως πάντα αλλά με βιασμένη φλυαρία κάποιαν εύθυμη ιστορία του καιρού του, τους έρωτες μιας κυρίας που την είχε σηκώσει ένας Άγγλος αρμοστής, μιανής άλλης που ο άντρας της είχε βρει κάτου από το κρεβάτι τον ερωμένο της κι άλλες παρόμοιες, που ετελείωναν όλες μ’ ένα αφύσικο σαρκαστικό γέλιο του, βιασμένο και λυπηρό, που το ‘κανε να βαστάει πολλή ώρα, ενώ κανείς άλλος δεν εγελούσε και τα μάτια του εδάκρυζαν… Όλες αυτές τες ιστορίες τες ήξεραν όλοι, τες είχαν ακούσει συχνά και κανείς δεν τες επρόσεχε.
Κι όταν πάλι η γριά αρχόντισσα ήθελε ν’ ανοίξει το στόμα της και τον εκοίταζε παρακαλεστικά, εκείνος άνοιγε τα μάτια του κι έριχνε γύρω άγριο το βλέμμα του, φοβερίζοντας, παρέτοιμος να οργιστεί, αν άκουε ό,τι δεν ήθελε ν’ ακούσει. Και καταλάβαιναν οι άλλοι πως δεν έπρεπε ούτε να προφέρουν τ’ όνομα της Λουίζας ομπρός του, καταλάβαιναν πως όλο το αλλόκοτο φέρσιμό του δεν είχε παρά εκείνον το σκοπό, αν και δεν είχε τίποτα άλλο στο νου του παρά αυτήν τη θυγατέρα του.
Κι ούτε έβγαινε πλια από το σπίτι, ούτε εδεχότουν κανένα ξένο, κανένα χωριάτη, παρά μόνο τον τοκογλύφο, που ανεβοκατέβαινε τώρα τες σκάλες του σπιτιού. Εκλειόταν για ώρες μαζί του στο γραφείο, τον ήθελε σιμά του, εφλυαρούσε πρώτα ακατάπαυστα ομπρός του για τα πράματα τα πλιο αδιάφορα, ώσπου έπιανε ο κόπος κι εβυθιζότουν τότες σε μία μαύρη σιωπή. Εξέταζαν έπειτα κιόλας μαζί τα παλαιά συμβόλαια.
Ο τοκογλύφος είχε παρατηρήσει πως έλειπαν από τους μαυρισμένους τοίχους του γραφείου οι παλαιές εικόνες, δεν εζήτησε όμως να μάθει περισσότερα. Τους εγνώριζε κι εκείνος έναν έναν όλου αυτούς τους παλαιούς αρχόντους, γιατί απαντούσε συχνά τα ονόματά τους μέσα σ’ εκείνα τα παλαιά συμβόλαια, που τα εξέταζαν με υπομονή, τους εκοίταζε ή τους έδειχνε έναν έναν με το δάχτυλο και τους εχαμογελούσε, σα να εκουβέντιαζε μαζί τους, κάθε φορά που εδιάβαζε ένα όνομα στα κιτρινισμένα χαρτιά και τώρα, λησμονώντας πως εκείνοι δεν ήταν πλια εκεί, εξακολουθούσε να σηκώνει το κεφάλι του προς την άδεια θέση και του φαινότουν τόσο παράξενη εκείνη η απάτη, που το άσκημο στόμα του εχαμογελούσε.
Ο γέρος εφαινότουν πως εξέδινε με την εργασία. Αλλά η γριά γυναίκα του καταλάβαινε όλην τη θλίψη του. Τον εκοίταζε με ανησυχία περίφοβη. Πού θα ξεσπούσε κάποια στιγμή η πλαστή αυτή γαλήνη; Στα μάτια της ο άντρας της ήταν άνθρωπος τρομερός, οι κακοί του τρόποι, οι φοβέρες του, οι σκηνές που έκανε ακατάπαυτα είχαν σπρώξει τη Λουίζα στο απελπισμένο κίνημά της. Γιατί δεν ήταν βολικότερος κάπως αυτός ο άτυχος γέροντας; Δεν έβλεπε πως έτσι του ερχόνταν όλα ανάποδα; Δεν έβλεπε τι είχε καταφέρει με την αφροσύνη του; Η μόνη ευτυχία σ’ αυτήν την περίσταση ήταν πως ο Γουλιέλμος Αρκούδης αγαπούσε πάρα πολύ τη Λουίζα και θα την εστεφάνωνε βέβαια. Δεν θα την άφηνε ποτέ του. Αυτό ήταν φανερό. Τέτοιο πράμα δεν το ‘χε κάμει κανένας και δεν ήταν λίγες οι κοπέλες που είχαν φύγει από το πατρικό σπίτι, πολύ λιγότερο ο Γουλιέλμος που ήταν τόσο ερωτεμένος. Αν έμεναν ακόμη αστεφάνωτοι, θα ΄χαν τύχει βέβαια δυσκολίες που η γριά δεν τες εγνώριζε. Αυτό δεν την ευχαριστούσε φυσικά, δεν το ‘βρισκε ίσιο, αλλά ήξερε πάλι πως η θυγατέρα της ήταν τόσο όμορφη, πως ο Γουλιέλμος είχε ξετρελαθεί μαζί της! Τον έβλεπε πως την ξάτρεχε, πως την έπαιρνε πάντα από κοντά, πως ήταν πάντα κατόπι τους σε χορούς, σε απογευματινές, στο δρόμο… ερχότουν ως και στην εκκλησία… παντού, παντού! Γιατί θα τα ‘κανε όλα αυτά, αν δεν είχε σοβαρές ιδέες για τη Λουίζα; Πώς θα ‘χανε χωρίς αιτία τον καιρό του; Θα την εστεφάνωνε βέβαια, ίσως κιόλας αυτήν την ώρα! Κι αν ήταν έτσι, θα εσυλλογιζότουν ίσως η Λουίζα τη γριά της μανούλα μ’ ένα δάκρυ και θα ‘ξερε πως της έστελνε πάντα την ευκή της. Ναι μονάχα την ευκή της! Ας έκανε ο γέρος ό,τι ήθελε. Η ίδια θα ‘βρισκε τον τρόπο να μηνύσει της Λουίζας της πως ό,τι είχε ήταν δικό της, πως θα της το ‘γραφε αμέσως κι ίσως έτσι θα ευκολαινόνταν όλα, γιατί ο τραπεζίτης Αρκούδης δε θα ‘βρισκε πλια καμία αφορμή για να μη θέλει το γάμο, ο Γουλιέλμος θα μπορούσε να του αποδείξει πως έπαιρνε ωραία προίκα, ο πατέρας του θα ευχαριστιότουν έτσι και θα ετελειωνόνταν όλα όπως αυτή το επιθυμούσε! Τι επείραζε πως δε θα της έμενε τίποτα, αυτή δεν τα ‘χε χρεία πλια τα χτήματά της. Οι δύο γιοι της ήταν άντρες και η Ευλαλία της πλούσια και μεγάλη κυρία, οι ανάγκες της ήταν τιποτένιες, ένα κομμάτι ψωμί, θα της το ‘φερναν οι γιοι της, θα το ‘φερναν και του πατέρα τους, του δύστυχου! Η μόνη της φροντίδα ήταν η Λουίζα, αλλά θα την εστεφάνωνε βέβαια ο Γουλιέλμος και τότες κι ο γέρος θα ησύχαζε, θα ερχότουν ελεύτερα στο παλαιό της το σπίτι και η Λουίζα, όπως έκανε και η Ευλαλία, αυτή η τρικυμία της ζωής δε θα βαστούσε πάρα λίγο και θα γνώριζε ίσως η γριά αρχόντισσα κι άλλες καλύτερες μέρες. Και στην παραζάλη της η αρχόντισσα ξεχνούσε πως από τα αγαθά της τίποτα δεν είχε σωθεί από το ναυάγιο.
Κι εμιλούσε συχνά με τους υγιούς της για τη Λουίζα. Μα ο Γιώργης ήταν περίλυπος. Η φυγή της αδερφής του ίσια ίσια τη στιγμή που μία άλλη τρικυμία είχε κατακλύσει την ψυχή του, τον είχε βαθιά συνταράξει. Εγνώριζε αυτός τη Λουίζα. Ήξερε πόσο λίγη ήταν η ψυχική δύναμή της, ήξερε πως με τρομάρα έβλεπε εκείνη πάντα το χαλασμό του σπιτιού της και πως ήταν για τούτο από καιρό παρέτοιμη να παραδοθεί στον πρώτο που θα φανερωνότουν, αν επίστευε πως θ’ ασφάλιζε μίαν άνετη ζωή που στο σπίτι της δεν την είχε. Κι έπειτα έβλεπε ο Γιώργης σαν μίαν ειρωνεία της Τύχης σ’ όλην εκείνη τη θλιβερή ιστορία. Το σπίτι των Οφιομάχων γλιστρούσε τον κατήφορο του χαλασμού. Τίποτα δεν μπορούσε να το σταματήσει, μία μία εχανόνταν όλες οι ελπίδες κι ως τα τώρα ο χαλασμός δεν ήταν παρά οικονομικός μονάχα: οι δυσκολίες, που είχαν αρχίσει λίγο λίγο, είχαν μεγαλώσει, η χρεοκοπία για μια στιγμή εφαινότουν αξεφύγητη, μόνο η θυσία την είχε σταματήσει, αλλά ο γάμος εκείνος ήταν σαν το πρώτο βήμα του ηθικού ξεπεσμού τους, που τώρα τον εκορύφωνε η φυγή της Λουίζας. Τι τους είχε ακόμη φυλαμένο η Μοίρα; Και τι ημπορούσε να περιμένει η Λουίζα από τον άκαρδο νιο που ‘χε διαλέξει;
Ο Σπύρος αντίς, δεν έχανε ούτε τώρα την ψυχρή του απάθεια. Το νωθρό του μυαλό, που δεν ήθελε να δουλέψει, εξέφευγε κάθε θλίψη, κάθε προστριβή, κάθε συζήτηση, ό,τι μπορούσε να τον συνταράξει. Ήταν παρέτοιμος πάντα να συμφωνήσει με το συνομιλητή του, έπνιγε κάθε θλιβερή ιδέα σ’ ένα γέλιο, επάσκιζε μόνο να θυμάται τες γλυκές στιγμές της ζωής του, ευχαριστιότουν να χτίζει παλάτια στον αέρα, έβλεπε πάντα ομπρός του γελαστό το πρόσωπο της Τύχης. Τι θα ωφελούσε, αν εσυγχιζότουν ως και κείνος; Τα πράματα θα τραβούσαν το δρόμο τους, γιατί δεν είχε το χάρισμα να τα σταματήσει. Και η σκέψη αυτή παραλυούσε κάθε του ενέργεια. Δεν ετολμούσε να κατακρίνει την πράξη της Λουίζας, δεν ήξερε αν είχε σφάλμα, αν είχε κάμει σφάλμα θα το πλήρωνε φυσικά, αυτή μονάχα, γιατί ο ίδιος δεν είχε να χάσει τίποτα. Ως κι ο πατέρας του είχε μείνει γι’ αυτόν ένα αξεδιάλυτο μυστήριο. Από μικρός είχε συνηθίσει να φοβάται τες φωνές του και τες φοβέρες του και τώρα ακόμη, όταν ο γέρος εθύμωνε, έχανε το χρώμα του, ανησυχούσε, είχε κακές στιγμές και τον ελογάριαζε άνθρωπο δύστροπον, κακής καρδιάς και σπάταλον. Τη μητέρα του μόνο εσυμπαθούσε, γιατί του συγχωρούσε κι εκείνη κάθε αδυναμία.
Ήταν απόγιομα. Κι αυτήν την ημέρα ο σιόρ Μίμης ο Χαντρινός, ο τοκογλύφος, είχε έρθει από ενωρίς στο γραφείο του Οφιομάχου. Τον εχαιρέτησε όπως πάντα με σέβας, εκάθισε μπρος στο μεγάλο τραπέζι κι απίθωσε επάνω μία δεσμίδα χαρτιά. Έπειτα εσφούγγισε από συνήθεια με το μαντήλι τα χέρια του και το μέτωπό του κι άρχισε να διηγιέται στο γέροντα αδιάφορος τα νέα της ημέρας. Στη μικρή χώρα όλος ο κόσμος, φτωχοί και πλούσιοι, ήταν αναστατωμένοι. Η Κυβέρνηση είχε αποφασίσει, έλεγαν, τον πόλεμο κι είχε διαλύσει τη Βουλή, πριν μαζέψει όμως όλες τες ηλικίες, ερωτούσε τους ψηφοφόρους αν ήταν με τη γνώμη τους. Αλλά για να δώκει θάρρος στους χωριάτες, εκήρυχνε κιόλας το δικαιοστάσιο κι έλεγαν κάποιοι πως τους εχάριζε όλα τους τα παλαιά χρέη, τα ‘σβηνε όλα με μια πενιά. Δημοκοπικό μέτρο πρωτάκουστο, έλεγε ο γιατρός Στεριώτης, που ήταν αντικυβερνητικός υποψήφιος μαζί με τον κύριο Υπουργό, σοβαρότατο μέτρο που θα εσάλευε την εμπορική πίστη και την κοινωνία από τα θεμέλια της και τελείως αντισυνταγματικό. Αλλά τι άλλο ημπορούσε κανείς να περιμένει από ένα βασίλειο, όπως το ελληνικό, που είχε γεννηθεί από μία επανάσταση και που εσκάρωνε κάθε τόσο κι από μία επανάσταση για να μεγαλώσει∙ τι άλλο παρά το διωγμό του νοικοκύρη, του δύστυχου ανθρώπου, που επλέρωνε τους περισσότερους και βαρύτερους φόρους για το χατίρι της χωριατιάς. Ο γιατρός, φυσικά, ήταν να φοβάται τώρα. Το χρήμα του ήθελε βέβαια να το εισπράξει κι η κατάσταση ήταν τόσο θολή, ερωτούσε τον πεθερό του αν δεν ήθελε να κάμουν μια γενική ξεκαθάριση, πουλώντας όλα τα χτήματα που είχαν καταντήσει ανυπόφερτα, θα εκοίταζε αυτός να βρει τους αγοραστές, που θα καλοπλήρωναν, αλλά καλό ήταν να μιλούσε με το γαμπρό του κι ο ίδιος ο αφέντης, θα ‘βρισκαν τρόπο να συμβιβάσουν συγκαλογνώμως τα πάντα σα συγγενείς που ήταν . Ο αφέντης ήξερε πως ο γιατρός ήταν άνθρωπος ίδιος και με καλή καρδιά, τον είχε δοκιμάσει πλια τώρα κι άνθρωπος που προόδευε στην κοινωνία, η κυρία Ευλαλία ήταν πραγματικά τρισευτυχισμένη μαζί του. Κι ο γιατρός δεν είχε αλλάξει καθόλου γνώμη, ήθελε αληθινά να βοηθήσει, αλλά ως εκεί που μπορούσε, το περσότερο θα ‘ταν αμαρτία, δε θα το ‘θελε ούτε ο αφέντης γι’ αγάπη της Ευλαλίας. Κάτι άλλο όμως θα μπορούσε ακόμη να γενεί, τώρα που τα χρέη ήταν ξεκαθαρισμένα, ο ίδιος ο τοκογλύφος θα μπορούσε να μπει διαχειριστής στο χτήμα και θα πλέρωνε αμέσως του γιατρού το κεφάλαιο, ο τόκος μόνο θα εβάραινε λίγο περισσότερο τον άρχοντα, γιατί φυσικό ήταν να ‘ναι ακριβά τα χρήματα σε τέτοιες στιγμές. Αν εσκεφτότουν ο αφέντης όσα του ‘λεγε και ας του ‘δινε με την ησυχία του την απάντησή του.
Κι εκοίταξε ο τοκογλύφος το γέροντα, περιμένοντας πως θα θύμωνε, πως θα τον έβριζε, καθώς συνέβαινε πάντα, όταν συζητούσαν προβλήματα τέτοια και απορούσε πώς αυτήν την ημέρα έμενε τόσο αδιάφορος. Από πολλήν ώρα έκανε πως δεν τον άκουε κι εφανέρωνε την αδιαφορία του μ’ ένα ανυπόμονο κίνημα, μ’ ένα μορφασμό στα χείλη, μ’ ένα μουγγό επιφώνημα. Εφαινότουν να λέει πως τώρα του ήταν όλα αδιάφορα, πως δεν τον έγνοιαζε πλια ο οικονομικός χαλασμός του, ας ακουόταν έως τα πέρατα του κόσμου, δεν είχε πλια να φυλάξει την τιμή της οικογένειας. Οι θυγατέρες του!
Κι άξαφνα ο Οφιομάχος είπε:
-Ναι, ναι, κάμε ό,τι θέλεις! Ας πουληθούνε όλα! Θα ‘χω λιγότερες φροντίδες, μα ας βγει από μέσα πρώτα το προικιό της γυναίκας μου. Σήμερα έτσι πρέπει να γένει.
Και λέγοντας έτσι εχαμήλωσε το πρόσωπό του ως το τραπέζι κι έμεινε σιωπηλός κάμποσες στιγμές. Τέλος εσήκωσε πάλι πικρά την περήφανη γέρικη όψη του κι είπε:
-Ξέρεις τι ντροπή μ’ έβρηκε!
-Αφέντη, του ‘πε ο τοκογλύφος περίλυπος, δεν είσαι ο πρώτος, δε θα ‘σαι ο ύστερος! Ανεμυαλιά της κυρίας Λουίζας. Εκακοφάνηκε ως και του γιατρού, που βρίσκεται αυτήν την στιγμή μέσα στες δόξες του, άσκημα το ‘καμε αλλά όλα διορθώνονται. Ένα πράμα μόνο είναι το αδιόρθωτο. Ο θάνατος!
-Ο θάνατος, είπε ο Οφιομάχος κουνώντας πικρά το κεφάλι, μικρό πράμα ο θάνατος μπροστά στην ντροπή! Ο θάνατος λησμονιέται, μα αυτή μένει εις αιώνες αιώνων. Μου φαίνεται πως είμαι έρημος τώρα. Ποιος θα πάει λοιπόν να μιλήσει εκεινού του παιδιού και του πατέρα του, του τραπεζίτη, για τη λύπη μας εδώ μέσα, για τη συντριβή μας, για τη ντροπή μας; Το σκέφτηκα τόσο. Μόνο εσύ θα μπορούσες. Μόνο εσέ σου τα λέω όλα, γιατί ξέρεις και τες άλλες καταφρόνιες του σπιτιού μου, γιατί ήσουνε και με τον άλλο γάμο στη μέση. Τότες τα καταφέραμε με τιμή. Το γνωρίζεις ε, αυτό το παλιόπαιδο, αυτό το άτιμο παλιόπαιδο! Ω η πίκρα μου είναι τόσο μεγάλη! Τι του ‘καμα και μου ‘δωκε τόσο φαρμάκι; Ας μου τη ζητούσε, θα του την έδινα. Γιατί μου ‘καμε αυτήν την προσβολή που δεν μπορώ και δεν πρέπει ποτέ να του συγχωρέσω, γιατί το ‘καμε έτσι η Λουίζα, ανειδοποίητα, αναπάντεχα, μυστικά! Την εξεγέλασε, ωχ, ωχ! Και τι άλλο σκοπό μπορεί να ‘χε αυτό το παλιόπαιδο παρά να τη γελάσει, για να διασκεδάσει καμπόσο και να μου την αφήκει έπειτα στο δρόμο, έρημη και καταφρονεμένη; Δεν τους έφταιξα. Μα αχ, εγώ είμαι η αρχή του κακού. Και να, τι είναι αυτό που θέλω από σένα. Πήγαινε και βρες αυτό το παλιόπαιδο, το άτιμο παλιόπαιδο και πες του πόσο μας πίκρανε, εμέ ένα γέροντα κι έναν πατέρα και τη μάνα τη δύστυχη και τ’ αδέρφια της που δεν έχουν πρόσωπο να βγουν στο δρόμο. Πες του πως κρυβόμαστε όλοι εξ αιτίας του, ρώτησέ τον γιατί μας εβουρδούλισε χωρίς αιτία κι αφορμή, χωρίς να ‘χει κανένα πάθος μαζί μας. Πήγαινε και πες του όλα, καθώς τα βλέπεις εδώ μέσα (κι εκοίταξε κι έδειξε τη θέση όπου εκρέμονταν οι εικόνες). Πες του που η λύπη μας κρύβεται κάτου από μία πλαστή αδιαφορία, από ένα ψεύτικο και τρομερό γέλιο και πες του να διορθώσει την πράξη του το γληγορότερο, και θα του στείλω την ευκή μου και θα του στείλει κι η μάνα η δύστυχη τη δική της, γιατί την αγαπούμε τη Λουίζα μας, και μόνο το σφάλμα της μας θλίβει, την αγαπούμε, γιατί την ξέρουμε δυστυχισμένην. Πες του να διορθώσει το κακό που κάνει και του συχωριούνται όλα κι αν δεν του μιλήσουμε αμέσως, θα ‘ναι για τον κόσμο μόνο, μα αν το θέλει, πηγαίνω κι αμέσως στο σπίτι του, εγώ ο γέρος, εγώ που με ατίμασε, αν θα διορθώσει… Και θα τα διορθώσει κι ας είναι άτιμος, γιατί δεν μπορεί να μη λογαριάσει την κόρη μου. Ωχ, ωχ! Πες του τα έτσι, καθώς σου τα λέω. Θυμήσου τα ένα ένα. Καλύτερα χίλιες φορές να μου ‘χε πεθάνει! Και πες του πως ό,τι κι αν έχω, ως και το προικιό της γυναίκας μου, τους το δίνω, φτάνει μόνο να τους ιδώ στεφανωμένους. Ακούς; Όλα. Όλα. Κι ας μείνω αχτήμονας, στο έλεος των παιδιών μου! Στα ύστερα πάμε στο φτωχοκομείο, δεν πειράζει τόσο. Μόνο εκείνη, εκείνη. Μ’ ακούς;
Και κουρασμένος από την πολλή ομιλία έκρυψε μέσα στα χέρια του το γέρικο πρόσωπό του. Ο τοκογλύφος τον εκοίταξε με αληθινή συμπόνια. Εκείνος ο γέροντας, που για το Χαντρινό ήταν μόνο μια αγελάδα για άρμεγμα από τόσους καιρούς, του ‘κανε παράξενα λύπη. Ηθέλησε κάτι να ειπεί, μα ο Οφιομάχος τον εσταμάτησε με μια χειρονομία.
-Πλια ούτε λόγο, ξανάπε, γι’ αυτήν την καταραμένη! Θα φέρεις μόνο την απάντηση. Πλια ούτε λόγο!
Και τον εκοίταξε ανοίγοντας τα μάτια του σα να τον εφοβέριζε.
Ο τοκογλύφος όμως ήταν τώρα ανήσυχος, εκείνο το αίσθημα της συμπόνιας εγενότουν δυνατότερο στην καρδιά του, η παράξενη συγκίνησή του εμεγάλωνε, καταλάβαινε αυτήν τη στιγμή πως αγαπούσε πραγματικά τον γέροντα, πως για κείνον θα ‘κανε κάτι, ως κι αν έπρεπε να ζημιωθεί από την πράξη του. Κάμποσες στιγμές έμεινε άφωνος και τέλος είπε:
-Θα πάω!
Και του φάνηκε πως η καρδιά του είχε αλαφρωθεί από κάποιο βάρος. Και παραδομένος καθώς ήταν στην πρωτοδοκίμαστη εκείνη διάθεση, εθυμήθηκε άξαφνα κι άλλους ανθρώπους που εγνώριζε και που οι ψυχές τους υπόφερναν, την Ευλαλία που εζούσε πάντα ξένη μέσα στο πλούσιο σπίτι τ’ αντρός της χωρίς να μπορεί να συμμερίζεται κανένα του θρίαμβο, τον Άλκη Σωζόμενο που από καιρούς έλειπε στα ξένα κι υπόφερνε τώρα, γιατί δεν είχε κατορθώσει ίσως να θάψει εκείνην την αγάπη του. Κι είπε μ’ έναν αναστεναγμό παραξενεμένος πάλι από την αδυναμία της ψυχής του:
-Κι άλλη μία φαμελιά, αφέντη, δοκιμάζεται. Η καημένη η κυρία Φωτεινή… ο γιος της είναι άρρωστος στα ξένα κι έρχεται, ακούω, γιατί θέλει να πεθάνει εδώ πέρα. Τυχερή η κυρία Ευλαλία, που δεν τον επήρε, θα ‘χαμε τώρα κι άλλες λύπες κι άλλες φροντίδες. Από την αρχή η υγεία του ήταν αδύνατη.
-Τυχερή! εφώναξε χωρίς να ξέρει τι έλεγε ο Οφιομάχος. Τυχερή, πολύ τυχερή η Ευλαλία μου!
-Ο Άλκης, ξανάπε θλιβερά ο τοκογλύφος, είναι καταδικασμένος.
-Μα γιατί ξανάρχεται εδώ; είπε άξαφνα ανήσυχος ο Οφιομάχος. Γιατί; Με θλίβει η καρδιά μου για τον καημένο το νέο! Ναι. Και την αγαπούσε την Ευλαλία. Εσύ δεν ξέρεις πόσο, μα εγώ το είδα με τούτα τα μάτια μου! Και δεν τους λυπήθηκα κι εχρειάστηκε να τους χωρίσω για την τιμή του σπιτιού. Και τώρα θα πεθάνει ο Άλκης. Τι να ειπώ εγώ; Τόσο νέος ο δύστυχος, τόσο άξιος, τόσο καλός! Μα ας ησυχάσει. Ω, η ζωή, η ζωή! Ο δύσκολος αγώνας! Αλλά δεν έμενε εκεί πέρα ο δύστυχος, εκεί που είναι! Δεν επήγαινε εκεί κι η κυρία Φωτεινή; Άλλες έγνοιες πάλι για την Ευλαλία μου. Κι εγώ λέω πως τον αγαπάει ακόμη! Ω καημένη μου Ευλαλία, που μόνο αγαπάς!
Κι έκρυψε πάλι το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του κι έμεινε αμίλητος για κάμποση ώρα. Τέλος ξανασήκωσε το κεφάλι. Ήταν αργά και στο γραφείο του εγινότουν σκοτάδι. Είδε πως ο άλλος ήθελε να φύγει και του ‘πε ακόμη:
-Πότε θα ξανάρθεις;
-Αύριο! απάντησε εκείνος, κι αν όχι αύριο την άλλη μέρα ή σε δυο μέρες, όσο πλιο γλήγορα μπορώ.
-Ως να φέρεις απάντηση δε θα ‘χω ησυχία, να το ξέρεις. Πήγαινε τώρα.
Και του ‘δωκε αυτό το βράδυ το χέρι και τον εσυνόδεψε έως την πόρτα. Κι ο τοκογλύφος κοιτάζοντας το γέροντα αιστάνθηκε μία ανατριχίλα να διαβαίνει το κορμί του.
Σε λίγο ο Οφιομάχος ανέβηκε στην τραπεζαρία. Εκεί ο γιος του ο Σπύρος εμιλούσε με τη μητέρα του. Κι ο γέρος μπαίνοντας μέσα άκουσε τ’ όνομα της Λουίζας. Εθύμωσε αμέσως κι άνοιξε μεγάλα τα μάτια του φοβερίζοντας. Μάνα και γιος λοιπόν εμιλούσαν για κείνην πίσω από τες πλάτες του. Α, κάτι εμηχανευόνταν πάλι που δεν έπρεπε αυτός να το ξέρει. Το αίμα του ανέβηκε στο κεφάλι, εγένηκε μονομιάς κατακόκκινος από την οργή και για μια στιγμή η φωνή δεν του ‘βγαινε μέσαθε από το λαρύγγι. Τέλος είπε βραχνά:
-Α, α, α! Δεν το ‘πα πως τ’ όνομά της εδώ μέσα δε θ’ ακουότουν; Δεν το ‘πα; Δεν την έχω θυγατέρα μου! Δε θέλω να την ξέρω! Δε θέλω να την ακούω! Δε θέλω, δε θέλω!
Ο Σπύρος τον εκοίταξε περίτρομος∙ εκοίταξε και τη μητέρα του, σα να την παρακαλούσε κι εκείνη τώρα εχαμήλωσε το μέτωπο κι είπε στον Οφιομάχο:
-Μη μανίζεις έτσι, πού είσαι. Η οργή είναι θανάσιμη αμαρτία κι είμαστε γέροντες. Ο Θεός μας έχει στείλει την πληγή, κάμε λίγη υπομονή, γιατί κάτι πρέπει ν’ ακούσεις κι ας θλίβεται όσο θέλει η ψυχή σου!
-Δε θέλω, εφώναξε. Δε θέλω ούτε να ξέρω. Κι επέταξε κατά γης μίαν καρέκλα. Θα τα σπάσω όλα εδώ μέσα, δικά μου είναι.
Και σα να μετάνιωσε άξαφνα για τα λόγια του ξακολούθησε φωνάζοντας πάντα:
-Τι πρέπει ν’ ακούσω; Τι; Καλό βέβαια όχι από τα χείλη σου!
Και της έριξε ένα βλέμμα από μίσος. Κι η αρχόντισσα είπε τότες χαμηλόφωνα και με κατεβασμένο βλέφαρο:
-Επερνούσε κατά τύχη ο Σπύρος από το σπίτι τους. Είχε βγει για περίπατο σήμερα το πρωί. Εκεί όξω της ενοίκιασε ένα σπίτι μ’ ένα όμορφο περιβόλι και τον έκραξε εκείνη και τον εσταμάτησε κι ο Σπύρος εμπήκε μέσα!
-Εσταμάτησε; Εμπήκε μέσα; ξαναφώναξε ο γέροντας μανίζοντας. Μα ποιος του ‘δωκε την άδεια να της μιλεί; Μα γιατί της μίλησε και δεν εντρεπότουν; Γιατί, μωρέ, μα γιατί να ντροπιάζεται έτσι! Γιατί δεν συλλογίζεται κι εμένα;
-Εμπήκε μέσα, ξανάπε η γριά, χωρίς πλια να δίνει προσοχή στο θυμό του, και του ‘πε αυτή πως γλήγορα θα τη στεφάνωνε, πως είναι ευτυχισμένη και πως ζητά την ευκή σου. Της ενοίκιασε, λέει, το σπίτι για ένα χρόνο. Κι έστειλε το Σπύρο και της έκαμε κάποιο θέλημα στη χώρα κι ήτανε χαρούμενη κι εγελούσε όλην την ώρα. Και στο γυρισμό τον ερώτησε αν θα μπορούσε να βοηθήσει τη στενοχώρια μας κι ερώτησε για τη μάνα της και θα ‘ναι, λέει, ευτυχισμένη τότες μόνο, όταν δε θα ‘μαστε πλια θυμωμένοι μαζί της!
-Τι της εψώνισες; είπε συλλογισμένος ο γέρος του γιου του.
-Μου ‘δωκε ένα εκατοστάρικο ολοκαίνουριο και της αγόρασα τσάι και βούτυρο και παξιμάδια.
-Και τα ρέστα; ξανάπε υποψιασμένος ο Οφιομάχος κι ανοίγοντας τα μάτια του.
-Μου τα χάρισε! είπε ο Σπύρος χαμηλώνοντας ντροπιασμένος τώρα το βλέμμα. Εμέ μου χρειάζονταν και τα βάσταξα.
Τώρα ο γέρος απόμεινε για μια στιγμή σαν απολιθωμένος∙ αιστάνθηκε πως το πάτωμα έφευγε άξαφνα κάτω από τα πόδια του κι ολομεμιάς, κυριεμένος από μια ακράτητη λύσσα ερίχτηκε πάνου στον υγιό του, τον έπιακε από τα χέρια, τον ετίναξε μ’ όλη του τη δύναμη, τον έκαμε να πέσει στον πέτσινο καναπέ, τον έφτυσε στο πρόσωπο πολλές φορές κι ενώ τα γέρικα μάτια του ήταν παρέτοιμα να πεταχτούν από τες κώχες τους, του φώναξε τέλος:
-Και δεν εντράπηκες τον εαυτό σου τουλάχιστο; Και δεν εντράπηκες εμένα, ρουφιάνε! Κι εβάσταξες εσύ εκείνα τα χρήματα που τα κερδίζει μωρέ, η αδερφή σου με το κορμί της! Ω να χαθείτε!
Τους γύρισε τρέμοντας και κλαίοντας τες πλάτες κι εκατέβηκε πάλι στο γραφείο κι εκλείστηκε μέσα.
Από πάνω τον άκουαν για πολλήν ώρα να μανίζει μονάχος του, σαν απελπισμένος.
-Με τα χρήματα που τα κερδίζει από το κορμί της, εφώναζε, θέλει να βοηθήσει το φτωχό πατέρα της! Ωχ, ωχ! Κι ο Σπύρος άρχισε κιόλας να τρώει από κείνην!
Τέλος ήρθε στο σπίτι κι ο Γιώργης. Και ο γέρος, που άκουσε τα πατήματά του στη σκάλα, άνοιξε την πόρτα του και τον έκραξε μέσα. Του διηγήθηκε με παράπονο και με θυμό όσα είχαν γίνει εκείνο το απόγιομα, του μίλησε και για τον Άλκη. Αυτός τον άκουε κατασυγχυσμένος λογαριάζοντας την άβυσσο του οικογενειακού ξεπεσμού τους, την ηθική αναιστησία του αδερφού του, το αδιόρθωτο γλίστρημα που όλο εγινότουν γοργότερο και δεν εσταματούσε και σε κανένα βάθος. Ήταν τώρα κι αυτός σαν απολιθωμένος και δεν εμιλούσε.
Και τέλος τώρα ο γέρος του ‘πε χαμηλόφωνα και σα να εντρεπότουν τον εαυτό του:
-Μα τέλος πάντων, παιδί μου, δεν αποφασίζεις και συ να την πάρεις;
-Την Αιμίλια; είπε ο Γιώργης γελώντας σαρκαστικά. Μα τώρα θα την έχει κιόλας ερωμένη του ο γιατρός, ο γαμπρός μας!
Μια στιγμή ο γέρος έμεινε πάλι άλαλος στη θέση του κι εβάλθηκε έπειτα να περπατεί στο γραφείο του, αναστενάζοντας, σιάνοντας την παλιά ρεδιγκότα του σα να κρύωνε, πιάνοντας το κεφάλι του, ανεμίζοντας τα χέρια του, σηκώνοντας το βλέμμα του προς την άδεια θέση, όπου ήταν οι παλιές εικόνες και στο ύστερο εφώναξε απελπισμένος:
-Μα γιατί την άφηκες, Γιώργη! Ψέματά σου! Ψέματά σου! Αποφασίσατε λοιπόν όλοι σας να με πικράνετε θανάσιμα, εμέ ένα δύστυχο γέροντα! Ω πάρε την εσύ καλύτερα! Δε σεβόσαστε τ’ άσπρα μαλλιά μου! Κανείς σας, κανείς σας! Ψέματά σου. Αυτό δεν εγίνηκε. Ω το κεφάλι μου!
Τώρα εκατέβηκε κάτου και η γριά αρχόντισσα κι εμπήκε πάλι περίφοβη στο σκοτεινό γραφείο, που ένα μόνο αναμμένο φυτίλι μιας μπρούτζινης λάμπας του λαδιού το φώτιζε. Την είχε ανάψει μηχανικά και χωρίς να ξέρει τι έκανε ο ίδιος ο Οφιομάχος. Τον είδε να πηγαινοέρχεται ταραγμένος κι απελπισμένος κι εβάλθηκε αμέσως να κλαίει. Κι είπε πικρά του γέρου, μαντεύοντας πως κάποια καινούρια πίκρα τον είχε πλακώσει:
-Αποφάσισε λοιπόν ο Θεός να σε ποτίσει μ’ όλα του τα φαρμάκια. Μα θα σου το θυμηθεί την ημέρα της δευτέρας παρουσίας, θα σου το θυμηθεί!
Εκείνο το βράδυ στο ωραίο σπίτι του γιατρού Στεριώτη εμπαινόβγαινε ο κόσμος, όλες οι κάμαρες ήταν φωτολουσμένες, ως και στο δρόμο ακόμη πολλοί άνθρωποι εσταματούσαν κι εμιλούσαν ζωηρά αναμεταξύ τους κι εφώναζαν συχνά ζητωκραυγάζοντας και βρίζοντας. Ήταν οι παραμονές της ψηφοφορίας. Μα η Ευλαλία ήρθε κι εκείνην τη βραδιά στο παλιό το σπίτι του πατέρα της κι ανέβηκε στην τραπεζαρία κι εκάθισε σε μίαν καρέκλα και μαζί με τη μητέρα της έκλαψε…