6

 

Στο κόκκινο σαλονάκι εδημηγορούσε από πολλήν ώρα δαιμονισμένα ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης, ένας γέρος αριστοκράτης, δυνατός και μικρόσωμος, κατακόκκινος στο πρόσωπο, με χρυσά ματογυάλια, με καστανά ξεθωριασμένα μαλλιά και με μικρά γένια. Ερητόρευε κάνοντας πολλές χειρονομίες, πιάνοντας από το χέρι ή από τον ώμο τους ακροατές του, τινάζοντάς τους, σπρώχνοντάς τους, κινούμενος όλος, σαν ενεργούμενο.

-Η πατρίδα μας, έλεγε, ξακολουθώντας κάποια ομιλία του, η πατρίδα μας, που τη θαυμάζουν οι ξευγενισμένοι λαοί, αυτό το νησί μας, το δύστυχο νησί μας, το προπύργιο του πολιτισμού… Κι ούτε ένας από σας τους νέους δε θέλει πλια να φροντίζει, για την πατροπαράδοτη ιστορία, για τη φωτεινή ιστορία αυτού του δοξασμένου τόπου, δε θέλει να θυμάται τα λαμπρά εκείνα χρόνια, τα μεγάλα χρόνια του Βένετου.

-Μη φωνάζεις τόσο, του παρατήρησε, κοιτάζοντας σα φοβισμένος γύρω του, ένας άλλος ασπρογένης γέρος, ψηλός, χοντρός και παχύς, ποιητής περίφημος, που ’χε τονίσει σ’ όλους τους ρυθμούς πατριωτικά μόνο και αυλικά τραγούδια και που εφορούσε ένα ελληνικό παράσημο, γιατί ο τρυφερός πατριωτισμός του υπόφερνε πάντα, όταν άκουε να κακολογούν την Ελλάδα του.

-Εσέ, του απάντησε σαρκαστικά ο Μαρκαντώνιος, φέροντας το χέρι στην κομπότρυπα του φράκου του, θα σου το κάμουν σε λίγο χρυσό. Και βέβαια… ε! Μα η ιστορία δεν έχει μυστικά.

Κι εγέλασε τότες κι ο Γιώργης Οφιομάχος, που ήταν εκεί σιμά τους και που συχνά τον εδιασκέδαζαν τα λόγια του αλλόκοτου γέρου, κι ο Πέτρος Αθάνατος έκαμε έναν παράξενο μορφασμό, αντικρατώντας το άσκημο γέλιο του και γυρίζοντας προς το μέρος όπου από ώρα εβρισκότουν ο Άλκης.

Αυτός εκαθότουν σαν κουρασμένος σε μία κατιφένια πλατιά πολυθρόνα με απανωτά τα πόδια του κι εχάιδευε εκείνην τη στιγμή σκεφτικός τα μαλλιά του∙ ένα χαμόγελο ήταν απάνω στα χείλη του και το βλέμμα του, που δεν εκοίταζε, ήταν ισκιασμένο από τες μακριές βλεφαρίδες του. Ήταν ακόμη ωχρός από την τελευταία αρρώστια του και αδύνατος λίγο, μα αισθανότουν γερό τον εαυτό του και μέσα στην καρδιά του ζωογόνο το κύμα της καινούριας υγείας.

Τα λόγια των άλλων του ερχόνταν στ’ αυτιά του κι επάσκιζε να μην τα προσέχει, γιατί τον εβύθιζαν πάντα σε μία απαισιόδοξη διάθεση, που εκείνην την ώρα ήθελε να την ξεφύγει. Αλλά δεν το κατόρθωνε. Ο απομωραμένος γέρος όλο μιλώντας συχνά τον εκοίταζε, σα να ’θελε να ξακολουθήσει με κείνον την ανυπόφερτη φλυαρία του. Δεν είχε έρθει για κείνον σ’ αυτόν το χορό, αλλά για την Ευλαλία μόνο, που τόσην ώρα θα τον επερίμενε βέβαια, εκεί δίπλα, στο μεγάλο σαλόνι! Μόνο γιατί ο πολύς κόσμος τον εζάλιζε, είχε σταματήσει στο κόκκινο σαλονάκι, με τους γνώριμους ανθρώπους, που είχε ιδεί ομπρός του, ως να λάβει την απόφαση να βρεθεί κι εκείνος μέσα στο πλήθος. Τώρα έκρινε πλια πως ούτε κείνη τη δυσάρεστη εντύπωση δε θα μπορούσε να την ξεφύγει κι εσηκώθηκε τέλος από την πολυθρόνα του, σιάνοντας το φράκο του, τινάζοντας τα πόδια του και σφίγγοντας από μια ακατανίκητη στενοχώρια τα χέρια του. Κι αυτή τη στιγμή άκουσε δυνατά ολόγυρά του τα γέλια κι είδε το Μαρκαντώνιο Ιουστινιάνη που φώναζε ασυνάρτητα και περίεργα κάνοντας χειρονομίες μεγάλες πότε με το ένα και πότε με το άλλο χέρι του.

Επήγε προς την πόρτα του σαλονιού κι εκοίταξε μέσα ζαλισμένος. Η μουσική έπαιζε∙ πολλά ζευγάρια εχόρευαν ρυθμικά∙ έφερε τριγύρω το βλέμμα κι είδε έναν έναν όλους εκείνους τους ανθρώπους. Τους εγνώριζεν όλους.

Κι ερώτησε άξαφνα τον εαυτό του, γιατί ήταν κι αυτός εκεί, γιατί ήταν εκεί και η Ευλαλία εκείνην τη νύχτα, ανάμεσα σε τόσον κόσμο που άλλο πρόγραμμα ζωής δεν είχε παρά τη χαρά και την εύκολη διασκέδαση, ό,τι αποχτιότουν χωρίς κόπους και χωρίς προσπάθειες, γιατί εβρισκότουν εκεί κι εκείνος που η ζωή του είχε άλλο σκοπό, ένα δυσκολόφταστο ιδανικό, τη δημιουργία καινούριας ομορφιάς; Δεν είχε πιστέψει πως είχε γιατρεφτεί για τούτο από τη βαριά του αρρώστια; Και δεν είχε κάμει το τάμα εκείνο στον εαυτό του, που άλλο δεν ήταν παρά η ξακολούθηση του σκληρού αγώνα με τη φυσική του αδυναμία; Μα τώρα είχε υψωθεί ομπρός του αντιμέτωπη η ζωή μ’ όλη της τη σοβαρότητα, μ’ όλες της τες ανάγκες. Και του ζητούσε να συμμορφώσει κι αυτός την ύπαρξή του με τη ζωή των άλλων ανθρώπων, να παίρνει πρόθυμα ό,τι του πρόσφερνε η στιγμή, να μετριάζει τον πόνο, τη λύπη και το πάθος, αν δεν ήθελε να τον ξεγράψει εκείνη από των ζωντανών το βιβλίο. Κι όλες αυτές τες απαίτησες τες είχε στοχαστεί με τον εαυτό του, κι είχε έβρει την αντίσταση αδύνατη, μα κι αδύνατη την καρδιά του ν’ απαρνηθεί τους δεσμούς της αγάπης, αν μονάχη η θυσία τους ημπορούσε να του διατηρήσει την ανεξάρτητη θέση του, η θυσία της Ευλαλίας! Κι είχε έρθει σ’ εκείνον το χορό, γιατί είχε καταλάβει πως έπρεπε να σκύψει κι εκείνος.

Δεν είχε κάμει το ίδιο κι ο πατέρας του; Δεν ήταν νους φωτισμένος εκείνος και δεν είχε υποχρεωθεί να θάψει βαθιά στην καρδιά του τα ιδανικά που ελάτρευε, να κλειδώσει το αγαθό του το στόμα και να υποταχτεί στην ανάγκη, μη μπορώντας άλλο να κάμει παρά να περιφρονεί τον άθλιο αγώνα της ζωής και τους ταπεινούς σύγχρονούς του, φυλάγοντας για τον εαυτό του μόνο τη χρυσήν ελπίδα κάποιου μακρινού θριάμβου; Δεν έπρεπε και ο ίδιος τώρα ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα του πατέρα και το στάδιό του και να ζητήσει τη μόνη δυνατή ευτυχία, την ευτυχία της αγάπης μέσα σ’ ένα ολόκλειστο σπίτι, όπου όμως η ειρήνη θα βασίλευε;

Τον εθυμότουν πάντα με τρυφερό σέβας τον πατέρα του∙ αυτός και η μητέρα του ήταν οι μόνες χαρές του μέσα στη θλιβερή παιδική του ηλικία, που του ’χε αφήκει πικρή την εντύπωση από τες σκληρές της αρρώστιες. Εθυμότουν συχνά πως ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του περίπατο και του μιλούσε αδιάκοπα, κι αδιάκοπα τον εδίδασκε και πολλές φορές, όσο ήταν μικρός, δεν καταλάβαινε τα λόγια που του ’λεγε∙ αλλά τα λόγια εκείνα ετυπωνόνταν μέσα στο νου του κι ήξερε σήμερα πως ήταν όλα γεμάτα ευγενικές ιδέες κι ασυνήθιστα νοήματα.

Κι εθυμότουν μάλιστα έναν από τους περιπάτους εκείνους. Ήταν τότες δεκάξι χρόνων κι ήταν άνοιξη τότες. Στην παιδική καρδιά του είχε ξυπνήσει άξαφνα ένας ανήσυχος πόθος. Με τον πατέρα του είχαν βγει από τη χώρα ακολουθώντας το ήμερο καταπράσινο περιγιάλι κι είχαν φτάκει έτσι στα παλαιά χαλάσματα ενός βενέτικου κάστρου, που εκαθρέφτιζε το χρυσάφι των ρειπισμένων πύργων του μέσα στο ηλιόλουστο πέλαγο. Παντού τα δέντρα, παντού τα χόρτα ανθούσαν κι εβαλσάμωναν τη δροσερή αύρα, που κατέβαινε από το βουνό. Και παντού εβλάσταιναν τρυφερές πρασινάδες κι εκυνηγιόνταν από κλάδο σε κλάδο κι από δέντρο σε δέντρο τα πουλιά κελαδώντας, υπάκουα και κείνα σ’ ένα κρυφό πρόσταγμα που αδιάκοπα εφανέρωσε τη θέληση της δημιουργίας! Και μέσα στο ρημασμένο κάστρο και απάνου στους πύργους του είχαν φυτρώσει δέντρα και δέντρα κι εβγαίναν πράσινοι οι κλάδοι από τα χαλασμένα παράθυρα, και περικοκλάδια, ρουφώντας ζωή από την καταστροφή του και ο κισσός επερίπλεκε το κάστρο ολόκληρο και το περίσφιγγε, σα να ’θελε να κρύψει το θάνατο μέσα στο πράσινο αγκάλιασμά του. Και οι κορυδαλλοί είχαν χτίσει τες φωλιές τους μέσα στες άχρηστρες πολεμίστρες του και ο καθάριος αέρας το τύλιγε σα μέσα σ’ ένα σάβανο λησμονιάς και σιωπής!

Και το ερείπιο τον είχε βυθίσει σε μία λύπη βαριά και κατάκαρδη τόσο, που δεν άκουε πλια τι του ’λεγε ο πατέρας για τες περασμένες κι αξέχαστες δόξες εκείνου του φρουρίου, που το ’χαν πολεμήσει τόσες φορές και Φράγκοι και Τούρκοι και τα δάκρυα του ’χαν έρθει στα μάτια. Κι έπειτα όλο το βράδυ εκείνο και την άλλη μέρα ολάκερη και μέρες πολλές κατόπι δεν ημπορούσε να λησμονήσει την πικρή εντύπωσή του, μα η παιδική του ακόμη φαντασία του το ’φερνε αδιάκοπα μπρος στα μάτια κι έκανε να δουλεύει ο νους του∙ και γάλι γάλι μέσα από τες ανθισμένες πρασινάδες, που ολομεμιάς εγινόνταν άφαντες είδε να υψώνεται ξαναφτιασμένο το παλαιό κάστρο, μεγάλο και παράξενο χτίριο, στημένο εκεί χωρίς σκοπό και ωφέλεια πάνωθε από το γαλάζιο καθρέφτη του πελάγου.

Και τώρα η θύμηση από το ξύπνημα εκείνο, ανάσταινε μέσα του ένα όνειρο λευτεριάς και δικαιοσύνης, το όνειρο που ’χε λατρέψει κρυφά ο πατέρας του, ο παλιός καρβονάρος. Και τώρα ακόμη του φανερωνότουν ομπρός του ξανακαινουργωμένο το αρχαίο βενέτικο φρούριο∙ μα ήταν βαρύ, τρομερό, πελώριο∙ φυλακή μαζί και προμαχώνας. Τα στημένα κανόνια του εφοβέριζαν ένα δούλο λαό, τους σκλάβους του νησιού του, τόσες γενιές ανθρώπων που ’χαν ζήσει σκοτεινά, ποτίζοντας με τον ίδρο τους μία γη που δεν ήταν δική τους, μέγα πλήθος ψυχές που τες τυραννούσε αδιάκοπα και τες έσκιαζε ο δυνάστης!

Η αμάθεια οδηγούσε στην υποταγή και στη δουλοφροσύνη εκείνα τα τέκνα της γης κι εβαστούσε ακόμη αλυσσόδετον ένα ολόκληρον κόσμο∙ μέσα σε καρδιές ταπεινές, μικρές και αδύνατες κανένας πόθος λυτρωμού δεν ημπορούσε ν’ ανθίσει. Κι ωστόσο εθυμότουν ο Άλκης πως άξαφνα και χωρίς να ξέρει πώς και γιατί, του φάνηκε δυνατή και σύντομη η λύτρωση, καθολική για το ανθρώπινη γένος. Μέσα στο χάος των περασμένων καιρών πολλά δεσμά είχαν σπάσει κιόλας, σοφά σφυρηλατημένα από τους δυνάστες των αιώνων. Και τώρα στη Δύση άγρια εσηκωνότουν μία τρικυμία δημιουργικής καταστροφής, καινούριες δύναμες αλογάριαστες ξυπνούσαν κι εφώτιζε στην τρομερή καταχνιά αγνό το φως της Ιδέας. Κι η παρήγορη μα φοβερή πνοή του σάλου εκείνου, έφτανε ως το μικρό νησί του, που ήταν δημιουργημένο σαν ένα γεφύρι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Ως κι εκείνο έπρεπε τώρα ν’ αρχίσει να σειέται κι εφαντάστηκε τότες πως εκείνος ο ίδιος, το αστενικό παιδί που ’χε παλαίψει όλη του τη ζωή με το θάνατο, ήταν προορισμένος να σημάνει μίαν ημέραν τη σάλπιγγα του σηκωμού ή να σκολουθήσει με αλύγιστη καρδιά και με ακατανίκητο θάρρος το Λυτρωτή που θα την εσήμαινε.

Και η συναρπάχτρα Ιδέα είχε φυσήσει στην καρδιά του τόση ακράδαντα πίστη, που του φάνηκε κιόλας εύκολη η πραγματοποίησή της. Ποιος από τους καταδυναστεμένους δε θ’ άκουε πρόθυμα το Ευαγγέλιο της καινούριας αγάπης; Και ποιος από τους παιδικούς του φίλους θ’ αρνιότουν ν’ ακολουθήσει; Μην όχι οι δύο γιοι του Οφιομάχου; Μην όχι ο Πέτρος Αθάνατος, που ετυραννούσε το νου του, παράξενος και μοναχικός, για να ξεδιαλύνει μεγάλα προβλήματα; Μην όχι ο πλούσιος Βαλσάμης, που ελάτρευε κάθε ομορφιά κι εδιάβαζε αδιάκοπα τα ποιήματα των αρχαίων; Και μην έλειπαν στον τόπο οι ηλικιωμένοι σοφοί ποιητές, για να ψάλλουν και κείνοι τη γέννηση της νέας λευτεριάς; Πώς θα ’μενε ξένη η ψυχή τους στο μεγάλο αγαθό έργο, που θα ’βλεπαν ομπρός;

Ήταν όλοι τους τώρα εκεί, στο χορό, κι οι Οφιομάχοι κι ο Πέτρος Αθάνατος κι ο άρρωστος Βαλσάμης, που έσερνε το κουρασμένο κορμί του ανάμεσα στους γερούς ανθρώπους, μα ποιος απ’ όλους θα ’ταν παρέτοιμος να ξεχάσει τον εαυτό του, τες ασήμαντες ωφέλειες της ζωής, για να αφοσιωθεί σ’ ένα σκοπό όπου μόνο η Ιδέα βασιλεύει και υπάρχει;

Και το βλέμμα του έπεσε τότες απάνω στην Ευλαλία, που εκαθότουν ακόμη σιμά στη μητέρα της. Η θωριά της αναζωογονούσε άξαφνα μέσα του τες νεανικές του ελπίδες, έκανε να φαίνεται πλιο πιαστό κάθε του όνειρο. Σα μία βρύση ζωής ανάβλυζε πάλι από την ομορφιά της, από τα χείλη της μία πηγή αθάνατου νερού, που το δρόσισμά του τον είχε κιόλας ξυπνήσει από το βαθύν ύπνο της λησμονιάς και του θανάτου.

Τι θα ’ταν αδύνατο στον άντρα που θα ’ταν βέβαιος από την αγάπη της, που θα την είχε σύντροφο της ζωής του στες μέρες της χαράς ή του πάθους;

Κι ενώ έκανε τούτην τη σκέψη, είδε πάλι τον εαυτό του μικρόν, μοναχόν, αδύνατον μέσα σε όλον εκείνον τον κόσμο, που καμία φροντίδα, καμία ταραχή δεν τον ανησυχούσε. Πώς θα βρισκότουν εκεί μέσα ο άνθρωπος, που θα ’χε τη δύναμη του γίγαντα, την αντρεία του ήρωα, τα χαρίσματα ενού ισόθεου προφήτη, για ν’ αρχίσει το έργο; Και μη δεν ήταν η Ιδέα παρά μια παράλογη μανία, προορισμένη μόνο να δίνει αφορμή σε περγέλια και μυχτηρισμούς; Δεν έβλεπε καθαρά πως έλειπαν ολότελα ανάμεσα σ’ εκείνον τον κόσμο οι αφοσιωμένοι συνεργάτες; Ω, αν είχε τέτοιους, θα ’ξερε να αναποδογύρει κάθε εμπόδιο, θα το ποδοπατούσε και θα ’ξερε να μεταχειριστεί, αν εχρειαζότουν, και την εξαίσια βία. για να τον λυτρώσει από την άκαρπη βαρβαρότητα! Θα ήταν κι εκείνη μαζί του! Η αδιάκοπη πάλη με το θάνατο θα έκανε τόπο σ’ έναν άλλον αγώνα, που θα του χάριζε, μαζί με την πίστη στη νίκη, τη δύναμη και την υγεία κι ένα θάρρος καινούριο και ζωογόνο. Ας εφαινότουν παράλογο το όνειρο, ας μην εδιακρινόνταν ξάστερα οι τρόποι και οι αιτίες που θα το πραγματοποιούσαν, η ζωή ήταν αλογάριαστη στ’ αποτελέσματά της: από τες πλιο ζυγισμένες ενέργειες των ανθρώπων δεν έβγαινε πάντα κάτι ανυπολόγιστο και ολότελα αντίθετο στους σκοπούς τους, σα να εκυβερνούσε πραγματικά τον κόσμο μία Πρόνοια, που να μεταχειριζότουν τον ανθρώπινο στοχασμό, για να φέρει σε τέλος τα κρυμμένα της σκέδια;

Και άξαφνα πάλι όλο εκείνο το οικοδόμημα της φαντασίας και του λογισμού του εφαινότουν κάτι αστήριχτο κι αθεμελίωτο, κάτι που μία πνοή δισταγμού το μεταμόρφωνε αμέσως σ’ ένα σωρό άχαρα ερείπια∙ το αφάνιζε η σκληρή πραγματικότητα. Αυτός ο ίδιος δεν ήταν παρά ένας από τους μικρούς ανθρώπους που έβλεπε τριγύρω του και πλιο αδύνατος μάλιστα, κι αστενικός κι ανήμπορος, κι αν ήταν έτσι ούτε η ζωή του δεν είχε σκοπό, ούτε εκείνος δικαίωμα στες χαρές της.

Επερίφερε πάλι τριγύρω το βλέμμα του. Οι άντρες κι οι γυναίκες εχόρευαν, εκουβέντιαζαν, εχαιρόνταν, χωρίς καμίαν άλλη φροντίδα στο νου, χωρίς καμίαν έγνοια στην καρδιά τους. Και του εφάνηκε όλος εκείνος ο κόσμος τόσο μηδαμινός και τόσο ασήμαντος, που αισθάνθηκε κατάβαθα πως η ψυχή του, μ’ όλες της τες ατέλειες, μ’ όλους τους δισταγμούς της, ήταν ασύγκριτα ανώτερη∙ αυτή τουλάχιστο έβλεπε ένα φως μακρινό μέσα στο χάος, όπου οι άλλοι επλανώνταν, ακολουθώντας ασυνείδητα τες πατροπαράδοτες συνήθειες και δίνοντας έτσι όλοι μαζί ένα ρυθμό στην κοινωνία που εκυβερνούσαν. Και ο λαός τυφλός και ανεξέταστα τους ακολουθούσε όπου τον έπαιρναν σ’ έναν άδοξο δρόμο υποταγής, χαραγμένον από τη σκλαβιά και τη στέρηση, από νόμους ανάγκης! Πώς από τόσες θέλησες που δεν απόβλεπαν σε κανέναν κοινό σκοπό, από τόσα άτομα που δεν τα ένωνε ιδέα καμία, πώς απ’ την όλην αυτή την απειθάρχητη κίνηση ημπορούσε ακόμη να βγαίνει σα μία αρμονική τάξη στο σύνολό της, και τέτοια που εφαινότουν ακατάλυτη, σα να την είχε νομοθετήσει και κείνην ο Νους που την είχε δημιουργήσει;

Είδε το γιατρό Στεριώτη, που αυτήν τη στιγμή είχε ξανασιμώσει τον αριστοκρατικό υπουργό κι εμιλούσε μαζί του. Του γιατρού το πρόσωπο, αχτινοβολούσε ακόμη από τη μέθη της επιτυχίας. Το βλέμμα του εκοίταξε θριαμβευτικά ολόγυρά του, σα να ζητούσε κάποιον ανάμεσα στο πλήθος κι εσταμάτησε μ’ ένα χαμόγελο χαράς στο πρόσωπο της Ευλαλίας, που όμως δεν τον εκοίταξε.

Και ο Άλκης εσκέφτηκε με εγκάρδια πίκρα πως ίσως και τον έρωτά του τού μελλότουν να θυσιάσει, νικημένος στην κοινωνική πάλη από το σύνολο που την νομοθετούσε. Για τη μικρότητα του εαυτού του κανένας νόμος ανάγκης δε θα εσάλευε και δεν ήταν ανώτερος από τες περίστασες πόπρεπε να αντιμετωπίσει, γιατί του ’λειπαν τα υλικά μέσα, ενώ οι άλλοι τα ’χαν περίσσια στα χέρια για να δημιουργήσουν την ευτυχία τους.

Έτσι εσκεφτότουν ακόμη, όταν εκατάλαβε πως ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης ήταν πάλι σιμά του και του φώναζε τώρα βάζοντάς του το χέρι στον ώμο και τινάζοντάς τον.

-Πού έχεις το νου σου αυτές τες ώρες, αυτές τες στιγμές, αυτές τες στενόχωρες στιγμές! Από σας, από σε περιμένει ακόμη κάτι τούτος ο τόπος, αν δεν είναι γραμμένος του χαμού! Γιατί εσπούδαξες τόσα πράγματα, γιατί εγύρισες τόσους τόπους ξευγενισμένους, γιατί είσαι προικισμένος με τόσα προτερήματα; Α, για να κάμεις και συ σαν τους άλλους, για ν’ ακολουθάς τες ιδέες, τες κατεργαριές, που έχουν τώρα πέραση και να λησμονάς ως και συ την ιστορία, την ιστορία τη δοξασμένη του νησιού μας! Ακούς, ακούς; Και μου είναι ακριβός αυτός ο τόπος, περισσότερο από το σπίτι μου, περισσότερο από τον εαυτό μου. Και είμαι πικραμένος κατάκαρδα, γιατί βλέπω να σβήνουν οι άνθρωποι σαν εμένα και τον βλέπω να ξεπέφτει κάθε μέρα και να λησμονά κάθε ευγένεια και δεν ωφελιέται έτσι παρά η χωριατιά, οι εχθροί του καλού. Κι αυτά τα κάνει η καθολική ψήφο, η γενική στρατολογία, οι επιστρατείες, οι μεγάλες ιδέες, οι ψευτοφιλοπατρίες και δεν ξέρω πόσα άλλα πράματα, που μου χτυπούν στ’ αυτιά σα ραγισμένες καμπάνες. Κοιτάζει μόνο ο καθένας να ωφεληθεί από την κατάσταση: ο πολιτικός κολακεύει την ελεεινή χωριατιά για την ψήφο, ο έμπορος και ο βιομήχανος πλουταίνουν, ο άλλος θέλει παράσημα, ο καθένας κοιτάζει τη δουλειά του. Κι ωστόσο… κι ωστόσο…

Εμιλούσε σα θυμωμένος κάνοντας μεγάλες χειρονομίες, αναμμένος από τες ομιλίες που δεν τον εχόρταιναν, με πάθος αληθινό και κοιτάζοντας έναν κατόπι στον άλλον τους συνομιλητές του. Τώρα είχε άξαφνα σιωπήσει κι επερίμενε ν’ ακούσει από κάποιο στόμα τον έπαινο, παρέτοιμος ν’ αντικρούσει πάλι κάθε αντιλογία. Μα ο Άλκης δεν του απάντησε, παρά τον εκοίταξε μια στιγμή σα να τον εσυμπονούσε και μόνο ο γέρος ποιητής του αποκρίθηκε, κατεβάζοντας το βλέφαρο και πειραγμένος από την τελευταία αποστροφή του.

-Δεν μπορεί ν’ αρνηθεί κανείς πως ο τόπος προοδεύει, μόνο ο ρυθμός είναι κάπως αργός κι αυτό, γιατί το κράτος είναι μικρό κι έχει μεγάλα υποχρεώματα.

Ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης εγέλασε δυνατά κι εθύμωσε:

-Ναι, ναι, του είπε μ’ ένα μορφασμό. Παραμύθια για τα μικρά παιδιά, για να μην αποκοιμιώνται.

-Τι ωραία μαλώνουν! είπε σαρκαστικά στο Γιώργη Οφιομάχο κατά μέρος ο Πέτρος Αθάνατος. Μα ας μη λησμονούμε πως της κυρίας Αιμίλιας δεν της αρέσει να περιμένει. Και λέγοντας έτσι έριξε από την πόρτα ένα βλέμμα στη σάλα του χορού και ησύχασε:

- Έχει καλή συντροφιά, ξανάπε.

Τραβηγμένοι από τες φωνές του Μαρκαντώνιου είχαν έρθει τώρα στο κόκκινο σαλονάκι ο αριστοκρατικός υπουργός, που ’χε ανάψει ένα χοντρό ακριβό τσιγάρο, ο τραπεζίτης Αρκούδης και ο Περικλής Βαλσάμης, ωχρός, λιγνός, μέσα στα πλατιά του ρούχα, με βαθουλωμένα μάτια, με τα προμηνύματα του θανάτου στο άσαρκο μέτωπο.

-Τα κοινωνικά ζητήματα, είπε ο Βαλσάμης μ’ ένα πικρό χαμόγελο, δεν ημπορεί να τα δημιουργήσει ούτε να τα λύσει καμία ατομική προσπάθεια. Παρουσιάζονται μόνα τους και βρίσκουν μόνα τους μια λύση με την τριβή μέσα στα πλήθη. Για τούτο το άτομο δεν ημπορεί να κάμει τίποτ’ άλλο παρά να καλλιεργεί τον εαυτό του με τη μάθηση και την τέχνη. Κι είναι τόσα τα προβλήματα της ζωής και του θανάτου και τόσο μεγάλα, που κι η πλιο πολύχρονη ανθρώπινη ζωή δεν είναι αρκετή παρά για να τα ακροεγγίξει, όχι και για να τα εξετάσει. Η σπουδή τους όμως χαρίζει στην ψυχή την καλύτερη γαλήνη. Κι από αυτή τη γαλήνη έχουμε εμείς τη μεγαλύτερη ανάγκη!

Και εκούνησε το κεφάλι με το ίδιο πικρό του χαμόγελο.

Ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης ηθέλησε αμέσως να του απαντήσει και τον εκοίταξε κατάματα θυμωμένος, αλλά το ωχρό του θώρι του γέννησε στην ψυχή ένα αίσθημα τέτοιο συμπόνιας και λύπης, που δεν ημπόρεσε άλλο να κάμει παρά να σηκώσει τες πλατιές δυνατές πλάτες του και να ρίξει ένα απελπισμένο βλέμμα στον Άλκη, που είδε το μάτι του παράξενου γέρου υγρό από τη συγκίνηση πίσω από τα χρυσά ματογυάλια του.

Αυτήν τη στιγμή επρόβαλε βιαστικός στην πόρτα ο Σπύρος Οφιομάχος αναζητώντας ακόμη την άσκημη θυγατέρα τού Αστέρη κι εχαιρέτησε όλους μ’ ένα χαμόγελο, κι ωστόσο ο τραπεζίτης Αρκούδης, με την κλαψιάρικη φωνή του και με το πλιο θλιβερό του χαμόγελο, έλεγε στραβίζοντας όσο μπορούσε:

-Η μόνη προκοπή που μπορεί να δημιουργηθεί με νομοθετικά μέτρα είναι μία κάποια οικονομική ακμή ενός τόπου. Και είναι άξια θαυμασμού βέβαια η συνετή πολιτική του μεγάλου συμπολίτη μας, που έλαβε μεγάλες φροντίδες, για να υποστηρίξει τη βιομηχανία γενικά στο κράτος και ειδικά στον τόπο μας… χάρις στες ενέργειές του ακμάζει σήμερα εδώ το μεγαλύτερο εργοστάσιο της Ανατολής, που κάνει τιμή στον τόπο και στη μεγαλοφυΐα του κυρίου Αστέρη, του φιλόξενου οικοδεσπότη.

Εκοίταξε γύρω του ευχαριστημένος από την όμορφη φράση του και ξανάπε σε μία στιγμή παίρνοντας πάλι το περίλυπο ύφος του:

-Η οικονομική ακμή είναι πολιτισμός!

-Ποιος λέγει όχι; είπε άξαφνα ο Σωζόμενος που εκείνην τη στιγμή αιστάνθηκε την ανάγκη να μιλήσει. Η οικονομική ακμή είναι πολιτισμός, αλλά και τα οικονομικά ενός λαού ακμάζουν, όταν πολιτίζεται. Αλλά είναι ποτέ δυνατό μία τόσο ψυχρή προσπάθεια ν’ αντικαταστήσει την αιώνια πίστη κι είναι ωφέλιμο η Ιδέα να χάσει κι αυτή τη δύναμή της, γιατί η εφαρμογή είναι για έναν καιρό δύσκολη, απαιτεί θυσίες ή κιόλας μας φαίνεται σήμερα παράλογη στη σύλληψή της.

Ο αριστοκρατικός υπουργός εχαμογέλασε πονηρά, κρύβοντας έτσι το πείραγμά του. Σαν αστραπή επέρασε αμέσως από το νου του η σκέψη πως, αν ακουόταν που ευνοούσε ένα πρόγραμμα θυσιών ή και φιλοπόλεμο ίσως, δε θα δυνάμωνε βέβαια η δημοτικότητά του∙ και ξακολουθώντας το χαμόγελό του είπε με το αδιάφορο ύφος του:

-Αι θυσίαι ενός λαού είναι δύο ειδών: θυσίαι αίματος και θυσίαι χρήματος. Ποίος αμφιβάλλει διά την γενναιότητα του ελληνικού στρατού; Αλλά διά να θυσιασθεί χρήμα πρέπει να υπάρχει ή τουλάχιστον να υπάρχει οικονομική πίστις εις τας ξένας αγοράς. Η πολιτική του κόμματός μας δεν αθετεί ποσώς τα εθνικά όνειρα, τα περιορίζει μόνον εις το πραγματοποιήσιμον και αναβάλλει την εκτέλεσίν των διά μίαν γενεάν. Σας ερωτώ όλους υμάς, δεν είναι άθλον αρκετόν διά την γενεάν μας να είναι αύτη πλουτοπαραγωγική και να κληροδοτήσει εις την αμέσως επομένην τα οικονομικά μέσα τα οποία θα της εξασφαλίσουν τους στρατιωτικούς θριάμβους; Προς το παρόν η χώρα έχει ανάγκην απολύτου ηρεμίας!

Ο γέροντας ποιητής του εχαμογέλασε επαινώντας τον, του ’κλεισε το ένα μάτι σα για να του δείξει πως καταλάβαινε περίφημα την εφταλαγαριασμένη τακτική του κι έδωκε τέλος μίαν άλλη ματιά στο παράσημό του, σα να ’θελε να του θυμίσει τον εγκάρδιο πόθο του.

Κι ο τραπεζίτης εκούνησε το κεφάλι συμφωνώντας, κι είπε χαμηλόφωνα:

-Βεβαιότατα, δεν υπάρχει παρά αυτός ο τρόπος, αν πρέπει να προκόψει οικονομικώς ο τόπος!

Και ο Άλκης άξαφνα αισθάνθηκε μέσα του απαραίτητη την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί, αυτός τουλάχιστο, για το αδιάκοπο ψέμα που ήταν στο στόμα όλων εκείνων όσοι εκυβερνούσαν αυτήν τη νωθρή κοινωνία, βοηθώντας έτσι τον ξεπεσμό της, μόνο και μόνο για να χορταίνουν τα μικρόπρεπα πάθη της ψυχής τους και με μίαν άστοργη αδιαφορία για την τύχη ενού ολόκληρου κόσμου που μωρά τους εμπιστευότουν. Αισθάνθηκε πως η ψυχή του ολομεμιάς εμεγάλωνε και πως ενικούσε τη φυσική δειλία του χαρακτήρα του και την άρρωστη ιδιοσυγκρασία του, που ίσα εκείνην τη στιγμή του θύμιζε την αδυναμία του. Το μάτι του έλαμπε, το πρόσωπό του επήρε μία επίσημη σοβαρότητα, είδε τους φίλους του που τον εκοίταζαν με περιέργεια πρώτα και κατόπι μ’ ένα παράξενο πάθος κι εκατάλαβε πως κι η ψυχή των ανθρώπων εζητούσε να ελευθερωθεί, εζητούσε ένα στήριγμα στο αίσθημά του και στη σκέψη του, για να του παραδοθεί και να γίνει δική του. Και την ίδια στιγμή εχύθηκε ένα αφύσικο φως μέσα του, του εφάνηκε πως οι ερχόμενες μέρες δεν έκρυβαν πλια κανένα μυστήριο, ένας σωρός σαν προφητικά συμπεράσματα εκατάκλυζαν το νου του, βγαίνοντας με γληγοράδα αταίριαστη το ένα από το άλλο, αναγκάζοντάς τον να πιστεύει, δημιουργώντας ένα φανταστικόν κόσμο, που δεν μπορούσε παρά να ’ναι η αυριανή αλήθεια, γιατί τον εγεννούσε η ίδια η ανάγκη των πραγμάτων.

Άρχισε με χαμηλωμένο βλέμμα και με σιγανή φωνή κι έλεγε:

-Μία δίψα βέβαια πολιτισμού ανώτερου είναι εκείνη που κάνει και μιλεί ο φίλος μας ο Μαρκαντώνιος∙ κι είναι αυτή που τον κάνει να ρίχνει καιρούς και να οργίζεται, γιατί δεν μπορεί να τη σβήσει κι όχι άλλη ιδιοτέλεια αταίριαστη και στην ηλικία του και στην κατάστασή της!

-Ω, εκείνοι οι καιροί! εκείνοι οι καιροί! εφώναξε ο Μαρκαντώνιος, χωρίς να μπορεί να ξακολουθήσει, γιατί ήταν πια κουρασμένος.

-Γιατί να το κρύβομε; ξανάπε ο Άλκης. Ο τόπος μένει οπίσω και μία βαριά προγονική κληρονομία ζυγίζει απάνου του: η αρχαία Ελλάδα, που το φως της έσβησε και ο σκοτεινός μεσαίωνας, που πασκίζει να τον βλέπει σαν όνειρο Παλιγγενεσίας, όχι βέβαια απραγματοποίητο.

Ο αριστοκρατικός υπουργός έκαμε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας κι εκοίταξε προς την πόρτα, σα να’ θελε να ξεφύγει μίαν άσκοπη συζήτηση, αλλά είδε πως κι άλλοι άντρες έμπαιναν στο κόκκινο σαλονάκι, για να καπνίσουν κι άκουαν προσεχτικά τον Άλκη, κι έκρινε πως έπρεπε να μείνει, για να υπερασπίσει, αν ήταν ανάγκη, το πολιτικό του πρόγραμμα∙ για την ώρα όμως αρκέστηκε να χαμογελάσει με καλόβουλη κι αφρόντιστη δυσπιστία, κι εκοίταξε τον γέροντα ποιητή, που του ’κλεισε αμέσως το μάτι και που εκούνησε τ’ όμορφο κεφάλι του, σα να ’θελε να ειπεί πως κι εκείνος στα ποιήματά του άλλο δεν είχε ψάλει παρά μίαν Ελλάδα μεγάλη, φωτισμένην από το άχραντο φως του αρχαίου, ονειρεμένου κόσμου της.

Ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάτης εθύμωσε πάλι τόσο, που ο θυμός του δεν τον άφηκε να αρθρώσει ούτε μία λέξη κι εγίνηκε πάλι κατακόκκινος κι εφούσκωσαν οι φλέβες του προσώπου του κι εσήκωσε το χέρι κουνώντας το ένα του δάχτυλο σα να φοβέριζε.

Ο Πέτρος Αθάνατος άνοιξε μεγάλα τα μάτια του, εγέλασε με το άσκημο γέλιο του κι εφώναξε αγαναχτισμένος.

-Με αυτά δεν ξεγελιέται πλια ο λαός. Τα εθνικά όνειρα είναι απάτη, γιατί αλλού είναι η αλήθεια. Εκεί που την είδε ο Καρλ Μαρξ από την εξορία του.

Και τέλος ο Περικλής Βαλσάμης εχαμογέλασε γλυκά κι είπε ανάμεσα σ’ ένα σπαραχτικό βήξιμο:

-Για το φιλόσοφο το τώρα είναι ό,τι και το περασμένο, τα εξετάζει με την ίδια αδιαφορία, μακριά αυτός από την πάλη, μόνο σα φαινόμενα της ζωής.

-Μα για τούτο, ξακολούθησε αμέσως ο Άλκης, βασιλεύει στον τόπο η Πλάνη και η Πρόληψη. Η επιστήμη δεν έχει σκοπό την αλήθεια, η γραμματική θέλει να εξουσιάζει την τέχνη και η κρατική θρησκεία μαραίνει την Πίστη.

-Ω! εφώναξε φοβισμένος ο αριστοκρατικός υπουργός, ενώ πολλοί άλλοι εκοιταζόνταν στα μάτια.

-Αλλά, ξακολούθησε ο Άλκης, τόσο οπίσω ο τόπος τούτος δεν ημπορεί να μένει για πάντα κι ούτε μπορεί να περιμένει το φυσικό και αργό ξετύλιγμα, για τούτο το ξύπνημα πρέπει να ’ναι και σύντομο και γλήγορο. Αλλά τι ωφελεί το να στρέψει κανείς τα μάτια στα οπίσω, θαμπωμένος από μία παράλογη αγάπη για μία μικρή γωνία της γης μας, ή ν’ αδιαφορεί κανείς για όλα, με πατροπαράδοτη απαισιοδοξία, όταν οι καιροί μας στενεύουν απ’ όλα τα μέρη κι αποζητούν μίαν κοινή προσπάθεια, μίαν κοινή εργασία σπουδαία και μεγάλη, ένα έργο λυτρωμού; Σε μία στιγμή σαν τούτη, όταν τα σύγνεφα τρικυμίας σηκώνονται σ’ όλα τα μέρη, πάνωθε από ένα γερασμένον κόσμο, πώς θα μπορεί να μείνει ο τόπος τούτος αδιάφορος; Το κράτος, μικρό, φτωχό, αλύτρωτο, ανοικονόμητο, μοιάζει σ’ αμόρφωτο χάος, όπου τα πάντα πρέπει να δημιουργηθούν και ποιος θα ’ναι ο άνθρωπος που θ’ αρχίσει τη Δημιουργία, που θα μεταχειριστεί και την εξαίσια βία, για να οδηγήσει ένα λαό κι αθέλητά του στο δρόμο του λυτρωμού του;

Εμιλούσε με πίστη και με συνέπαρση με μία δύναμη λόγου που δεν εγνώριζε στον εαυτό του κι επαρατηρούσε πως τα λόγια του έμπαιναν βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων που τ’ άκουαν, τους ελύγιζαν τη θέληση, τους ξυπνούσαν κάποιες ιδέες που εκοιμούνταν μέσα τους ή τους έκαναν να οργίζονται και να κοκκινίζουν. Μόνο ο αριστοκρατικός υπουργός εκοίταζε τον Άλκη μ’ ένα προσποιητό χαμόγελο αδιαφορίας, αλλά κι αυτός δεν κατάφερνε να κρύβει την ανησυχία του.

-Η Ελλάδα, ξανάπε ο Άλκης, θα γίνει σε λίγο στρατόπεδο!

-Θα πλερώσει λοιπόν ο λαός τους πολέμους με τον ίδρο του και το αίμα του! εφώναξε ο Πέτρος Αθάνατος γελώντας με το άσκημο γέλιο του.

-Τους πολέμους! έκαμε γελώντας ειρωνικά ο κύριος υπουργός, ενώ ο γέρος ποιητής τού κλειούσε γελώντας κι εκείνος το μάτι.

-Δεν υπάρχει τρόπος άλλος, ξανάπε ο Άλκης, δεν υπάρχει άλλος, παρά ο πόλεμος και η Επανάσταση!

Μία στιγμή απόμειναν όλοι σιωπηλοί, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, σα να ’χε πέσει κεραυνός στη μέση της κάμαρας, κι αμέσως εμίλησαν όλοι μαζί χειρονομώντας, λησμονώντας πού εβρίσκονταν, ανοίγοντας τα μάτια, αποδοκιμάζοντας οι περισσότεροι τον Άλκη∙ και κάποιος εγέλασε. Και το γέλιο ολομεμιάς εγενικεύτηκε κολλώντας από τον έναν στον άλλον, ηχηρό, ξάστερο, χαρούμενο. Μα ο αριστοκρατικός υπουργός είχε κοκκινίσει αγαναχτισμένος κι είχε ριχτεί ωστόσο στου χορού το σαλόνι για να μην ακούσει περισσότερα, κι ανάμεσα στα γέλια των ανθρώπων μια φωνή ακούστηκε να λέει: «Είμαστε συνταγματικό βασίλειο. Το σύνταγμα δεν προβλέπει επανάσταση.»

Τέλος ησύχασαν. Ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης είχε γυρίσει τες πλάτες του Άλκη κι εδημηγορούσε πάλι δαιμονισμένα σ’ εκείνους που ήταν σιμά του, βρίζοντας την Ελλάδα, τη γαλλική επανάσταση και κάθε ιδέα ανταρσίας, προβλέποντας για τον τόπο πενία και συμφορές∙ ο Πέτρος Αθάνατος εχαμογελούσε σαρκαστικά, αλλά ευχαριστημένος από την ιδέα ενός λαϊκού σηκωμού, που ίσως θα ’παιρνε δρόμον άλλον από κείνον που θα του ’διναν οι οργανωτές του∙ ο Περικλής Βαλσάμης έβηχε σε μίαν άκρη, κοιτάζοντας με βλέμμα συμπάθειας όλους εκείνους τους ανθρώπους που οι ιδέες και ο λόγος είχαν τη δύναμη να τους αναστατώσουν∙ ο τραπεζίτης και ο ποιητής είχαν ακολουθήσει τον κύριο υπουργό στο μεγάλο σαλόνι. Μα κάποιοι νέοι κιόλας, και μαζί τους ο Γιώργης Οφιομάχος, εχτύπησαν τα χέρια φωνάζοντας:«Ναι! ναι!» μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας απάνου στα χείλη. Και τώρα αυτοί μόνο έμειναν γύρω στον Άλκη∙ ήταν μια δεκαριά, πολύ νέοι ακόμη, που μέσα στα αγνά μάτια τους εφαινότουν μια αλλόκοτη χαρά σα μια δίψα δημιουργίας.

Ο Άλκης ήταν συγκινημένος, το χείλι του έτρεμε, ένας ίδρος ψιλός του ’βρεχε το μέτωπο και ανατριχίλες εδιάβαιναν το κορμί του.

-Η επανάσταση, τους ξανάπε χαμηλόφωνα, που θα καθαρίσει τον τόπο, που θα καταδικάσει τον παλαιό κόσμο, που με σωτήριο φοβέρισμα θα κατασιγάσει κάθε αντίδραση!

-Ναι, ναι! του απολογήθηκαν οι νέοι.

Και ο Άλκης είδε ξάστερα με το νου του πως η επανάσταση, που την εκήρυχνε εκείνο το βράδυ, ερχότουν κιόλας και σύντομα ενικούσε κάθε αντίσταση. Εδειχνότουν μέσα στη γενική δυσαρέσκεια, μέσα στη γενική απογοήτευση και την αδιαφορία, μέσα στες ελπίδες εκείνων που έριχναν νοσταλγικό το βλέμμα τους σε περασμένες εποχές κι εκείνων που επερίμεναν από τους ξένους κάποιαν άκαρπη διόρθωση. Της εχρειαζόνταν μόνο λίγοι εργάτες γενναίοι και μεγαλόψυχοι, που στην καρδιά τους η άρνηση θα γινότουν πίστη, η απόγνωση ελπίδα, η λύπη μια ένθεη μανία κι απόστολοι εκείνοι μιας Ιδέας κι αναστηλωτές μιας θρησκείας θα κατόρθωναν άσφαλτα να μεταδώσουν τη φωτιά του ενθουσιασμού τους σ’ άλλες καρδιές, θα ενωνόνταν όλοι σε μίαν αδιάσπαστη προσπάθεια και χωρίς μεγάλες δυσκολίες τέλος η επανάσταση θα νικούσε και θα ’ρχιζε μια νέα εποχή, η εποχή που θ’ άνοιγε δρόμο σ’ έναν καινούριο πολιτισμό!

-Ποιος θα μας οδηγήσει; ξανάπε σκεφτικός και χαμηλόφωνα ο Άλκης.

-Εσύ, εσύ! του φώναξαν με χαρά όλα τα στόματα.

-Όχι, όχι! απάντησε με τρόμο και η όψη του εκιτρίνισε. Εγώ είμαι τεχνίτης.

Έκαμε αλαλιασμένος δύο βήματα στα οπίσω κι ωστόσο ο νους του εδούλευε. Δεν ήταν βέβαια αυτός ο άνθρωπος που ημπορούσε να βάλει σε δρόμο μια τόσο μεγάλη ενέργεια, δεν ήταν ο άνθρωπος που ημπορούσε να αναλάβει μίαν ευθύνη τόσο τεράστια, να φέρει σε τέλος μίαν πράξη, που το βάρος της θα τον επλάκωνε. Αυτός δεν ημπορούσε παρά να ακολουθήσει, παρά να αφιερώσει τη μικρή του δύναμη στο απέραντο έργο, πιστός αλλά ασήμαντος εργάτης μόνο μιας Μεγάλης Ιδέας!

-Εσύ, εσύ! του ξαναφώναξαν με χαρά όλα τα στόματα.

Εθυμήθηκε την αδύνατη υγεία του, τα περασμένα του χρόνια που ήταν όλα μία πάλη με το θάνατο, εθυμήθηκε τον έρωτά του και τες πίκρες που εδοκίμαζε για την Ευλαλία, εσυλλογίστηκε την άδικη δύναμη του πλούτου, κι ανανοήθηκε πως κάθε μέρα εκείνος έχανε κάτι από τον εαυτό του κι από την ευτυχία του.

-Όχι, όχι! ξανάπε τρομαγμένος ακόμη.

Κι έστρεψε το κεφάλι προς το σαλόνι∙ και το βλέμμα αγνάντησε το βλέμμα της Ευλαλίας, που έδειχνε την ανυπομονησία της. Βιαστικά επέρασε την πόρτα. Τ’ αυτιά του εβοούσαν, το κεφάλι του εγύριζε και οι νέοι επροσπαθούσαν ακόμη να τον κρατήσουν, απλώνοντας τα χέρια τους και φωνάζοντάς του πάλι:

-Εσύ, εσύ!

Καθώς έμπαινε στου χορού το σαλόνι, όλα τα βλέμματα εκαρφώθηκαν απάνω του κι εκατάλαβε πως όλος εκείνος ο κόσμος εμιλούσε αναστατωμένος για κείνον. Ο αριστοκρατικός υπουργός ήταν σε μίαν άκρη κι εκουβέντιαζε ακόμη ζωηρά με τον τραπεζίτη Αρκούδη, κάνοντας ασυνήθιστες χειρονομίες.

Τώρα τους είχαν σμίξει κιόλας ο γιατρός Στεριώτης, ο άντρας της κυρίας Θεοφανώς και ο όμορφος γέρος, που ’χε φορέσει τη βασιλική λιβρέα, κι όλοι μαζί εκατάκριναν αυστηρά κάθε επαναστατική ιδέα, κάθε κίνημα, που ημπορούσε να σαλέψει την τάξη.

Πλιο πέρα, κάτω από το Χριστό του Ντύρερ, η ίδια η κυρία Θεοφανώ, καθισμένη στον καναπέ της και τριγυρισμένη από ένα πλήθος κυρίες, ήταν ανταριασμένη, σα να ’χε ξεσπάσει κιόλας στους δρόμους το κίνημα και σα να κιντύνευαν οι βασιλικοί θεσμοί, που τους εθεωρούσε τη μόνη κοινωνική εγγύηση, γιατί ήταν σαν αδερφάδες, έλεγε, με κάποια βασίλισσα. Μαζί της εκαθότουν και η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη, που περίμενε ανυπόμονα, παίζοντας νευρικά με τη βεντάλια της και μελετώντας τα σκληρά λόγια που θα κεραυνοβολούσαν σε λίγο τον αγαπητικό της, αφού εκείνος είχε προτιμήσει ν’ ακούει τόσες ώρες τες ανούσιες παλάβρες του Άλκη παρά τη συντροφιά της. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Οφιομάχος εκαθότουν λυπημένος και άλαλος σιμά στη γυναίκα του, προσπαθώντας να μην προσέχει στα λόγια του Μαρκαντώνιου Ιουστινιάνη, που εστεκότουν τώρα ομπρός του, κατακόκκινος και θυμωμένος, και που του μιλούσε με πάθος, πασκίζοντας ν’ αποδείξει καθαρή και κακόβουλη τρέλα όλες εκείνες τες τολμηρές ουτοπίες, όλες εκείνες τες ανήκουστες ιδέες, κι ενθουσιασμένος μονάχα για τες παμπάλαιες δόξες του τόπου του.

Κι η μουσική έπαιζε ωστόσο και πολλά ζευγάρια εχόρευαν ένα γλήγορο χορό, κι ο Σπύρος Οφιομάχος, ολομόναχος μέσα σ’ όλον εκείνον τον κόσμο, επαρατηρούσε σα σαστισμένος την άσκημη θυγατέρα του Αστέρη, που εχόρευε κι εκείνη, παραδομένη μακάρια στην αγκαλιά ενός νέου φερμένου τώρα από τα ξένα κι ανιψιού της κυρίας Θεοφανώς Χρυσοσπάθη, γιατί εκείνο το βράδυ είχε ακουστεί ο λόγος πως οι δύο νέοι θα αρραβωνιαζόνταν.

Και ο Άλκης αναμμένος ακόμη από την ομιλία του, συγκινημένος και σκοτισμένος, επήγε βιαστικός προς την Ευλαλία, κι ερωτούσε τον εαυτό του αν αληθινά η καρδιά του επίστευε πως όσα είχε πει εκείνο το βράδυ θα γενόνταν μια μέρα πραγματικότητα.

Είχε ζυγώσει πλια τους Οφιομάχους. Η Ευλαλία ωχρή τον εκοίταζε με το ίδιο ανυπόμονο χαμόγελο. Ένα κύμα ευτυχίας ανέβηκε στην καρδιά του∙ τα μάτια του έλαμψαν, τα μάγουλά του ερόδισαν. Εχαιρέτησε όλους μ’ ευγένεια κι έμεινε ορθός μπροστά στην Ευλαλία. Μια γαλήνη παρήγορη εχύθηκε μέσα του, σαν που τη δοκιμάζει ο ναύτης, όταν ρίχνει την άγκυρα σε απάνεμο λιμάνι. Εζητούσε λόγια για να μιλήσει και δεν έβρισκε κι όλο εκοίταζε κατάματα την Ευλαλία. Κι άξαφνα του πέρασε από το νου θλιβερή η ιδέα πως η Ευλαλία δεν ήταν προορισμένη για κείνον, αλλά πως σε λίγο ένας άλλος, ο γιατρός Στεριώτης, θα του την έπαιρνε∙ και η σκέψη αυτή του ήταν ανυπόφερτη.

-Άλκη, του είπε η γριά αρχόντισσα μ’ ένα χαμόγελο σαν αόριστης ελπίδας, ο καλός υπουργός μας έλεγε, λίγο πριν έρθει μέσα, πως ευχαρίστως θα σε έβλεπε σ’ ένα δημόσιο αξίωμα. Εμείς θα χαρούμε!

Ο Άλκης εχαμογέλασε χωρίς ν’ απαντήσει. Κι απλώνοντας τα χέρια εκάλεσε μ’ ένα κίνημα του κεφαλιού την Ευλαλία να χορέψει.

Εκείνη εβρέθηκε αμέσως σιμά του. Κι εριχτήκαν μαζί στο χορό, κι εστροβίλισαν με το ρυθμό της μουσικής που τους συνέπαιρνε, ανάλαφροι, σα φτερωμένοι, ακούοντας μέσα τους μιαν ελεύτερη χαρά, σα να ’ταν πουλιά που πρωτοπετούσαν από τες φωλιές τους και σα να ’ρχιζε αυτήν τη στιγμή μια καινούρια ζωή για τους δυο τους.

-Άλκη! του ψιθύρισε η Ευλαλία σα λιγωμένη από μίαν πρωτοδοκίμαστη ηδονή.

-Θα ’σαι δική μου! της απάντησε σφίγγοντάς της ανάλαφρα τη μέση.

Εκείνη εσυλλογίστηκε σα σε όνειρο τον πατέρα της, το σπίτι της, το γιατρό Στεριώτη, τη φοβερή καταστροφή που τους εφοβέριζε κι άκουσε κάποιο δάκρυ να της ανεβαίνει στα μάτια. Κι εχόρευε, βαστώντας τώρα δυνατότερα το χέρι του Άλκη, σα να ζητούσε την προστασία του, κι εκείνος όλο της έσφιγγε τη μέση, σα να μην ήθελε να την αφήκει να του ξεφύγει. Του Άλκη η καρδιά εχτυπούσε και το κορμί της ανάτρεμε μέσα στα χέρια του και το στήθος της εφούσκωνε πλημμυρισμένο από ασυνήθιστη τρυφερότητα. Εκείνος αιστάνθηκε τότες μία αγνή και μεγάλη χαρά στην καρδιά του. Το είναι του εμεγάλωνε∙ αισθανότουν πως σιμά της ήταν γιατρεμένος από κάθε αρρώστια, πρωτοανάπνεε ένα ζωογόνον αέρα που του χάριζε δύναμη καινούρια κι ελεύτερη θέληση κι ενέργεια κι επίστεψε πως εκείνο, που χωρίς το στήριγμά της του φαινότουν αδύνατο, εκείνο που λίγο πριν τον είχε φοβίσει, εκείνο που του ’χαν ζητήσει οι νέοι και που θα ’ταν η μεγάλη πράξη της ζωής του, δεν ήταν πλια ούτε μία άπιαστη χίμαιρα, ούτε ένα βάρος δυσκολοβάσταχτο τόσο που θα τον ελύγιζε. Με την ίδια άδολη χαρά είδε ομπρός του καθάρια τες πλιο σημαντικές στιγμές της ζωής του: τον πατέρα του που του ’δειχνε το παλιό βενέτικο κάστρο, σ’ εκείνον τον έρημο γιαλό, την τελευταία του αρρώστια, τη νεκρανάστασή του, τον έρωτά του για την Ευλαλία και τέλος την αποψινή βραδιά που τον είχε συνταράξει. Και η αξία που αποχτούσε η ζωή του τον έκανε ν’ αψηφά κάθε συνέπεια. Η Ευλαλία έπρεπε να ’ναι δική του… όλα τ’ άλλα ήταν ασήμαντα, αξιοκαταφρόνητα, αδιάφορα… τότες μόνο θα μπορούσε ν’ αρχίσει…

Μα εκατάλαβε άξαφνα πως σε μια στιγμή η μουσική θα έπαυε. Έσφιξε πάλι τη μέση της Ευλαλίας και πασκίζοντας να την ιδεί με την άκρα του ματιού της ξανάπε με πάθος.

-Ω, θα ’σαι δική μου!

Κι εκείνη αναστέναξε δειλά, ενώ μία αδιήγητη ευτυχία της επλημμυρούσε τα στήθη και σα να επαραδινότουν για πάντα στα χέρια του, του αποκρίθηκε μ’ ένα χαμόγελο, κλείνοντας τα δακρυσμένα της μάτια:

-Ναι, όταν θελήσεις… όπως θελήσεις…

 

 

5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA