7

 

Η κυρία Φωτεινή ήταν στο μαγειριό της. Ήταν μία γριά κυρία που ‘χε περάσει κιόλας τους εξήντα χρόνους, μικρή στο ανάστημα, ντυμένη με απλά μαύρα φορέματα, με μίαν πάνινη γαλάζια ποδιά δεμένην στη μέση της, με ζαρωμένο το πρόσωπο, ωχρό και στεγνό πολύ, με βαθουλωμένα και ξεθωριασμένα μάτια υγρά από κάποιο δάκρυ.

Σε μία γωνία του μαγειριού εκαθότουν σε μία ξύλινη καρέκλα μία πλιο γριά ακόμη υπηρέτρια, που ακουμπούσε το κεφάλι της στο χέρι, εφαινότουν βαρύθυμη κι εκείνη και δεν εμιλούσε.

Ήταν απόγιομα αργά. Το παραθύρι ήταν ανοιχτό. Όξω ο ήλιος που εκόντευε να δύσει ερόδιζε στον ουρανό τα λίγα σύγνεφα. Ένας ανάλαφρος αέρας έμπαινε μέσα, υγρός και χλιαρός, ανοιξιάτικο φύσημα που ήθελε να σβήσει τα ύστερα χνάρια του χειμώνα…

Σ’ ένα μικρό χαλκωματένιο αγγειό η κυρία Φωτεινή εζέσταινε λίγο ζουμί. Τ’ ανακάτευε μ’ ένα ξύλινο κουτάλι, τα ‘φηκε να χοχλάσει, το τράβηξε από τ’ αναμμένα αθράκια, έσπασε μέσα δύο αυγά και φέρνοντας στο στόμα της την άκρη του κουταλιού για να το δοκιμάσει είπε με το νου της αναστενάζοντας:

-Τόσο κακά!

Κι εγύρισε προς την πόρτα προσέχοντας μην άκουε κάτι. Κι εξανασυλλογίστηκε:

-Δε θα το φάει… Δεν παίρνει πλια τίποτα!

Εκούνησε πικρά το κεφάλι∙ στο πρόσωπό της εφάνηκε η κατάκαρδη στενοχώρια του άνοπλου ανθρώπου, που ο φόβος του παγώνει τα σπλάχνα και που θέλει ή δεν μπορεί να παραδεχτεί δυνατή τη συφορά του, αλλά που δε χάνει τη δύναμη ως το τέλος και από το νου της ωστόσο επέρασε σα μία απαίσια αστραπή η τρομερή ιδέα, που θα πιθυμούσε να την ξεφύγει:

-Θα ετελείωνε!

Ύψωσε απελπισμένα στον ουρανό τα μάτια της και τα χείλη της εβάλθηκαν να τρέμουν.

-Ο Άλκης μου! Ω, δε μπορεί, δε μπορεί! Ο Θεός δε θα το θελήσει. Γιατί; Μα γιατί να τιμωρήσει εμέ τη γριά τη χήρα; Αυτός είχε τη ζωή μπροστά του. Ω!

Και μηχανικά άδειασε το ζουμί μέσα σ’ ένα βαθύ πιάτο, εστάθηκε μια στιγμή μ’ ελπίδα και με τρόμο παραμονεύοντας μήπως άκουε κάτι και τέλος εβγήκε από το μαγειριό, κρατώντας με προσοχή στα δυο της χέρια το φαγητό του αρρώστου. Η γριά υπηρέτρια την ακολούθησε αμίλητη.

Ο ήλιος που επήγαινε να δύσει έμπαινε από το παράθυρο κι έχυνε όλο το χαρούμενο φως του στη μικρή καθάρια κάμαρα. Απ’ όξω ακουότουν το δειλό κελάδημα κάποιου πουλιού, που εκαθότουν στον κλώνο μιας ανθισμένης πασκαλιάς. Από το δρόμο ανέβαινε ο βρόντος μιανής άμαξας που εδιάβαινε και ο ήχος της ομιλίας των ανθρώπων, που εκαθόνταν στο απέναντι μικρό καφενείο αδιάφοροι. Κι όλα μέσα στην κάμαρα είχαν πάρει ένα χρώμα ροδί, οι τοίχοι, τα έπιπλα, τα σεντόνια, ως και το χλωμό, λιγνό και διάφανο πρόσωπο του αρρώστου, που εκειτότουν πλαγιασμένος ανάσκελα στο σιδερένιο κρεβάτι του, κάτου από τα ηλιόλουστα σκεπάσματά του.

Τέσσερα μαξιλάρια του βαστούσαν ψηλά το κεφάλι. Τα μάτια του ήταν βαθουλωμένα και μισάνοιχτα. Μαύρες κηλίδες εμελάνιαζαν το πλατύ και άσαρκο μέτωπό του. Τα μάγουλά του έμπαιναν μέσα στο στόμα. Τα ωχρά, ψιλά, φρυμένα χείλη του εχανόνταν ανάμεσα στες τρίχες του μαύρου μουστακιού του και του μικρού γενιού του. Κι όλο το πρόσωπό του ήταν αναμερισμένο λιγάκι κι απλωνότουν απάνω στη γλυκιά μορφή του η ειδή του πόνου κι ήταν η αναπνοή του κοντή και δύσκολη κι έμοιαζε σε αναστεναγμό και κάπου κάπου ανάγερνε από δω κι από κει το κεφάλι, για να ρουφήξει αέρα, ενώ τα ωχρά, μακρουλά και λιγνά δάχτυλά του όλο εζάρωναν τη δίπλα του λευκού σεντονιού του. Εφαινότουν μακρύς πολύ μέσα στο κρεβάτι του και νέος πολύ ακόμη, μ’ όλο που η όψη του έδειχνε σαν άκαιρα γερασμένη από την αρρώστια.

Σιμά στο προσκέφαλό του πάνω σ’ ένα μικρό τετράγωνο τραπεζάκι ήταν αραδιασμένα διάφορα μπουκάλια, ένα σβησμένο κερί και δυο ασημένια κουταλάκια∙ και στα πόδια του κρεβατιού ήταν μία μεγάλη ξύλινη πολυθρόνα που τώρα ήταν άδεια.

-Άλκη! είπε η μητέρα, πασκίζοντας να χαμογελάσει και ζυγώνοντας το κρεβάτι… Άλκη, το ζουμί σου.

Ο άρρωστος δεν αποκρίθηκε. Εκείνη ακούμπησε το πιάτο στο μικρό τραπεζάκι, έβαλε κάτω από το πηγούνι του γιου της μια λευκή πετσέτα και επάσκισε με υπομονή να του βάλει στο στόμα μια κουταλιά. Μα ο άρρωστος δεν εκατάπινε. Ανοιγόκλεισε μια στιγμή τα βαθουλά του μάτια, το ζουμί εχύθηκε από την άκρη του χειλιού του, ένας βήχας τον ετίναξε και το στόμα του εγέμισε κόκκινον αφρό. Η κυρία Φωτεινή ξαναπόθεσε το πιάτο πάνω στο μικρό τραπεζάκι, εκοίταξε μία στιγμή ψηλά σα να εδεότουν, εκάθισε στη μεγάλη ξύλινη πολυθρόνα στα πόδια του κρεβατιού κι εστράφηκε κουνώντας το κεφάλι πικρά προς τη γριά υπηρέτρια, που ‘χε καθίσει κι εκείνη.

Οι δύο γυναίκες έμειναν σιωπηλές για πολλήν ώρα. Η μητέρα εκοίταζε με θλιμμένη υπομονή τον άρρωστο. Ήταν πλιο ανήσυχος τώρα. Έριχνε με περισσότερη βία από δω κι από κει το κεφάλι, ανάδευε με τα πόδια του τα ρούχα του κρεβατιού κι ετυραννούσε πάντα με τ’ άσαρκα δάχτυλά του τη δίπλα του σεντονιού κι εβογγούσε μουγγά μουγγά. Μία κόκκινη αχτίδα του ήλιου, που εδυούσε, εφώτισε το μπρούντζινο πόμολο του κρεβατιού κι εκαθρεφτίστηκε στο ζαρωμένο πρόσωπό της, χρυσώνοντάς το∙ το δειλό κελάδημα ακούστηκε καθαρότερο, γιατί το πουλί είχε ανέβει ψηλότερα στον ανθισμένο κλώνο της πασκαλιάς, που εφαινότουν μέσαθε από τα κλεισμένα τζάμια, ο δρόμος αυτήν τη στιγμή ήταν γεμάτος ζωή…

Ο άρρωστος κάτι εψιθύρισε, μα δεν τον εκατάλαβαν.

-Δεν έρχεται ακόμη, είπε σε λίγο ανήσυχη η κυρία Φωτεινή.

-Ακόμη, είπε η άλλη γριά με πρόσωπο ατάραχο.

Κι έπειτα εσώπασαν πάλι κι οι δυο για πολλήν ώρα… Η μητέρα ξανασηκώθηκε τέλος, εζύγωσε το κρεβάτι, έπιασε σιγαλά το μέτωπο του αρρώστου, εκοίταξε τον ουρανό, αναστέναξε, εζήτησε κάτι πάνω στο κομό και ξανακάθισε στη θέση της, κρατώντας με το χέρι της κλειστά τα μάτια.

-Έχει πυρετό, εψιθύρισε απελπισμένα.

Κι εξακολούθησε έπειτα από μία θλιβερή σιωπή, κουνώντας πικρά το κεφάλι και δείχνοντας με το χέρι τον άρρωστο.

-Ω, καθένας το βλέπει. Κι ωστόσο μου φαίνεται πως θα μου τον αναστήσει. Ω η νύχτα, που ‘ναι τόσο μεγάλη, τόσο ατέλειωτη! Κλεισμένες οι δυο μας εδώ μέσα! Μου φαίνεται χρόνος!

Και λέγοντας έτσι, αναστέναζε κάθε τόσο και άγγιζε πότε με το ένα , πότε με το άλλο της χέρι τα καστανά καλοχτενισμένα μαλλιά της, που τα γεράματα τους είχαν μόνο σβήσει τη λάμψη… Ο βόγγος του αρρώστου την έκαμε άξαφνα να σιωπήσει. Εγύρισε προς το κρεβάτι, μα η αχτίδα του ήλιου έπεσε από το πόμολο στα μάτια της και δεν της άφηκε να ιδεί τον άρρωστο αμέσως… Του χαμογέλασε όμως κι έβαλε το χέρι στο μέτωπό της, κάνοντας ίσκιο κι εκοίταξε κατά το παράθυρο με στενοχώρια…

Κάτου στο δρόμο ένας αμαξάς βλαστημούσε με δυνατή φωνή τ’ άλογό του κι άλλοι άνθρωποι γελούσαν δυνατά και κείνοι. Μα το μάτι της είχε αντικρύσει το μικρό πουλάκι, που επηδούσε πάνου στα κλαδιά της ανθισμένης πασκαλιάς και που εκοίταζε τώρα κι εκείνο σα με περιέργεια μέσα στην κάμαρη του αρρώστου, βγάζοντας κάπου κάπου από το μικρό του λαρύγγι ένα μονάχο άρρυθμο καλάδημα.

-Δεν έρχεται ακόμα, είπε πάλι σε κάμποσο.

-Ακόμα! αναστέναξε θλιβερά και η άλλη. Κι ακολούθησε μία μακρινή σιωπή.

Η γριά υπηρέτρια είχε έρθει τώρα σιμά της κι εκοίταζε θλιβερά τον άρρωστο. Η κυρία Φωτεινή εσφούγγισε ένα δάκρυ κι είπε θρηνητικά:

-Τρεις μέρες δεν επήρε τίποτα, ούτε έπιε, ούτε φάρμακο. Κι είναι φρυμένο το στόμα του και καμία νύχτα δεν επήρε ύπνο. Τρεις μέρες!

-Η αρρώστια! αναστέναξε η άλλη.

-Μεγάλο το όνομα του Θεού! είπε με φρίκη η κυρία Φωτεινή. Εκείνος ορίζει!

Κι εσώπασαν πάλι…

Τώρα ο ήλιος είχε δύσει πλια και το πρόσωπο του αρρώστου εφαινότουν μακρύ μακρύ και κίτρινο, σαν του πεθαμένου∙ η μύτη του είχε μεγαλώσει κι είχε λιανύνει και το μουστάκι του και τα γένια του εφαινότουν πλιο μαύρα, σκεπάζοντας τα κατάχλωμα χείλη του και τα βαθουλωμένα μάγουλά του∙ κι ωστόσο η ανησυχία του είχε περισσέψει και η αναπνοή του είχε γίνει δυσκολότερη. Του κάκου επροσπαθούσε να αναστενάξει∙ η προσπάθεια επνιγότουν στο λαιμό του κι ένας βόγγος βαρύς του εσάλευε όλο του το κορμί, τον έκανε να αναδεύει τα χέρια πάνου στο σεντόνι και τα πόδια κάτου από τα λευκά σκεπάσματα, που εφαινόνταν να του βαραίνουν το στήθος.

Και το φως της ημέρας ελιγόστευε πάντα∙ και τα έπιπλα της κάμαρας εβυθιζόνταν αδιάκοπα μέσα στες γωνιές που εσκοτείνιαζαν κιόλας∙ και ο αέρας εφαινότουν σα να ‘θελε σιγά σιγά να πήξει, σα να ‘θελε να γίνει κι εκείνος πιαστή και μαύρη σκόνη μέσα σ’ εκείνην την κάμαρα, όπου οι δύο γυναίκες περίφοβες επρόσμεναν από στιγμή σε στιγμή το θάνατο, χωρίς η μία να το μολογά της άλλης. Με την ημέρα που ετελείωνε τόσο πικρά, εσβηνόνταν κιόλα οι παρήγορες ελπίδες κι η μητέρα αισθανότουν στην καρδιά της ένα βαρύ πλάκωμα, που επέρσευε από στιγμή σε στιγμή, ζαλίζοντας το στήθος της…

-Ενύχτωσε κιόλας! είπε με στενοχώρια. Κι ακόμη!

-Ακόμη, της απολογήθηκε με υπομονή η γριά υπηρέτρια.

Τώρα οι φωνές στο δρόμο είχαν λιγοστύνει∙ δεν ακουόνταν παρά λίγο μόνο και σπάνιες σ’ εκείνην τη θλιβερήν ώρα του σούρουπου, που απλωνότουν απάνου στη δημιουργία. Και οι δύο γυναίκες ήταν πλιο βαρύθυμες σα μηδενισμένες αυτήν την ώρα κι εκοίταζαν μ’ ανησυχία του αρρώστου το κεφάλι, που έβγαινε μέσα από τα λευκά κλινοσκεπάσματα και που έμοιαζε σε ίσκιον άλλου κόσμου, γιατί δεν εφαινόνταν πλια παρά τα μαύρα μαλλιά του και τα μαύρα του γένια, που έβγαιναν από ένα πρόσωπο χαμένο μέσα στη μαυρίλα.

Η γριά υπηρέτρια, σέρνοντας τ’ αδύνατα πόδια της επήγε κι έφερε στην κάμαρα μίαν αναμμένη λάμπα. Την απίθωσε πάνου στον κομό∙ εστάθηκε έπειτα λιγάκι, αμίλητη, μπρος στο κρεβάτι, σταυρώνοντας τα χέρια της, εκούνησε το κεφάλι της χωρίς ελπίδα και με κατεβασμένο πρόσωπο επήγε πάλι κι εστάθηκε στην άκρη της αναστενάζοντας.

Τέλος σε κάμποση ώρα ο γιατρός εμπήκε στην κάμαρα του αρρώστου. Ήταν ένας άντρας σαράντα χρονών, ξακουσμένος στη χώρα για τη βαθιά του επιστήμη και τη γιατρική του θαυματουργία. Ήταν ακόμη ξανθός κι εκείνος με μικρό μυτερό γενάκι, είχε μάτια γαλανά κι ανήσυχα κι ήταν μέτριος στο ανάστημα με μαύρα καινούρια και καλοφτιασμένα ρούχα κι εκείνος.

Εσταμάτησε μία στιγμή στην πόρτα και το πρόσωπό του εσκοτείνιασε για μία στιγμή, έπειτα εχαμογέλασε και φιλικά εχαιρέτησε τη γριά κυρία.

-Γλίτωσέ μου τον! του ‘πε αμέσως η μητέρα σμίγοντας τα χέρια.

-Γλίτωσέ τον! παρακάλεσε κι η γριά υπηρέτρια.

Ο γιατρός εστάθηκε λίγες στιγμές σοβαρός μπρος στον άρρωστο, εκοίταξε μπρος στο φως της λάμπας ένα από τα μπουκάλια που ήταν απάνου στο μικρό τραπεζάκι , έκαμε με τα χείλη του ένα μορφασμό κι έπιασε το σφυγμό του αρρώστου.

Η κυρία Φωτεινή τον ετήραζε με μία ανησυχία που ολοένα εμεγάλωνε. Κανείς δεν εμιλούσε. Τέλος ο γιατρός άφηκε το χέρι του αρρώστου, έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό νικελένιο κουτί κι είπε σουφρώνοντας το μέτωπο:

-Θα του κάμω μίαν ένεση.

-Δεν μπορώ να βλέπω, είπε η μητέρα κρύβοντας με τα χέρια τα μάτια της. Κι ολομεμιάς εξεκίνησε προς την πόρτα. Η άλλη γριά την ακολούθησε.

Επήγαν στο σαλόνι. Η κυρία Φωτεινή άναψε αμέσως ένα κερί, εκάθισε μπρος σ’ ένα τραπέζι κι εβάλθηκε σιγαλά να κλαίει. Η άλλη έμενε ορθή σιμά της.

-Είναι σαν τότες, είπε σε κάμποσο η κυρία Φωτεινή μ’ ένα αναφιλητό.

-Είναι σαν τότες, ξανάπε θλιβερά η άλλη αναστενάζοντας.

Κι εσώπασαν πάλι, προσέχοντας κι οι δύο προς την κάμαρα του αρρώστου περίφοβες. Και σε λίγο ο γιατρός επρόβαλε στου σαλονιού την πόρτα, ανήσυχος εκοίταξε μέσα και τους είπε μ’ ένα πικρό χαμόγελο, που μολογούσε την αδυναμία του:

-Ελάτε.

Και οι δύο γριές τον ακολούθησαν σαν απομωραμένες στην κάμαρα του αρρώστου.

Ο Άλκης ήταν τώρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι χωρίς προσκέφαλα. Ο γιατρός σοβαρός ξαναβαστούσε το σφυγμό του. Η μητέρα μια στιγμή ενόμισε ανατριχιάζοντας πως είχε έρθει το τέλος κι ερίχτηκε για να φιλήσει το νεκρό παιδί της∙ ήταν παρέτοιμη να χτυπηθεί και να κλάψει μα ο γιατρός την εσταμάτησε μ’ ένα βλέμμα και με το ίδιο απελπισμένο χαμόγελο κι είπε χαμηλόφωνα:

-Ζει! Και σα να εδιόρθωνε τον εαυτό του επρόστεσε:Ακόμη ζει!

Η κυρία Φωτεινή αναστέναξε θλιβερά και σα να είχε θυμηθεί κάτι εκοίταξε ολόγυρά της κι είπε πονεμένη:

-Και δεν ήρθε!

-Δεν ήρθε! είπε και η άλλη μ’ έναν αναστεναγμό.

Ο γιατρός εχαιρετούσε για να φύγει. Η κυρία Φωτεινή δεν εδοκίμασε ούτε να τον κρατήσει. Ένας ίδρος ψιλός επερίβρεχε το μέτωπο του ετοιμοθάνατου που μετά βιας ανάπνεε γλήγορα και άταχτα. Τον εκοίταζαν οι δύο γριές με χτυποκάρδι∙ ο λαιμός του εκινήθηκε, άνοιξε μεγάλα τα μάτια του κι εβάλθηκε να βήχει αδύνατα κι ένα κόκκινο γαϊτάνι εβγήκε από τα χλωμά του χείλη.

Κι αυτή τη στιγμή ενώ ο γιατρός έφευγε, η πόρτα ξαναχτύπησε. Η κυρία Φωτεινή τινάχτηκε από την πολυθρόνα της. Στα δακρυσμένα μάτια της έφεξε μια ελπίδα που όμως σβήστηκε αμέσως, μα ωστόσο έκαμε κίνημα να ριχτεί προς την πόρτα. Εκοίταξε τον Άλκη. Η γριά υπηρέτρια αναστέναξε κι εβγήκε ακολουθώντας από σιμά την Ευλαλία. Ήταν τυλιγμένη με μαύρα κρέπια. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα από το κλάμα, τ’ όμορφο κορμί της εταραζότουν νευρικά κι απότομα, η όψη της ήταν πολύ χλωμή και το βλέμμα της εκοίταζε περίφοβο τριγύρω.

Εσταμάτησε μπρος στο κρεβάτι, εκοίταξε με άπειρη αγάπη τον ετοιμοθάνατο κι εβάλθηκε πικρά να κλαίει πέφτοντας στην αγκαλιά της πονεμένης μητέρας.

-Θα μας πεθάνει! της εψιθύρισε εκείνη μ’ ένα αναφιλητό.

Κι ολομεμιάς ο Άλκης άνοιξε πάλι τα μάτια κι επερίφερε γύρω το βλέμμα κοιτάζοντας όλη την κάμαρα και το βλέμμα του αντάμωσε άξαφνα το βλέμμα της Ευλαλίας που τον εκοίταζε πονεμένα κι εχαμογέλασε με τα χλωμά του κι άσαρκα χείλη, ένα ύστερο χαμόγελο∙ θέλησε κάτι να ειπεί, αλλά δε μπόρεσε κι έκλεισε πάλι κουρασμένα τα μάτια.

-Ω Άλκη! του φώναξε πάλι η Ευλαλία πέφτοντας γονατιστή και σμίγοντας τα χέρια της απάνω στο στήθος.

Οι δυο άλλες γριές εκοίταζαν σαστισμένες κι έκλαιγαν και μία προσευκή σαν του ανθρώπου που δε γνωρίζει καμία άλλη καταφυγή, βγήκε σιγαλά από το στόμα τους.

-Κι εγώ ήρθα για να ‘μαι κοντά μαζί σου! είπε μ’ ένα αναφιλητό η Ευλαλία.

-Άλκη! είπε με πόνο πάλι η μητέρα βλέποντας ν’ ανοιγοκλειούν θολωμένα τα μάτια του αρρώστου.

-Αύριο, είπε η γριά υπηρέτρια, δε θα υποφέρει πλια. Κι εβγήκε από την κάμαρα.

-Ακούει, είπε η Ευλαλία φοβισμένη.

Η μητέρα εκοίταζε γύρω της σαν απομωραμένη. Εκούνησε το κεφάλι της, το σήκωσε προς τον ουρανό και τα μάτια της επλημμύρισαν δάκρυα, ενώ τα στήθη της ανασηκώνονταν πάλι σ’ ένα αναφιλητό που δεν ελάβαινε τέλος. Εφίλησε το μέτωπο του γιου της κι εστάθηκε κάμποσες στιγμές σκυμμένη μπρος στο κρεβάτι κοιτάζοντας τη βασανισμένην όψη του ετοιμοθάνατου νέου. Ο άρρωστος εσβηνότουν. Ένας κόκκινος αφρός του ‘τρεχε αδιάκοπα από το στόμα, ένας βόγγος βαρύς έβγαινε από το στήθος του.

Οι δυο γυναίκες τώρα καρτερούσαν το τέλος κι ήταν βυθισμένες σ’ ένα βουβό πόνο που δεν είχε πλια λόγια να φανερωθεί. Εκαταλάβαιναν κι οι δύο πως δεν είχαν πλια τίποτα να πουν. Με το βλέμμα προσηλωμένο στη μορφή του Άλκη, στο νου καθεμιάς εγύριζαν όλα τα περασμένα. Στο δρόμο κάθε θόρυβος είχε πάψει. Η βουή της ζωής είχε σταματήσει εκείνην την ώρα.

Ο άρρωστος εχειροτέρευε… Ερχότουν το τέλος…

 

 

Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA