ΠΡΟΣΩΠΑ
|
|
|
|
|
|
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
ΘΕΡΑΠΩΝ ΣΤΡΕΨΙΑΔΟΥ
ΜΑΘΗΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΠΑΣΙΑΣ ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ
ΑΜΥΝΙΑΣ ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ
ΜΑΡΤΥΣ
ΧΑΙΡΕΦΩΝ
ΝΕΦΕΛΑΙ
|
|
|
|
|
|
(Οικία Στρεψιάδου).
Πω! Πω! τι νύκτ’ ατέλειωτη, Ζευ των θεών πατέρα,
μη δεν θα φέξ’ ημέρα;
Τον πετεινό τον άκουσα εδώ και τόσην ώρα,
κι οι δούλοι το ’στρωσαν βαριά και ρουχαλίζουν τώρα,
ενώ δεν ήξευραν προτού
την γλύκα του ροχαλητού.
Ανάθεμά σε, πόλεμε, για χίλια δυο κακά,
που δεν μπορώ να τιμωρώ μηδέ τα δουλικά,
και τούτο το καλό παιδί κοιμάται νάνι νάνι
κι εις πέντε μαλακές προβιές κουβαριασμένο κλάνει.
Λοιπόν ας ρουχαλίζομε κατακουκουλωμένοι,
μα δεν μπορώ να κοιμηθώ κι ύπνος δεν κατεβαίνει.
Τ’ άλογα με δαγκάνουνε, των στάβλων η δαπάνη,
και τ’ άλλα χρέη τα πολλά, που ’χω για τούτον κάνει,
κι αυτός με μακριά μαλλιά
έχει μονάχη του δουλειά
τις άμαξες και τ’ άλογα και τις ιπποδρομίες,
κι εγώ παθαίνω, χάνομαι για τούτες τις ζημίες,
κοιτάζοντας τις είκοσι πως τρέχει το φεγγάρι
κι οι τόκοι παραπλήθυναν κι έχουνε δρόμο πάρει.
Παιδί, τον λύχνον άναψε και φέρε το τεφτέρι
και δος μου το στο χέρι,
να ’δώ σε ποιους και τι χρωστώ κι οι τόκοι πώς πηγαίνουν
κι ως τώρα πόσοι βγαίνουν.
Μνας στον Πασία δώδεκα… μα πώς; για ποιαν αιτία;
τότε που ’πήρα τ’ άλογο… ναι, ναι, τον Κοππατία.
Τι συμφορά! δεν μου ’χυναν καλύτερα το μάτι.
Πήγαινε, Φίλων, μ’ αδικείς, τον δρόμο σου περπάτει.
Νά το κακό που μ’ έφαγε, κι ακόμη σαν κοιμάται
τους δίφρους ονειρεύεται και τ’ άλογα θυμάται.
Τι δρόμους τα πολεμικά θα τρέξουν;
Για χατίρι σου
τρέχει πολλούς ο κύρης σου.
Ας δούμε κι άλλα χρέη μας ύστερ’ απ’ τον Πασία…
για καροτσάκι και τροχούς τρεις μνας στον Αμυνία.
Ξετίναξέ μου τ’ άλογα κι απέξω φέρε μού τα.
Συ, γυιέ μου, τον πατέρα σου ξετίναξες με τούτα
τότε που για χατίρι σου μπερδεύτηκα με δίκες,
κι ενέχυρα μου γύρευαν να δώσω κι υποθήκες.
Τι στρέφεσαι κι αγκομαχάς και νύστα δεν σε πιάνει.
Δημοτικός εισπράκτορας στο στρώμα με δαγκάνει.
Μην κάνεις έτσι κι άφησε να κοιμηθώ…
Κοιμήσου,
μα θα ξεσπάσουν όλ’ αυτά κατά της κεφαλής σου.
Η προξενήτρ’ ανάθεμα, κακό ψυχρό της φλάρο,
που μου’ κανε τις προξενιές τη μάννα σου να πάρω.
Εζούσα πρώτα ξένοιαστα κι απλά χωρίς στολίδια
γεμάτος από μέλισσες και τσίπουρα και γίδια,
μα πήγα κι επαντρεύτηκα χωριατομαθημένος
ανεψιά του Μεγακλή, των Μεγακλήδων γένος,
μέσ’ από την πρωτεύουσα τρανή και κορδωμένη,
που σαν Κοισύρα φούσκωνε στολίδια φορτωμένη.
Και σαν γλυκοκοιμότανε την νύκτα στο κρεβάτι
μ’ εμένα τον χωριάτη,
εγώ τρυγιές εμύριζα, σύκα, μαλλί, τραγίλα,
και τόση βαρβατίλα,
κι εκείνη πάλι μύριζε κρόκους και μύρα τόσα,
παιχνίδια και φιλήματα, που κάνουν με την γλώσσα,
και γυναικίλα κι έρωτα και γκάστρωμα και γέννα
κι έξοδα πεταμένα,
κι ούτε καθόταν άεργη, μα δώσ’ του και καμώματα,
ραψίματα, ξηλώματα,
κι αυτό το ρούχο δείχνοντας για πρόφασι «κυρά,
πολύ το παραξήλωσες» της έλεγα ξερά.
Το λάδι μας εσώθηκε και το λυχνάρι σβήνει.
Πάλι τον λύχνο μ’ άναψες, που τόσο λάδι πίνει.
Έλα κοντά μου γρήγορα να πάρεις δυο σφοντύλια.
Γιατί;
Και πάλι τα παχιά μού κάθισες φυτίλια.
Ύστερα σαν γεννήσαμε τον γιο τον κανακάρη
εμάλωνα για τ’ όνομα μαζί με το ζευγάρι.
Αυτή βαστούσε σαν τρανή τη μύτη της ψηλά
κι ίππον ζητούσε στ’ όνομα να βάλει και καλά,
ωσάν να λέμε Ξάνθιππο, Χάριππο, Καλιππίδη,
κι εγώ σαν του παππούλη μου το’ θελα Φειδωνίδη.
Μετά πολλά μαλώματα μια συμφωνία κάναμε
και Φειδιππίδη το παιδί κοντολογίς το βγάναμε.
Κι αυτή συχνά τον έπαιρνε τον γιο της με καμάρι
και του’ λεγε χαϊδευτικά: «σαν γίνεις παλικάρι
και τρέχεις μέσ’ στις άμαξες με κόκκινη πορφύρα
ωσάν τον θειο σου Μεγακλή…» κι εγώ τον λόγο πήρα:
«από τη στάνη στη βοσκή σαν βγάζεις τα κατσίκια,
ντυμένος σαν τον κύρη σου προβιά χωρίς μανίκια»…
όμως αυτός δεν μ’ άκουγε, και τότε – συμφορά μου!
κακές αρρώστιες ιππικές ρημάξαν τον παρά μου.
Μα τώρα, που στριφογυρνώ και ξαγρυπνώ με κόπο,
ευρήκα τέχνη θαυμαστή και κάποιο νέο τρόπο,
κι αν καταφέρω το παιδί τα χρέη θα γλιστρήσω…
μα πρώτα πρέπει σιγαλά να τον γλυκοξυπνήσω.
Γυιε μου, Φειδιππιδάκη μου…
Τι θέλεις; άφησέ με…
Δώσ’ μου το χέρι το δεξί και γλυκοφίλησέ με.
Νάτο.
Για πες μου μ’ αγαπάς;
Και με το παραπάνω,
κι όρκο γι’ αυτό στον ιππικό τον Ποσειδώνα πιάνω.
Μη, μη σ’ αυτόν τον ιππικό, στους άλλους όρκο κάνε,
εκείνος μ’ εχαντάκωσε, που ξορκισμένος να ’ναι,
Αλλ’ αν αλήθεια μ’ αγαπάς, στου κύρη σου τα λόγια
υπάκουσε σαν φρόνιμος και δέσ’ τα κομπολόγια.
Σε τι ν’ ακούσω;
Τους κακούς τους τρόπους να ξεχάσεις
κι όσα σου πω, παιδάκι μου, να πας να τα σπουδάσεις.
Λέγε…
Θ’ ακούσεις ό,τι πώ;
Σ’ ορκίζομαι, πατέρα.
Βλέπεις την θύρα την μικρή και το σπιτάκι πέρα;
Το ’δα, μα πες μου τ’ είν’ εκεί;
Σοφών σχολή μεγάλη,
κι εις τούτο μέσα κάθονται φιλόσοφοι δασκάλοι,
που λένε για τον ουρανό πως είναι σαν καμίνι
κι εμείς τριγύρω κάρβουνα, κι όποιος λεπτά τούς δίνει
με λόγια δίκια κι άδικα νικά και καταφέρνει
τους άλλους ν’ αποπαίρνει.
Και ποιοι ’ναι τούτοι;
Πώς τους λεν δεν ξέρω και καλά,
λαμπροί δασκάλοι κι αγαθοί με γράμματα πολλά.
Α! α! ’κατάλαβα ποιους λες… τους κακομοιριασμένους,
τους παλιοψεύτες, τους χλωμούς, τους ξεπαπουτσωμένους,
τον Χαιρεφώντα τον φτωχό κι εκείνον τον Σωκράτη.
Μη λόγια λες μωρού παιδιού, φρονίμεψε κομμάτι,
κι αν του σπιτιού σου το καλό πρώτη σου σκέψις είναι
φασκέλωσε την ιππική και μαθητής των γίνε.
Ποτέ μα τον Διόνυσον, κι αν όλα μού χαρίσεις
του Λεωγόρα τα πουλιά…
Παιδάκι μου να ζήσεις
έλα να πας εις τους σοφούς…
Και τι μ’ αυτούς θα βγάλω;
Έχουν δυο λόγους, τον μικρό καθώς και τον μεγάλο,
κι ο πιο μικρός από τους δυο κερδίζει περισσότερα
σαν λέει τ’ αδικότερα.
Τούτον αν μάθεις, απ’ αυτά, που χρεωστώ για σένα,
ούδ’ οβολό τρεχούμενο θα δώσω σε κανένα.
Παν του κακού τα λόγια σου, δεν θα με παρασύρεις…
Πώς θα φανώ μπρος στους ιππείς χλωμός και κακομοίρης;
Αλλ’ όμως μα την Δήμητρα δεν θα ταΐζω τώρα
και σένα και τον Ζύγιο και τον παληο–Σαμφόρα…
Φεύγ’ απ’ εδώ ’στους κόρακας…
Ποτέ δεν θα μ’ αφήσει
ο θειος μου δίχως άλογα, τούτος θα με φροντίσει.
Φεύγω λοιπόν, δεν σε ψηφώ καθόλου για πατέρα.
(φεύγει)
Στους κόρακας να πας…
ποιος είσαι συ, που πρόστυχα την θύραν μας κτυπάς;
Ο Στρεψιάδης Φείδωνος και Κικυννεύς δημότης.
Αγράμματος μα τους θεούς κι αγροίκος είσαι πρώτης,
αφού με τόσην δύναμιν εκλώτσησες χυδαίαν,
που μ’ έκαμες κι απέβαλα μίαν σοφήν ιδέαν.
Εις τα χωράφια κάθομαι και να με συμπαθήσεις,
μα πες μου την ιδέα σου κι εμένα να φωτίσεις,
αυτήν, που τώρ’ απέβαλες…
Μη τέτοια μού ζητάς,
σ’ άλλους αυτά δεν λέγονται παρά στους μαθητάς.
Πες την με θάρρος, μυστικά σ’ εμένα μην κρατείς,
κι εγώ κοντά σας έρχομαι να γίνω μαθητής.
Θα σου τα πω, πλην όλ’ αυτά να τα θαρρείς χρηστήρια
κι απόκρυφα μυστήρια.
Τον Χαιρεφώντα ρώτησε Σωκράτης τούτο δα,
ο ψύλλος απ’ τα πόδια του σαν πόσα να πηδά,
γιατί στο φρύδι δάγκασε τον Χαιρεφώντα ψύλλος
και στου Σωκράτη πέταξε την κεφαλήν ο φίλος.
Κι εκείνος πώς εμέτρησε;
Σοφότατα, και κρίνον.
Ευθύς ανέλυσε κερί, και συλλαβών εκείνον
εσκέφθη μέσα στο κερί τα πόδια να του βάλει,
κι όταν ο ψύλλος πάγωσε κι απέμεινε κρυστάλλι,
ξεφύτρωσαν στα πόδια του παπούτσια Περσικά,
λοιπόν εκείνα τα’ λυσε κατόπιν τεχνικά,
κι επακριβώς εμέτρησε και περιεσκεμμένως.
Ζευ βασιλιά, τι νους βαθύς και λεπτοκαμωμένος!
Μα τι θαυμαστικά θα πεις, αν μάθεις τώρα κάτι,
εύρημα του Σωκράτη.
Παρακαλώ σε, και μ’ αυτό την κεφαλή μου φώτισε.
Ο Χαιρεφών ο Σφήττιος για τα κουνούπια ρώτησε
αν με το στόμα τραγουδούν ή με τον πισινό.
Κι εκείνος τ’ είπε;
Τ’ άντερο πως το’ χουνε στενό,
και της πνοής το φύσημα τραβά και πάει κάτω,
λοιπόν στενό κωλάντερο κοντά σε κοίλο πάτο
σπρώχνει σ’ αυτόν το φύσημα, κι ηχεί με βίαν όλος.
Μοιάζει λοιπόν με σάλπιγγα των κουνουπιών ο κώλος.
Ω! τρεις φορές μακάριος για τέτοιες εφευρέσεις,
που κάνει σε λεπτόλογες αντεροϋποθέσεις.
Εύκολα σαν ενάγεται τις δίκες θα κερδίζει
αφού βαθιά και τ’ άντερα των κουνουπιών γνωρίζει.
Μια σκέψις τώρα προ μικρού του ξέφυγε μεγάλη
με κάποια σαύρα…
Λέγε μου πώς ήταν τούτο πάλι;
Εγύρευε του φεγγαριού περιστροφάς και δρόμους,
κι ενώ μονάχος έχασκε με τους απάνω δόμους,
μια σαύρ’ από την οροφή
του ’χεσε νύχια και κορφή.
Η σαύρα μ’ ευχαρίστησε, που ’χεσε τον Σωκράτη.
Εχθές το δείλι για φαγί γριλώσαμε το μάτι.
Και τι σοφίστηκε γι’ αυτό μια τέτοια κεφαλή;
Να! την παλαίστρα ράντισε με πάσπαλη ψιλή,
κι ελύγισ’ έναν οβελό, κι επήρε διαβήτη,
και λύσεις γεωμετρικού προβλήματος εζήτει,
κι ενώ σ’ εκείνο πρόσεχαν – τι θαυμαστή φενάκη!
απ’ το τραπέζι των σφακτών εσούφρωσ’ έν’ αρνάκι.
Τι τον Θαλή θαυμάζομε; την θύρα να μ’ ανοίξεις
κι αυτόν τον τετραπέρατο Σωκράτη να μου δείξεις.
Θέλω να γίνω μαθητής…
(ο μαθητής ανοίγει)
Ποια τούτα τα θηρία,
των Αθανάτων Ηρακλή;
Πώς χάσκεις μ’ απορία;
με τι τα βρίσκεις όμοια;
Τα βρίσκω σαν κι εκείνα
της Πύλου τα λαγωνικά, που ψόφησαν στην πείνα.
Κι αυτοί που βλέπουν μές στη γη τι τάχατε χαλεύουν;
Αυτοί ζητούν τα κάτω γης.
Βολβούς λοιπόν γυρεύουν.
Για τούτους μη σκοτίζετε καθόλου το κεφάλι
κι εγώ γνωρίζω πού καλοί φυτρώνουν και μεγάλοι.
Κι αυτοί που τόσο σκύβουνε τι κάνουν, τι ζητούν;
Το σκότος το Ταρτάρειον σκυμμένοι μελετούν.
Κι ο πισινός των στα ψηλά τι τάχατε κοιτάζει;
Αστρονομίαν υψηλήν μονάχος του σπουδάζει.
(προς τους Μαθητάς)
Μα σύρτε μέσα μη σας δει…
Προσμείνατε κομμάτι
για τη δική μου τη δουλειά να σας ρωτήσω κάτι.
Δεν επιτρέπεται πολύ να μένουν στον αέρα.
Μα τ’ είν’ αυτά για τους Θεούς κι η μία κι άλλη σφαίρα;
Αστρονομία μεν αυτή.
Κι αυτό;
Γεωμετρία.
Και δεν μου λες, παρακαλώ, σε τι σας είναι χρεία;
Μετρά την γην.
Την κληρωτήν;
Όλην.
Τι λες, παιδί μου;
συμφέρει τέτοιο μάθημα για το καλό του Δήμου.
Ιδού κι ο χάρτης κάθε γης… εντεύθεν μεν Αθήναι.
Αμ δε; κανένας δικαστής παρών εδώ δεν είναι.
Να και χωριό των Αθηνών.
Και πού ’ναι Κικυννείς;
από τους συνδημότας μου δεν φαίνεται κανείς.
Νά τους εδώ κι οι χωρικοί…
μα κοίταξε μακράν εκεί
φαρδιά πλατιά την Εύβοια, τι μήκος και τι πλάτος!…
Ο Περικλής μαζί με σας την πήγε κατά κράτος.
Κι η Λακεδαίμων;
Νάτην να…
Πόσο κοντά μας στέκει!
φροντίστε να την πάτε σεις μίλια πολλά παρέκει…
Αυτό δεν είναι δυνατόν.
Κακή ψυχρή σας μέρα.
Μα πες μου τώρα ποιος αυτός, που κρέμετ’ εκεί πέρα;
Εκείνος.
Ποιος;
Ο δάσκαλος Σωκράτης.
Ε! Σωκράτη…
έλα και φώναξέ μου τον με μια φωνή γεμάτη.
Κράξε τον συ… δεν ευκαιρώ και μη μ’ απασχολείς.
Σωκράτη, Σωκρατάκη μου…
Θνητέ, τι με καλείς;
Και πρώτα σε παρακαλώ τι κάνεις αυτού πέρα;
Παρατηρώ τον ήλιον και τρέχω στον αέρα.
Πώς δεν τον βλέπεις απ’ τη γη, μα μέσ’ απ’ το καλάθι;
Πρεπόντως τα μετέωρα δεν ήθελα τα μάθει,
αν κρεμαστόν δεν άφηνα τον νουν μου στον αιθέρα
σμίγων την σκέψιν την λεπτήν με τον λεπτόν αέρα.
Αν δ’ εκ των κάτω τ’ άνωθεν ο νους περιεσκόπει
θ’ απέβαιναν ανωφελείς των ερευνών οι κόποι,
διότ’ η γη τραβά χαμαί με βίαν τον χυμόν
της σκέψεως ημών.
Τοιούτον και στα κάρδαμα παρόμοιον συμβαίνει
Πώς; ο χυμός της σκέψεως στα κάρδαμα πηγαίνει;
Αλλά κατέβα γρήγορα, Σωκράτη, να σε δω
να με φωτίσεις και γι’ αυτά, που μ’ έφεραν εδώ.
Τι θέλεις κι ήλθες στην Σχολήν;
Την γλώσσα να τροχίσω.
Για τόκους δανεισταί στρυφνοί με παίρνουν μπρος και πίσω
και μ’ αφαιρούν το πράμα μου…
Πώς σου’ λθε να το πάθεις;
Με τ’ άλογ’ αφανίστηκα, μα τώρα να με μάθεις
τον έν’ από τους λόγους σου, το πώς να μην πληρώσω,
κι ό,τι ζητείς μα τους Θεούς ευθύς θα σου το δώσω.
Σε ποιους θεούς ορκίζεσαι; για ποιους θεούς λαλείς
στους μύστας της Σχολής;
Τέτοιες μονέδες από μας κανείς δεν παραδέχεται.
Τι; μήπως των Βυζαντινών τις σιδερένιες έχετε;
Θέλεις τα θεία πράγματα να τα κατανοήσεις;
Ακούς εκεί!
Και με θεάς δικάς μας να μιλήσεις,
με τας Νεφέλας;
Μάλιστα.
Σε προσκαλώ λοιπόν
στην έδραν μας την ιεράν ν’ ανέβεις σιωπών.
Ιδού με.
Τώρα φόρεσε και τούτο το στεφάνι.
Τρέμω σαν τον Αθάμαντα θυσία μη με κάνει.
Αυτά προς όλους γίνονται τους μύστας της Σχολής.
Και τι θα βγάλω μ’ όλ’ αυτά;
Θα μάθεις να μιλείς,
θα φαίνεσαι πολύξερος και θα διδάσκεις τόσα
λεπτόνους όπως πάσπαλη και σαν ροδάνι γλώσσα.
Μα μη γυρνάς εδώ κι εκεί.
Καθώς το λες θα γίνω,
μ’ αυτά τα πασπαλίσματα μια πάσπαλη θα μείνω.
Ευφήμει και την δέησιν ν’ ακούσεις με σιγήν.
Αήρ αμέτρητε, κρατών μετέωρον την γην,
αιθήρ λαμπρέ, και σεις, Θεαί Νεφέλαι, που βροντάτε,
πηδήσετε μετέωροι και στον σοφόν πετάτε.
Μην τις φωνάξεις, δάσκαλε, προτού να τυλιχθώ
με τούτο μου το φόρεμα να μην καταβρεχθώ.
Ξέχασα και την σκούφια μου μαζί μου να την φέρω,
αλλά πού να το ξέρω.
Νεφέλαι πολυτίμητοι, φανείτε τώρα πλέον
σ’ αυτόν τον γηραλέον,
καν χιονώδεις κορυφάς Ολύμπων κατοικείτε
και βράχους ιερούς,
καν στου πατρός Ωκεανού τους κήπους συγκροτείτε
μετά Νυμφών χορούς,
καν εις τον Νείλον με χρυσάς υδρεύεσθε λαγήνους,
καν στους σκοπέλους κάθεσθε του Μίμαντος εκείνους,
όστις χιονοσκέπαστος εις πάσαν ώραν φαίνεται,
καν πέραν στην Μαιώτιδα την λίμνην παραμένετε,
δεχθείτε την θυσίαν μου, την δέησιν αυτήν,
κι εμφανισθείτε χαίρουσαι στον νέον μαθητήν.
|
|
|
|
|
|
Νεφέλαι σεις αιώνιαι, με την γοργήν μας πτήσιν
ας φέρομεν την δροσεράν κι ευκίνητόν μας φύσιν
εκ του πατρός Ωκεανού, των πόντων των ευρέων,
στας δενδροφύτους κορυφάς των υψηλών ορέων,
τ’ από μακράν φαινόμενα να θεωρώμεν μέρη,
και γην οπού παχύνεται, καρπούς δ’ αφθόνους φέρει,
και ποταμών κελάδημα μεγάλων κι ιερών
και πόντον ηχηρόν.
Λάμπει δ’ ο Φοίβος άγρυπνος παντού το φως του χύνων
δια χρυσών ακτίνων.
Μα τώρ’ ας αποσείσωμεν το νέφος, που σκεπάζει
την άφθαρτόν μας φύσιν,
κι ας ίδωμεν δι’ οφθαλμού, που τα μακράν κοιτάζει,
όλην την γύρω κτίσιν.
Ως σεις θεαί σεμνόταται, Νεφέλαι τ’ ουρανού,
ηκούσατε την δέησιν ικέτου ταπεινού.
Ήκουσες τώρα την φωνήν και την βροντήν συγχρόνως
που μούγγρισμα θεόσεπτον αφήκε βροντοφώνως;
Κι εγώ, Νεφέλες, σας τιμώ, και θέλω να βροντήσω,
και στις δικές σας τις βροντές με πόρδους ν’ απαντήσω,
αλλά πολύ τις σκιάζομαι και τις φοβούμαι τόσο,
που τώρα τούτη τη στιγμή
κι αν επιτρέπετε και μη
μπροστά σας θα κενώσω.
Μην περιπαίξεις αναιδώς, μη σκώψεις, αλλά σίγα,
μην είσαι σαν τους ποιητάς, που χρίονται με τρύγα.
Ευφήμει… πλήθος προς εδώ θεών ωραιοτάτων
κινείται μετ’ ασμάτων.
Κόραι, που φέρετε βροχήν,
με δρόμον έλθωμεν ταχύν
στην γην αυτήν την εύφορον της χώρας της Παλλάδος
ευάνδρου δε κι ερατεινής του Κέκροπος κοιλάδος,
όπου το σέβας ιερών αφράστων κι απορρήτων,
κι εις παναγίας τελετάς
προς μυουμένους λατρευτάς
ανοίγεται το τέμενος των μυστικών αδύτων,
όπου θεών χαρίσματα
και τόσα καλλωπίσματα,
αγάλματα περιφανή, λαμπροί ναοί μαρμάρων,
πομπαί και καλλιστέφανοι θυσίαι των μακάρων
και τέρψεις πανηγύρεων εις διαφόρους ώρας,
όταν δε πάλιν ο καιρός γελάσει της οπώρας,
τότε τα Διονύσια με κλήματ’ αμπελώνων,
τότε διαγωνίσματα χορών λιγυροφώνων,
και των αυλών η Μούσα
βαρύτονος ηχούσα.
Σωκράτη σε παρακαλώ, πες μου ποιες είν’ εκείνες;
απ’ όσα λεν μου φαίνονται σαν κάποιες ηρωΐνες.
Είν’ αι Νεφέλαι, των αργών θεότητες μεγάλαι,
που σήμερα και πάλαι
μας δίδουν νουν και φρόνησιν κι ευφράδειαν γοργήν,
και το παραλογίζεσθαι και το ψευδολογείν,
και τρόπον ν’ ανευρίσκομεν μ’ εντέχνους περιφράσεις
τον τόνον τον ανάλογον κατά τας περιστάσεις.
Για τούτο μόλις άκουσα τα λόγια των ανάσανα
κι εξέχασα τα βάσανα,
και θέλω να ψιλολογώ για τον καπνό και γι’ άλλα
ζητήματα μεγάλα,
γνώμη με γνώμη να κεντώ,
λόγια σε λόγια ν’ απαντώ,
κι αν δεν τους είναι δύσκολο να τις παρακαλέσεις
να ’λθουν εμπρός μου φανερά να πιάσω κάπως σχέσεις.
Κοίταξ’ εκεί στον Πάρνηθα πώς ήσυχα πηγαίνουν.
Δείξε μου πού ’ναι;
Νάτες να! Πολλαί πολλαί προβαίνουν
μέσ’ από δάση και κρημνούς, κι εκ των πλαγίων άλλαι.
Πώς δεν μπορώ να τις ιδώ;
Τα δυνατά σου βάλε
κι εκεί παρά την είσοδον προσήλωσε το μάτι.
Θαρρώ πως μόλις άρχισα να διακρίνω κάτι.
Μα τώρα καθώς φαίνονται θα τις ιδείς αλήθεια,
εκτός αν έχεις, άνθρωπε, τσίμπλες σαν κολοκύθια.
Ναι, ναι, τις βλέπω, σκέπασαν όλους τους γύρω τόπους.
Και συ δεν ήξευρες θεαί πως είναι στους ανθρώπους;
Εγώ τις νόμιζα καπνό, δροσιά και πάχνη μόνο.
Αλλ’ ήξευρε μα τους θεούς κι εγώ σε βεβαιώνω
πως τρέφουν σοφιστάς αυταί πολλά σοφιζομένους,
πολυτεχνίτας ιατρούς, προφήτας εμπνευσμένους,
και μακρομάλληδες αργούς, που χάσκουν με στολίδια,
κι ακόμη και τα νύχια των φορτώνουν δακτυλίδια,
χορών κυκλίων χορευτάς
και διθυράμβων ποιητάς,
που με στροφών τσακίσματα τους ύμνους των στολίζουν,
κι όσους με τα μετέωρα το πλήθος φενακίζουν.
Εκείναι τρέφουν τους αργούς και πάντα τους συντρέχουν
διότι τας θεοποιούν και Μούσας των τας έχουν.
Για τούτο τραγουδούν πολλαίς
μπουμπουνισμένες κεφαλές.
«Ω! των υγρών των Νεφελών, όπου τον ήλιο σκιάζει
τ’ ορμητικό των τρέξιμο κι ο κόσμος συννεφιάζει.
Ω! του Τυφώνος του φρικτού τρομακτικά πλεξίδια,
που ’χει κεφάλες εκατό γεμάτες από φίδια.
Ω! τρικυμίες άγριες τρελλοφυσομανούσες,
ω! σεις αέρινες, υγρές, αεροκολυμπούσες,
όρνια με νύχια σουβλερά,
νεροποντές και δροσερά
δροσάτων Νεφελών νερά».
Γι’ αυτές τις μούρλες που’ λεγαν περιδρομιάζαν μ’ άλλους
τσίχλες, παχιά πουλερικά, σπαρταριστούς κεφάλους.
Και τάχα δεν τους άξιζε;
Κι αν τούτες που με σκιάζουν
Νεφέλες είναι, δάσκαλε, πώς με γυναίκες μοιάζουν;
Πές μου σαν τι σου φαίνονται;
Δεν ξέρω και καλά,
θαρρώ πως είναι πούπουλα, που ξεπετούν ψηλά,
μα διόλου δεν μου φαίνονται γυναίκες σαν τις άλλες,
αυτές και μύτες έχουνε μια πιθαμή μεγάλες.
Εις ό,τι τώρα σ’ ερωτώ ν’ αποκριθείς…
Τι θέλεις;
Δεν έτυχε ποτέ να δεις σχηματισμόν νεφέλης
ως κένταυρον, ως πάρδαλιν, καν λύκον, καν και βόδι,
καν άλλα θηριώδη;
Και τι με τούτο;… δώσε μου καλά να καταλάβω,
γιατί δεν πήρα κάβο.
Ό,τι κι αν θέλουν γίνονται και παίρνουν όψιν άλλην…
κι αν μεν ιδούν παιδεραστήν δασύν και μακρομάλλην,
καθώς εκείνο δηλαδή
του Ξενοφάντου το παιδί,
σαρκάζουν την ασέλγειαν των εραστών των λάβρων
κι αμέσως τότε φαίνονται με την μορφήν κενταύρων.
Αλλ’ όταν κάποιον απαντούν με χέρια καθαρά,
που χώνει στα δημόσια τα δυο του τα ξερά,
σαν τον γνώστόν τον Σίμωνα, τότε γι’ αυτόν τι κάνουν;
Τότε του Σίμωνος αυτού την φύσιν προσλαμβάνουν,
κι αμέσως λύκου πρόσωπον μας δείχνουν ειδεχθές.
Για τούτο τον Κλεώνυμον σαν είδαν χθες προχθές,
που την ασπίδα πέταξε κι εδούλεψε ποδάρι,
ευθύς ελάφια γίνηκαν γι’ αυτόν τον φοβιτσάρη.
Τώρα γυναίκες έγιναν γιατ’ είδαν τον Κλεισθένη.
Χαίρετε, παμβασίλισσες, κι ει δυνατόν να γένει,
βγάλτε για μένα μια τρανή,
μιαν ουρανόφθαστη φωνή.
Χαίρε, χαίρε, γεροντάκι της αρχαίας εποχής,
όπου λόγους φιλομούσους κυνηγάς και νουνεχείς,
χαίρε, λειτουργέ και συ λεπτοτάτης φλυαρίας
και πειθούσης ρητορείας,
που τοσούτον μας τιμάς…
πες τι θέλεις από μας;…
Άλλον εκ των σοφιστών δεν ακούομεν κανένα,
ή τον Πρόδικον και σένα,
τούτον μεν, ότι κοσμείται με σοφίας αρετήν
και με φρένα συνετήν,
συ δε πάλιν ότι βαίνεις αγερώχως εν οδώ,
και τα μάτια σου τα στρέφεις πότ’ εκεί και πότ’ εδώ,
σοβαρεύεσαι για μας, κι εις πολλά κακά και κόπους
υποβάλλεσαι γυμνόπους.
Ω Γη, τι λόγος ιερός, σεμνός, φρικτός, τρομάρα.
Αυταί και μόνον αι Θεαί, παν άλλο κουταμάρα.
Και πώς; Τον Δία, δάσκαλε, Θεόν δεν τον νομίζεις;
Τι Ζευς και Ζευς; δεν είναι Ζευς, και μη τσιλιμπουρδίζεις.
Τότε ποιος βρέχει, δάσκαλε;… τούτο για πες μου πρώτα.
Αυταί, και τούτο γρήγορα προς σε τον κεχηνότα
θα τ’ αποδείξω μ’ εύκολα σημεία και τρανά…
τον είδες τον Ολύμπιον να βρέχει πουθενά
χωρίς εκείναι στην βροχήν να φαίνονται παρούσαι;
αλλέως, αν αυτός ο Ζευς μονάχος ημπορούσε
να στέλλει κάτω τας βροχάς, των όμβρων τας θυέλλας,
τότε συχνά θα βλέπαμε βροχήν χωρίς νεφέλας.
Μα τον Θεόν Απόλλωνα, τα ’πες πολύ καλά
με λόγια στρογγυλά.
Κι εγώ θαρρούσα πως ο Ζευς, που τους κακούς βαρεί,
μέσ’ από κάποιο κόσκινο τον κόσμο κατουρεί.
Μα ποιος εκείνος, που βροντά στους ουρανούς απάνω;
τούτο με κάνει, δάσκαλε, να τρέμω, να τα χάνω.
Αυταί με κατρακύλημα μουγγρίζουν τρομεραί.
Μα πώς; εξήγησέ μου το, Σωκράτη τολμηρέ.
Οπόταν με πολύ νερό γεμίσουν κρεμασμέναι
κι αναγκασθούν να κινηθούν με τούτο φορτωμέναι,
βαρείαι συγκρουόμεναι τας μεν αι δε σκουντούν
και σπάζουν και βροντούν.
Ο Ζευς δεν κάνει να κυλούν με βρόντο δυνατό;
Ο Σίφουνας.
Ο Σίφουνας; δεν το ’ ξερα κι αυτό
πως για Θεός ο γερο-Ζευς σαν πρώτα δεν περνά,
κι ο Σίφουνας τον έδιωξε και τούτος κυβερνά.
Όμως δεν μου ’πες τίποτα για την βροντή, σοφέ.
Και πώς λοιπόν; δεν άκουσες σαν έλεγα, κουφέ,
πως φορτωμέναι με νερό τας μεν αι δε σκουντούν,
κι ένεκα της πυκνότητος με πάταγον βροντούν;
Μα πώς; απόδειξέ μου το φως φανερά να ξέρω.
Εις τούτο σε τον ίδιον απόδειξιν θα φέρω.
Όταν ’στα Παναθήναια μετ’ απληστίας τόσης
από ζουμί φουσκώσεις,
μέσ’ στην κοιλιά σου χαλασμός δεν γίνεται μεγάλος
και δυνατών γουργουρητών δεν την σαλεύει σάλος;
Πολλά μα τον Απόλλωνα παθαίνω στη στιγμή,
και με ταράζει και βροντά και σκούζει το ζουμί,
παξ στην αρχή σιγά σιγά, διπλό παππάξ αργότερα,
κι ύστερα πάλι παπαππάξ ακόμη δυνατότερα,
κι όταν κατόπιν, δάσκαλε, το χεζουριό με πιάνει
Τωόντι παπαππάξ παππάξ σαν τις Νεφέλες κάνει.
Σκέψου λοιπόν τι γίνεται κι ο νους σου να το κρίνει,
αν μια κοιλίτσα τόση δα τέτοιες πορδές αφήνει,
δεν είναι φυσικότατον ο γύρω μας αέρας,
οπού δεν έχει πέρας,
με τόσον γδούπον να βροντά καθ’ όλα του τα μέρη;…
για τούτ’ ο πόρδος της βροντής ποσώς δεν διαφέρει.
Κι ο κεραυνός πώς γίνεται, που ’ναι φωτιά μονάχη,
και κατακαίει μονομιάς όποιον εμπρός του λάχει,
και τσουρουφλούν τους ζωντανούς τα φλογερά του βέλη;
τούτον ο Ζευς φως φανερά στους επιόρκους στέλλει.
Και πώς, μωρέ, κρονόληρε, και χρόνων παμπαλαίων
κουφάρι γηραλέον,
τους επιόρκους αν κτυπά με φλόγ’ ανελεήμονα,
πώς Θέωρον δεν έκαυσε, Κλεώνυμον και Σίμωνα,
αφού κι οι τρεις εδείχθησαν επίορκοι μεγάλοι,
μα τους ιδίους του ναούς, το Σούνιον προσβάλλει,
κι όλας τας δρυς τας υψηλάς;… τι του ’ρχεται, κουτέ,
αφού και δρυς επίορκος δεν γίνεται ποτέ;
Ξέρω κι εγώ… μου φαίνεται πως ομιλείς με νου,
μα δίδαξέ με, δάσκαλε, περί του κεραυνού.
Όταν εις ταύτας άνεμος ξηρός κατακλεισθεί
σαν φούσκα μέσα τας φυσά, κι οπόταν πιεσθεί
τας σπάζει συμπυκνούμενος και λάβρος έξω χύνεται,
κι εκ του τριγμού και της ορμής πυρ μοναχός του γίνεται.
Εις τα Διάσια κι εγώ την έπαθα, Σωκράτη…
έψηνα τότε μια κοιλιά με κοπριές γεμάτη,
μα να την σχίσω ξέχασα, κι εκείν’ η σιχαμένη
φυσούσε φουσκωμένη,
ως που με κρότο ξέσπασε κι εγίνηκε κομμάτια
και μου ’καψε κι ετσίρλισε και πρόσωπο και μάτια.
Άνθρωπε, που τόσον θέλεις κι αληθώς επιθυμείς
την σοφίαν την μεγάλην να σου μάθωμεν ημείς,
πόσον θα γενείς ευδαίμων εν τω μέσω των Ελλήνων
και των Αθηναίων όλων, αν κρατείς των ανθρωπίνων,
αν καθόλου μήτε στάσις μήτε δρόμος σε κουράζει,
μήτε ψύχος σε πειράζει,
αν πολύ φαγάς δεν είσαι
κι εις φαγί λιτόν αρκείσαι,
αν επιμελώς απέχεις οίνου, μέθης, γυμνασίων,
και μωρών αφροδισίων,
κι αν ως κάλλιστον νομίζεις τούτο, που φρονεί καθείς
δεξιός ανήρ κι ευθύς,
με την σκέψιν και την πράξιν να νικάς τους αντιπάλους,
και την γλώσσαν έχων όπλον να τους καταντάς αλάλους.
Όσο γι’ ακούραστη ψυχή και σκέψεις και φροντίδες,
που δεν αφήνουν εύκολα ν’ απλώνεις τις αρίδες,
όσο για δύστυχη κοιλιά, που να βαστά στον πόνο
και φτωχικά να τρέφεται με λάχανα και μόνο,
σας δίνω το κουφάρι μου να μου το βασανίσετε
και σαν αμόνι γύφτικο να μου το κοπανίσετε.
Λοιπόν ομνύεις πως Θεόν δεν προσκυνείς κανένα,
εκτός εκείνων, που σ’ εμάς χαρίζουν νουν και φρένα;
να! τας Νεφέλας δηλαδή, το χάος και την γλώσσαν,
αυτά τα τρία μοναχά, τριάδα κυβερνώσαν;
Ω! ναι, στους άλλους τους Θεούς ποτέ δεν θα μιλήσω
κι αν μπρος τους απαντήσω,
κάθε θυσία και σπονδή για τούτους θα την πάψω,
μήτε λιβάνι σαν και πριν στη χάρι των θα κάψω.
Και τι γυρεύεις; λέγε μας… ευδαίμων θα φανείς
αν θέλεις να ’σαι λόγιος κι ημάς αν προσκυνείς.
Εκατό σταδίους μόνο σας παρακαλώ, Νεφέλες,
τους λογάδες της Ελλάδος να περνώ στις παπαρδέλες.
Θα σου κάμωμεν προθύμως ό,τι ταπεινώς ζητείς,
κι από σήμερα με γνώμας δεν θα βγαίνει νικητής
κανείς άλλος εις τον Δήμον
σαν και σένα πανδαήμων.
Όχι, γνώμες μη μου λέτε, δεν χρειάζονται σ’ εμένα,
εγώ θέλω μόνον ένα,
πώς να τα στρεψοδικήσω
και τα χρέη να γλιστρήσω.
Ό,τι θέλεις θα σου γίνει, πόθους δεν ποθείς μεγάλους,
πλην με θάρρος παραδώσου στους δικούς μας τους δασκάλους.
Αφού τώρα σας πιστεύω και πολύ σας εκτιμώ,
υπακούω στην ανάγκη, που μου σφίγγει το λαιμό
εξ αιτίας των αλόγων και των δίφρων και του γάμου,
που με τούτον έχω χάσει και τα μαλλοκέφαλά μου.
Ας με κάνουν ό,τι θέλουν, το κορμί μου τους αφήνω,
κι ας βουρλίζονται μ’ εκείνο,
ας μου γδάρουν το τομάρι και καθείς ας το κτυπά,
ας με δέρνει πείνα, δίψα, κρύο, ζέστη, και λοιπά,
μια τα χρέη να ξεφύγω κι ας φανώ πομπή των δρόμων,
πρωτοψεύστης δίχως τσίπα, κινητό βιβλίο νόμων,
πρωτομάστορης σε λόγια, δικογνώστης, κατεργάρης,
τολμηρός, γλωσσοκοπάνα, μαλαγάνα, καυχησιάρης,
βρωμολέρα, περιπαίκτης, φόρτωμα, φρικτός, λιμάρης,
γλιστερός, καλπομονέδα, και πολύγνωμος σαλιάρης.
Όταν μ’ απαντούν μπροστά των ας με λούζουν δυνατά
με χειρότερ’ απ’ αυτά,
μα την Δήμητρα, σαν θέλουν, ας με κάνουν έτσι κι έτσι,
κι ας προσφέρουν στους δασκάλους τ’ άντερά μου κοκορέτσι.
Φρόνημα γενναίον έχεις, μα και πρόθυμον συγχρόνως,
κι αποφαίνεσαι σωφρόνως.
Κι όταν όλ’ αυτά τα μάθεις παρ’ ημών επιμελώς,
τούτο γνώριζε καλώς
πως λαμπράς θα τύχεις δόξης…
Τι θα πάθω;
Δι’ αυτών
θ’ αποκτήσεις ένα βίον διά πάντα ζηλευτόν.
Τάχα θα το δω ποτέ μου;
Θαυμαστός θα γίνεις τότε,
που στας θύρας σου θα τρέχουν οι των λόγων θιασώται,
και θα θέλουν άρον άρον μετά σου να συζητούν
κι εις πολλά θα σ’ ερωτούν,
συσκεπτόμενοι μαζί σου τόσας δίκας τιμαλφείς
με την πείραν και την γνώσιν της φρενός σου της σοφής.
Όμως άρχισε, πρεσβύτα, που θεοποιείς ημάς,
να διδάσκεις τον πρεσβύτην και να κάμεις δοκιμάς,
και τον νουν του να κεντήσεις με τον πόθον της σπουδής
και την γνώμην του να δεις.
Λέγε λοιπόν τους τρόπους σου να μάθω τους ποικίλους,
και τότε νέας μηχανάς να φέρω καταλλήλους.
Τι σκέπτεσαι για τους Θεούς; θα βάλω τις φωνές…
μη φρούριο μ’ ενόμισες και θέλεις μηχανές
να στήσεις κατεπάνω μου;
Μη φλυαρείς, βουβάσου,
θέλω να μάθω κατ’ αρχάς καμπόσα φυσικά σου.
Έχεις καλόν μνημονικόν;
Διπλό και παραπάνω,
δεν λησμονώ σαν μου χρωστούν, μα σαν χρωστώ ξεχάνω.
Στο λέγειν δεν αισθάνεσαι ροπήν, ελεεινέ;
Στο λέγειν όχι, δάσκαλε, στο μη πληρώνειν ναι.
Και πώς θα μάθεις;
Έννοια σου και δεν θα λυπηθείς.
Λοιπόν τον νου σου, πρόσεχε ν’ αρπάξεις παρευθύς
ό,τι για τα μετέωρα, καν και για τίποτ’ άλλο,
σοφόν θα σου προβάλω.
Πως; την σοφία, δάσκαλε, θ’ αρπάξω σαν σκυλί;
Άνθρωπος είσαι βάρβαρος κι αγράμματος πολύ,
και βλέπω ξυλοφόρτωμα πως θέλεις, κακομοίρη…
πλην έλα τώρα να μου πεις, όταν κανείς σε δείρει,
τι κάνεις τότε;
Δέρνομαι κι ύστερ’ από το ξύλο
αμέσως μάρτυρας καλώ για να τον καταγγείλω,
κι ύστερα πάλι, δάσκαλε, με μια παρουσιάζομαι
μπροστά στο Δικαστήριο κι αυθημερόν δικάζομαι.
Έλα, χωρίς ν’ αργοπορείς το φόρεμά σου βγάλε.
Έκανα τίποτα κακό, φιλόσοφε μεγάλε;
Όχι, πλην όσοι της Σχολής μανθάνουν το μυστήριον
εισέρχονται κατ’ έθιμον γυμνοί στο φροντιστήριον.
Όμως εγώ δεν έρχομαι να ψάξω…
Μη φλυάρει,
μα βγάλ’ ευθύς το φόρεμα και γδύσου, ξεκουτιάρη.
Αν όμως είμ’ επιμελής και πρόθυμος μαθαίνω
με ποιον από τους μαθητάς παρόμοιος θα γένω;
Του Χαιρεφώντος όμοιος θα γίνεις…
Συφορέλια μου!
θα φαίνομαι του Θανατά και θα λυγούν τα σκέλια μου.
Σιώπα, κάνε γρήγορα και πίσω μου περπάτει.
Μα δος μου πρώτα να κρατώ μελόπιτα, Σωκράτη,
και σκιάζομαι να κατεβώ σε τούτο το κατώγι
σαν να ’ναι το Τροφώνιον…
Σκασμός, αρκούν οι λόγοι,
και μη σκυφτός χρονοτριβείς και βλέπεις γύρω γύρω,
προχώρει μη σε δείρω.
Πήγαινε λοιπόν, ω γέρων,
αγαλλόμενος και χαίρων
δι’ αυτήν σου την ανδρείαν, κι ευτυχής ας είναι μόνος
όστις όταν εις το γήρας πλησιάσει το βαθύ,
με τα πράγματα τα νέα συμμορφώνεται συγχρόνως
και παιδεύεται κι ασκείται με σοφίαν αληθή.
Τον Διόνυσον ομνύω, που μ’ ανέθρεψε ποτέ,
πώς με θάρρος κι ελευθέρως θα λαλήσω, θεαταί,
κι είθε να φανώ σοφός, νικητής στους αντιπάλους,
όπως θεατάς κι εγώ σας νομίζω φιλοκάλους,
κι ενωτίσθητε σεις πρώτοι, θεαταί γραμματισμένοι,
την παρούσαν κωμωδίαν, που ’ναι τέλεια γραμμένη,
πλην μ’ επότισε πικρίας κι είχα φύγει χολωμένος
ένεκα κριτών αδίκων παρ’ αξίαν νικημένος.
Δι’ αυτά παραπονούμαι προς σας όλους τους εγκρίτους,
που προς χάριν σας αγώνας ηγωνίσθην πολυτρύτους,
μα ποτέ δεν θα προδώσω τους σοφούς μου κριτικούς
και δεν θα τους πω κακούς,
κι από τότε, που κριταί κι άνδρες λόγου και σπουδών
έκριναν τον Σώφρονά μου,
και τον Καταπύγωνά μου
μετ’ επαίνων αφειδών,
επειδή δε νέος ήμουν και παρθένος τρυφερά
και δεν έπρεπε να κάμω τοκετόν στα φανερά,
τους εξέθεσα σαν νόθα, πλην κατ’ εύνοιαν της μοίρας
σ’ άλλης κόρης ήλθαν χείρας,
και σεις πάντες ως αρίστους τους εκρίνατε στην πάλην·
από τότε πίστιν τρέφω προς την κρίσιν σας μεγάλην.
Τώρα δε σαν την Ηλέκτραν η παρούσα κωμωδία
ήλθε θεατάς ν’ ανεύρει σοφωτάτους εν παιδεία,
κι αληθώς εντός του πλήθους θα τους εύρει του σοφού
αν ιδεί σαν την Ηλέκτραν τους βοστρύχους αδελφού.
Και σκεφθείτε πόσον είναι στα σεμνά συνηθισμένη,
που δεν ήλθε με το πέος το δερμάτινον ζωσμένη,
παχύ, κόκκινον εις τ’ άκρα, να το βλέπουν παιδαρέλια
να λιγώνονται στα γέλια,
μήτε κόρδακα δεν σύρει, μήτε σκώπτει φαλακρούς
να φαιδρύνει τους μικρούς,
μήτε και κανένας γέρος, όταν στίχους τραγουδεί,
τον πλησίον του παρόντα δεν ξυλίζει με ραβδί
να σκεπάσει με το ξύλο σιχαμένα χωρατά,
μήτε δάδας δεν βαστάζει, μήτε σκούζει δυνατά,
μόνον δε στον εαυτόν της και στους στίχους της θαρρεί
και θαρρούσα προχωρεί.
Κι αν τοιούτος ποιητής δεν φουσκώνω δι’ αυτό,
μήτε σας, ω θεαταί, ν’ απατήσω δεν ζητώ,
μήτε τας αυτάς ιδέας δεν εισάγω κατά κόρον,
άλλ’ ευρίσκω πλούτον νέων, δεξιών και διαφόρων.
Και τον Κλέωνα, σαν είχε την ισχύν του την μεγάλην,
τον μαστίγωσ’ άνευ οίκτου
δια γλώσσης αμειλίκτου,
πλην αυτόν αποθανόντα δεν εκτύπησα και πάλιν.
Εν τοσούτω, θεαταί,
άλλοι πλείστοι ποιηταί
τον Υπέρβολον πατούν, τον κλωτσούν εις την γαστέρα,
του κτυπούν και την μητέρα,
μόλις έδωσε κι εκείνος αφορμήν κατηγορίας
ένεκα λαθροχειρίας.
Ο μεν Εύπολις αχρείως δίχως κόκκον εντροποής
καταστρέψας και στρεβλώσας τους δικούς μας τους Ιππής
πρώτον πρώτον στην σκηνήν έφερε τον Μαρικά,
και μέσ’ στ’ άλλα κωμικά
έβαλε γριά μεθύστρα μόνον χάριν του χορού,
μα κι ο Φρύνιχος την είχε σ’ ένα δράμα προ καιρού
και καθώς την Ανδρομέδα την κατάπινε το ψάρι…
τον Υπέρβολον ως θέμα κι Έρμιππος τον είχε πάρει,
κι άλλοι συγγραφείς δραμάτων
τούτον έχουν στήριγμά των,
και μιμούνται τας εικόνας, που ’χα κάμει με τα χέλια.
Όστις το λοιπόν με τούτους ξεκαρδίζεται στα γέλια
αυτός τέρψιν ας μη βρίσκει παντελώς στα σκώμματά μου,
αν δ’ ευφραίνεσθε μ’ εμένα και με τα ποιήματά μου,
εις το μέλλον θα φανείτε
πως ορθότατα φρονείτε.
Σύρω χορόν μεγάλον,
εξ όλων δε των άλλων
πρώτα καλώ τον Ζήνα, μόνον Θεών δεσπότην,
των ουρανών οικούντα την κορυφήν την πρώτην,
μα και τον Ποσειδώνα τον τόσον κρατερόν,
φύλακα της τριαίνης,
όστις της οικουμένης
αναμοχλεύ’ ηπείρους και πόντον αλμυρόν.
Και τον μεγαλόδοξον και σεμνόν αέρα,
όντως ζωοπάροχον και πνοής πατέρα,
και κατόπιν του φωτός τον θεόν εκείνον,
που της γης κρατεί με φως χρυσαυγών ακτίνων
έκλαμπρος ηνιοχών ίππους ακαμάτους,
θεός μέγας στους θνητούς και στους αθανάτους
Θεαταί μεστοί σοφίας να προσέξετε καλά,
και προς σας παράπονά μας θ’ αναφέρωμεν πολλά.
Αν κι εμείς σας συντηρούμεν, πλην σκληρώς μας αδικείτε,
κι αν αυτήν εδώ την πόλιν, την οποίαν κατοικείτε,
περισσότερον εξ όλων ωφελούμεν των Θεών,
ημάς μόνον αναξίας θεωρείτε θυσιών.
Όταν κάμνετ’ εκστρατείας όπως όπως δίχως νου,
ψιχαλίζομεν, βροντώμεν ηχηρώς εξ ουρανού,
κι όταν τον θεομισή Παφλαγόνα βυρσοδέψην
εξελέξατε ποτέ στρατηγόν σας δίχως σκέψιν,
εσκοτίσθη παρευθύς η των ουρανών αιθρία,
κι άλλα, θεαταί, δεινά σάς εφέραμεν μυρία,
κι έτριξε μετ’ αστραπής μια βροντή, μα κι η Σελήνη
δρόμον άλλαξε κι εκείνη,
ο δε Φοίβος ο μαρμαίρων, ο δεσπότης του φωτός,
τα μεγάλα του φιτίλια τα συμμάζεψε κι αυτός,
κι είπε πως δεν θα φωτίσει
αν ο Κλέων στρατηγήσει.
Όμως πρώτος εξελέγη μεταξύ των στρατηγών
ο μεγάλος Παφλαγών,
επειδή και τρέχει φήμη πως δεν έχετε μυαλό
κι οι θεοί τα σφάλματά σας πως τα βγάζουν σε καλό.
Θα σας δείξωμεν δ’ ευκόλως πόσον θα κερδίσ’ η χώρα
όταν τούτο γίνει τώρα.
Αν τον Κλέωνα τον γλάρον
συλλαβόντες άρον άρον
ένεκα των διαφόρων
λαθροχειριών και δώρων,
δέσετε σφικτά στο ξύλον τον λαιμόν του τον σκληρόν,
κι αν ποτέ κανένα σφάλμα διεπράξατε μωρόν,
τούτο πάλιν εις την πόλιν όπως πρώτα θα συντείνει
μέγα τι καλόν να γίνει.
Άναξ της Δήλου Φοίβε, πάλιν ελθέ προς ύμνους,
οπού της Κύνθου ράχεις κρατείς υψηλοκρήμνους,
και συ, που της Εφέσου κατέχεις τον ναόν,
τον πάγχρυσον εκείνον, τον όντως αγλαόν,
και σε τιμούν αξίως αι της Λυδίας κόραι,
και συ, Θεά δική μας, παρθέν’ αιγιδοφόρε,
εσύ της χώρας ταύτης προστάτις Αθηνά,
που πάντοτε την σώζεις απ’ όλα τα δεινά,
και συ, μεγάλε Βάκχε, που μαίνεσαι φρενήρης
με τρελλοπανηγύρεις,
κι εξέχων αναμέσον των Δελφικών Μαινάδων
στον Παρνασσόν αστράπτεις με φως πυρσών και δάδων.
Όταν προς αυτήν την πόλιν ο χορός μας εξεκίνει
μας ευρήκε κατά τύχην εις τον δρόμον η Σελήνη,
και παρήγγειλε να πούμε χαιρετίσματα πολλά
και προς σας και τους συμμάχους, κι όλοι να ’σαστε καλά.
Κι έπειτα μας είπεν ότι την θυμώνετε πολύ,
αν και μ’ έργα κι όχι λόγια φανερά σάς ωφελεί.
Πρώτα σε δαδί τον μήνα μια δραχμή κερδίζετε,
όπως το γνωρίζετε,
κι όταν βγαίνετε το βράδυ, τότε λέτε στο παιδί:
«το φεγγάρι μάς φωτίζει, μην ξοδεύεις για δαδί».
Φέρει κι άλλας ωφελείας, όμως σεις την σκάνετε,
και των ημερών την τάξιν άνω κάτω κάνετε,
κι οι Θεοί σας κάθε τόσο την Σελήνην φοβερίζουν,
όταν νηστικοί γυρίζουν,
και δεν φεύγουν χορτασμένοι με θυσίαν λιπαράν
σύμφωνα με τας ημέρας και την πρέπουσαν σειράν.
Κι όταν θέλωμεν θυσίας, σεις δεν θυσιάζετε,
μα στρεβλώς δικάζετε,
όταν δε τον Σαρπηδόνα και τον Μέμνονα πενθούμεν
και νηστεύομεν απ’ όλα δι’ εκείνους κι ασιτούμεν,
σεις προσφέρετε θυσίας κι η καρδούλα σας ανοίγει…
δι’ αυτά σαν είχε λάχει στον Υπέρβολον να φύγει
φετεινός Ιερομνήμων, ανηρπάγη παρ’ ημών
εξ αυτής της κεφαλής του το στεφάνι με θυμόν,
επειδή μ’ αυτόν τον τρόπον αναγκαίον θα νομίσει
με την τάξιν της Σελήνης την ζωήν να κανονίσει.
Μα τον Αέρα, την Πνοήν, το Χάος, την Τριάδα,
τοιούτον άνδρα βάναυσον ποτέ μου δεν ξανάδα,
κι απαίδευτον κι ανόητον, που τόσον να ξεχάνει,
και μόλις πράγματα μικρά κι ασήμαντα μανθάνει,
προτού τα μάθει τα ξεχνά… Μα τώρ’ ας τον φωνάξω
εκτός της θύρας εις το φως να βγει να τον διδάξω.
Ε! Στρεψιάδη, σε καλώ να βγεις με το κρεβάτι.
Μα δεν μ’ αφήνουν, το κρατούν οι κόρυζες, Σωκράτη.
Βάλε το κάτω γρήγορα κι άκου με προσοχή.
Ιδού με.
Λέγε τι ποθείς να μάθεις στην αρχή
απ’ όσα δεν σ’ εδίδαξα κι απ’ όσα συ κανένα
δεν έχεις μαθημένα.
Καν έπη θέλεις, καν ρυθμούς, καν μέτρα; πες μια γνώμη
Ναι για τα μέτρα μάθε με, γιατί προχθές ακόμη
δυο χοίνικας μου σούφρωσε κάποιος κλεφτοψωμάς.
Όμως εγώ σ’ ερώτησα τι μέτρον προτιμάς;
τρίμετρον ή τετράμετρον;
Το πιο καλό για ’μένα
είναι των έξη το μισό…
Λόγια μιλάς χαμένα.
Μαζί μου τώρα, δάσκαλε, συμφώνησε και κρίνε
αυτό των έξη το μισό τετράμετρο πως είναι.
Πόσον αγροίκος φαίνεσαι και δυσκολομαθής!
έτσι θα μάθεις τους ρυθμούς; άιντε να μου χαθείς.
Μα δεν μου λες, για το ψωμί
θα μ’ ωφελήσουν οι ρυθμοί;
Πρώτον θα φαίνεσαι κομψός κι εντύπωσιν θα κάνης
εν μέσω συναναστροφών, και θα καταλαμβάνεις
από τους τρέχοντας ρυθμούς σαν να’ σαι μουσικός
ποίος ο κατά δάκτυλον, τις ο πολεμικός.
Ποίος ο κατά δάκτυλον;
Ναι, μα τον Δία.
Ξέρω.
Πες μου.
Ποιος άλλος απ’ αυτόν τον δάκτυλό μου, γέρο;
αλλά σαν ήμουνα παιδί τούτος εδώ που βλέπεις.
Είσ’ επιπόλαιος πολύ και προς τ’ αχρεία ρέπεις.
Δεν θέλω τίποτ’ απ’ αυτά, γέρο συφοριασμένε.
Αμέ τι θέλεις το λοιπόν;
Εκείνο πώς τον λένε,
θέλω τον λόγον να μου πεις, αυτόν τον αδικότατον.
Μα πριν εκείνου χρήσιμον θαρρώ κι αναγκαιότατον
ποια τ’ άρρενα τετράποδα να μάθεις κατά βάθος.
Αν το μυαλό δεν μου’ φυγε τα ξέρω δίχως λάθος,
ταύρος και τράγος και κριός κι αλεκτρυών και σκύλος.
Βλέπεις τι λάθος, άνθρωπε, διέπραξες προδήλως;
Αλεκτρυόνα γενικώς αποκαλείς αμφότερα,
κι αρσενικόν και θηλυκόν.
Πώς; μίλα καθαρώτερα.
Αλεκτρυών κι αλεκτρυών.
Ναι μα τον Ποσειδώνα.
Πώς πρέπει τάχα να το ’πώ;
Ποσώς αλεκτρυόνα.
Εκείνην αλεκτρύαιναν κι αλέκτορα τον άλλον.
Τρις εύγε σου μα την πνοήν, ω πρώτε των δασκάλων.
Μόνον γι’ αυτό το μάθημα μ’ αλεύρι θα γεμίσω
την αδειανή σου Κάρδοπο για να σ’ ευχαριστήσω.
Ορίστε, προς τοις άλλοις
και κατά τούτο σφάλλεις.
Την Κάρδοπον την θηλυκήν
εσύ την λες αρσενικήν.
Πώς δηλαδή την Κάρδοπον αρσενικήν καλώ;
Να, σαν να λες Κλεώνυμος.
Μα πώς, βαθύ μυαλό;
Κλεώνυμος και Κάρδοπος σημαίνουν ένα γένος.
Αλλ’ όμως ο Κλεώνυμος ο κακομοιριασμένος
ποτέ δεν είχε Κάρδοπον να πούμε δηλαδή,
μα τα ψωμιά του ζύμωνε σε στρογγυλό γουδί.
Λοιπόν πώς πρέπει του λοιπού να την καλώ, Σωκράτη;
Ιδού Καρδόπην λέγε την ωσάν να λες Σωστράτη.
Λοιπόν Καρδόπην;
Μάλιστα, την λέγεις θηλυκήν
κατά την λογικήν.
Έτσι θα ’ναι, Κλεωνύμη και Καρδόπη…
Περιπλέον
κι εκ των άλλων ονομάτων των αρρένων και θηλέων
είν’ επάναγκες να μάθεις ποία μεν τ’ αρσενικά,
ποία δε τα θηλυκά.
Αμ’ τα ξέρω και τα ξέρεις… από θηλυκά σωρεία…
Λύσιλλα και Κλειταγόρα, Φίλιννα και Δημητρία.
Αμ’ αρσενικά;
Χιλιάδες, ο Φιλόξενος, και τ’ άλλα,
Μελησίας, Αμυνίας…
Πλην, μωρέ χοντροκέφαλα,
τούτ’ αρσενικά δεν είναι…
Σε σας τέτοια δεν περνούν;
Ως τοιαύτα στην Σχολήν μας μηδαμώς δεν τα φρονούν,
επειδή τον Αμυνίαν καθ’ οδόν αν συναντήσεις
πώς αυτόν θα προσφωνήσεις;
Πώς; να πώς… έλ’ Αμυνία, που σε θέλω…
Τι λαλείς;
βλέπεις πως την Αμυνίαν την γυναίκα προσκαλείς;
Και δικαίως, δάσκαλέ μου,
όταν σε καιρούς πολέμου
δεν πηγαίνει στρατιώτης… πλην αυτά τι να τα κάνω,
που νερό τα ξέρουν όλοι;… τον καιρό μου μόνο χάνω.
Τίποτα κανείς δεν ξέρει• τώρα πέσε και σκεπάσου
στο κρεβάτι…
Τι να κάνω;
Να σκεφθείς για τα δικά σου
Μα θα σε παρακαλέσω
στο κρεβάτι να μην πέσω,
αλλ’ αν πρέπει να ξαπλώσω, να μ’ αφήσεις εδώ χάμω
κάθε σκέψι μου να κάμω.
Όπως είπα και θα γίνει…
Τι θα πάθ’ ο δυστυχής
σήμερα με τους κορέους…
Σκέπτου μετά προσοχής,
και δοκίμαζε και βλέπε
κι εις πολλά τον νουν σου τρέπε,
κι όλον να τον συγκεντρώσεις επιμόνως σ’ ένα μέρος
κι απ’ εδώ κι απ’ εκεί πέρα να τον στρέφεις ελευθέρως,
κι όταν λύσιν δεν ευρίσκεις, ευθύς σ’ άλλην σκέψιν πήδα,
γλυκύς ύπνος μη σε πάρει, κι έχε μάτια σαν γαρίδα.
Ποπώ, ποπώ, ποπώ, ποπώ!…
Τι τόσον σε ταράττει;
Ο δυστυχής εχάθηκα… μέσ’ από το κρεβάτι
σιγά σιγά Κορίνθιοι κορέοι ξετρυπώνουν
κι αλύπητα δαγκώνουν.
Μια στιγμή δεν μ’ αφήνουν,
δώσ’ του κι αίμα μού πίνουν,
κομματιάζουν παγίδια,
μου τραβούνε τ’ αρχίδια,
και τον κώλο τρυπάνε,
και ζητούν να με φάνε.
Τόσον βαρέως μην αλγείς.
Και πώς, Θεές κυράδες,
που’ χασα κι αίμα και πετσί, παπούτσια και παράδες,
και μέσα στ’ άλλα κάθομαι σαν φύλακας εδώ
και γλυκοτραγουδώ,
κι ακόμη λίγο χάνομαι
κι απ’ τα μαλλιά μου πιάνομαι;
Τι κάνεις συ; δεν σκέπτεσαι;
Ναι μα τον Ποσειδώνα.
Και ποίαν σκέψιν έκαμες;
Αν μέσ’ στον κορεώνα
θα μ’ απομείνει τίποτα με τους κορέους…
Χάσου.
Τι να χαθώ που χάθηκα, Σωκράτη μου…
Σκεπάσου,
μη σε χαυνώνουν, άνθρωπε, λιμώττοντες κορέοι,
σφίξου να βρεις μια πονηριά για ν’ αρνηθείς τα χρέη.
Αλίμονο, Σωκράτη μου… ποιος μέσ’ σ’ αυτό το χάλι
απάνω μου θα βάλει
αρνιού πυκνόμαλλη προβιά για να κουκουλωθώ
Και να ’βρω κάποια μέθοδο τα χρέη ν’ αρνηθώ;
Τώρ’ ας τον ιδώ τι κάνει
κι αν την ώρα του δεν χάνει.
Ε! κοιμάσαι, μαθητά μου;
Διόλου, κόρυζες σαρώνω.
Βρήκες τίποτα;
Τι να ’βρω;
Τίποτα;
Σε βεβαιώνω.
Την ξερή μου μοναχά μέσα στο δεξί κρατώ,
τίποτ’ άλλο παρ’ αυτό.
Έλα γρήγορα σκεπάσου να μπορέσεις να σκεφθείς.
Μα για ποιο; συ τούτο πες μου για ν’ αρχίσω παρευθύς.
Λέγε πρώτος συ τι θέλεις…
Χίλιες δυο φορές σου το ’πα,
ήγουν πώς να μην πληρώσω σε κανένα τόκους…
Σώπα,
και σκεπάσου τώρα πάλιν και λεπτόν τον νουν ν’ αφήσεις
κι έν προς έν τα πράγματά σου βαθμηδόν ν’ ανερευνήσεις.
Ωχ! ο δόλιος τι παθαίνω!…
Παντελώς μην ανησύχει,
κι αν εις σκέψιν σου καμίαν κάποια δυσκολία τύχει,
άφηνέ την, και κατόπιν εις εκείνην ξαναπέτα,
και τα πράγματα ζυγίζων ακριβώς συνάρμοζέ τα.
Σωκρατάκη, Σωκρατάκη.
Τι με θέλεις, γεροντάκι;
Για να μη πληρώσω τόκους βρήκα λύσι δυνατή.
Λέγε μού την.
Θα την μάθεις, μα για πες μου πρώτα…
Τι;
Αν που λες της Θεσσαλίας καμιά μάγισσ’ αγοράσω
και την νύκτα με τα μάγια το φεγγάρι κατεβάσω,
και καλά κλεισμένο το ’χω σε μια θήκη στρογγυλή
μέρα νύκτα σαν καθρέφτη…
Πλην αυτό τι σ’ ωφελεί;
Όταν πουθενά δεν βγαίνει σαν και πρώτα το φεγγάρι
κανείς τόκους δεν θα πάρει.
Μα γιατί;
Γιατί ζητούνται κατά μήνα τακτικά
τόκοι για τα δανεικά.
Εύγε σου• πλην πάλιν άλλο
δεξιόν θα σου προβάλω.
Αν κανένας, Στρεψιάδη, σ’ εναγάγει να του δώσεις
οφειλήν ταλάντων πέντε, πώς την δίκην θα γλυτώσεις;
Πώς; δεν ξέρω… στάσου λίγο
να σκεφθώ πώς θα ξεφύγω.
Διαρκώς τον νουν προς σε μη τον στρέφεις κοπιώδη,
αλλ’ η σκέψις ελευθέρα
να πηγαίνει στον αέρα
σαν χρυσόμυγα δεμένη με κλωστήν από το πόδι.
Βρήκα μια σπουδαία λύσι να ξεφύγω μ’ ευκολία,
που και συ θα συμφωνήσεις… Μέσ’ στα φαρμακοπωλεία
έτυχε να δεις την πέτρα την γυαλιστερή, Σωκράτη,
που μ’ αυτήν το φως ανάβουν;
Το γυαλί μού λες;
Σπολλάτη,
Αν λοιπόν μια τέτοια πάρω, κι όταν ο Γραμματικός
γράφη την δική μου δίκη, τότ’ εγώ προσεκτικός
μακρυά του κι εδώ πέρα προς τον ήλιο σταματήσω,
και τα γράμματα της δίκης τού τα λιώσω, του τα σβήσω;
Μα τας Χάριτας ωραίον.
Τι χαρά! Δεν ξέρεις πόσο
χαίρομαι κι αναγαλλιάζω που τα πέντε θα γλιτώσω.
Γρήγορ’ άρπαξε και τούτο.
Ποιο, μεγάλη κεφαλή;
Όταν μέλλουσα βεβαία καταδίκη σ’ απειλεί,
πώς ευγλώττως αντιλέγων θα μπορέσεις να σωθείς
δίχως μάρτυρας παρόντας;
Ευκολότατα κι ευθύς.
Αν ενώ δικάζουν άλλους, πριν να δικασθώ κι εγώ,
με τα τέσσερά μου τρέξω στην κρεμάλα και πνιγώ;
Τίποτα δεν λες…
Πώς όχι; Ποιος ποτέ, σοφή καυκάλα,
θα μπορεί να με δικάσει πεθαμένο στην κρεμάλα;
Φλυαρείς, μακράν μου φύγε, παύω πια να σε μαθαίνω.
Μη για τους Θεούς, Σωκράτη, μη μ’ αφήσεις τον καημένο.
Ό,τι μάθεις το ξεχάνεις και πηγαίνει στα χαμένα.
Πες τι πρώτον εδιδάχθης;
Ωχ! αλλοίμονον σ’ εμένα!
Ποιο το πρώτο; ποιο το πρώτο;… πώς ξεχάνω στη στιγμή…
στάσου, πώς το λεν εκείνο, που ζυμώνουν το ψωμί;
Ξεκουμπίσου, ξεχανιάρη
και σκαιότατον κουφάρι.
Ωχ! ο μαύρος τι θα πάθω! θα χαθώ, θα τα ’βρω σκούρα,
αν την γλώσσα μου δεν μάθω να την στρέφω σαν την σβούρα.
Όμως σεις, Θεές Νεφέλες, δώσετέ μου μια καλή
και σπουδαία συμβουλή.
Σε προτρέπομεν ασμένως, γέρον ζήλου περισσού,
αν υιόν κανένα τρέφεις, να τον φέρεις αντί σου.
Έχω γυιο, Θεές Νεφέλες, και καλό και προκομμένο,
μα δεν θέλει να σπουδάσει… τι να κάνω; τι να γένω;
Αλλά συ πώς τον αφήνεις;
Έχει δυνατό κορμί,
κι είναι τώρα στον καιρό του και στην πρώτη την ορμή,
κι απ’ το σόι της Κοισύρας το περήφανο βαστιέται
και λυγιέται και κουνιέται.
Όμως πάω να τον φέρω, κι αν δεν θέλει δίχως άλλο
απ’ το σπίτι θα τον βγάλω.
Πρόσμενέ με και γυρίζω.
Τάχα βλέπεις τι πολλά
θα σου φέρομεν καλά
μόν’ εμείς εκ των Θεών; Ό,τι κι αν ειπείς, Σωκράτη,
τούτος πρόθυμος το πράττει,
κι αφού γνώρισες τον άνδρα, που ’ναι και μπουμπουνισμένος
και για σε ξετρελλαμένος,
αδηφάγως να του πέσεις
να του φας ό,τι μπορέσεις,
επειδή πολύ ταχέως οι τοιούτοι των εξάλλων
αγαπούν ν’ αλλάζουν γνώμας και να παίρνουν δρόμον άλλον.
Μα την Ομίχλην, τώρα πια στο σπίτι δεν θα μένεις,
μα πήγαινε του Μεγακλή κολώνες να χορταίνεις.
Πατέρα, τι σου κάπνισε; πώς πας από μυαλά;
μα Δία τον Ολύμπιον δεν φαίνεσαι καλά.
Τον Δία τον Ολύμπιον… ακούς εκεί βλακεία
να τον νομίζεις για Θεό σ’ αυτή την ηλικία.
Αλήθεια γιατί γέλασες;
Να μη γελά κανείς;
είσαι μικρόν παιδάριον κι αρχαϊκά φρονείς.
Πλην έλα τώρα πιο πολλά να δεις και να γνωρίσεις,
και κάποιο πράγμα θα σου πω σπουδαίο ν’ απορήσεις,
κι αμέσως άνδρας θα γενείς με δυνατό κεφάλι,
μα φύλαξέ το μυστικά να μην το μάθουν κι άλλοι.
Τι τρέχει;
Στον Ολύμπιον ωρκίσθης σαν παιδί.
Μάλιστα.
Βλέπεις το λοιπόν τι κάνει κι η σπουδή;
Δεν είναι, Φειδιππίδη, Ζεύς.
Και ποιος μας διαφεντεύει;
Ο Σίφουνας τον έδιωξε και τούτος βασιλεύει.
Ε! ε! τι λόγια φλυαρείς; δεν είσαι στα μυαλά σου.
Τούτο να ξέρεις για σωστό κι έλα στα συγκαλά σου.
Και ποιος τα λέει τούτα;
Ποιος; ο πρώτος των σοφών,
ο Μήλιος Σωκράτης μας, καθώς κι ο Χαιρεφών,
που στα ψυλλοπηδήματα κανένας δεν του βγαίνει.
Και τόσο σ’ εξετρέλλαναν εκείν’ οι φρενιασμένοι
κι επίστεψες εις όλ’ αυτά;
Βάστα σφικτά την γλώσσα,
Μη βρίζεις άνδρας αγαθούς, που τα ’χουν τετρακόσα,
και τόσον οικονομικά περνούνε και πορεύονται,
που διόλου δεν λαδώνονται, μήτε ποτέ κουρεύονται,
μήτε πηγαίνουν σε λουτρό. Μα συ σαν προκομμένος
το βιος μου το κατάφαγες, λες κι ήμουν πεθαμένος,
και στα λουτρά το σκόρπισες και στας διασκεδάσεις,
αλλ’ όμως έλα γρήγορα για μένα να σπουδάσεις.
Και τι καλόν θα διδαχθώ;
αν μαθητής καταταχθώ;
Αλήθεια;… τούτα που περνούν σπουδαία, και θα νοιώσης
πως είσαι ξύλο κούτσουρο και πως σου λείπει γνώσις.
Μα στάσου λίγο κι έρχομαι.
Και τώρα τι να φτιάσω,
που του πατέρα του’ στριψε; να τον παρουσιάσω
για παλαβό στους δικαστάς, ή την πολλή του τρέλλα
να πω σ’ αυτούς, που θάβουνε τους πεθαμένους;
Έλα
Και πες μου τούτον πώς τον λες.
Αλεκτρυόνα.
Ναι.
Κι αυτήν;
Αλεκτρυόνα.
Πώς, γελοίε και κοινέ;
Αλεκτρυών και για τα δυο;… πλην μάθε τα σωστά…
αλέκτωρ κι αλεκτρύαινα να λες ξεχωριστά.
Τέτοια σοφά σ’ εσπούδασαν οι θεομάχοι τούτοι;
Κι άλλα πολλά, μα μ’ έκαναν τα γηρατειά κουρκούτι,
κι ελησμονούσα παρευθύς εκείνο που ’χα μάθει.
Για τούτο και το ρούχο σου με τις σπουδές εχάθη;
Δεν το ’χασα, το σπούδασα μέσ’ στο σχολειό, καλέ.
Αμή και τα παπούτσια σου πού τα ’φαγες, τρελέ;
Κι εγώ καθώς τον Περικλή δεν τα ’χασα του κάκου,
μα πάμε τώρα, τράβα μπρος, σ’ εμέ προθύμως άκου,
κι απότυχε και λάθεψε, για τούτο μη σε μέλει…
κι εγώ που λες σαν ψεύδιζες έξη χρονών μουρέλι,
μόλις τα πρώτα μου ’δωσαν του δικαστού λεφτά
καρότσι στα Διάσια σ’ αγόρασα μ’ αυτά.
Θάλθει καιρός να λυπηθείς για της σπουδής την ψώρα.
Τρις εύγε σου, που μ’ άκουσες… έβγα, Σωκράτη, τώρα…
σου φέρνω τούτον μου τον γυιο, που δίχως να το θέλει,
εγώ τον εκατάφερα…
Μα τέτοιο παιδαρέλι
πώς θα μπορέσει να τριφθεί στων κρεμαστρών τα ρήματα;
Αν σ’ εκρεμούσανε ποτέ, συ θα γενόσουν τρίμματα.
Περίδρομος… τον δάσκαλο πώς βλαστημάς αχρεία;
Αν σ’ εκρεμούσαν!… τι κουτά το πρόφερε και κρύα
και με τα χείλη χάσκοντα. Πώς με τοιαύτην φύσιν
θα μάθει δίκης εκφυγήν και μαρτυρίας κλήσιν,
κι απάτην καταπείθουσαν, που κέρδος θ’ αποφέρει;
Κι εν τούτοις τον Υπέρβολον τον έκαμα ξεφτέρι
μ’ ενός ταλάντου πληρωμήν…
Δασκάλευε καλά,
κι απ’ την κοιλιά της μάνας του γεννήθη με μυαλά,
κι ακόμη τόσο δα παιδί καθένας το καμάρωνε
κι έπλαθε σπίτια με πηλό και καραβάκια σκάρωνε,
και καροτσίτσες έφτιανε με δέρματα πολλές
κι από τα φλούδια των ροδιών βατράχους… ε! τι λες;
Επιμελήσου τον λοιπόν να μάθη τον τρανότερο
από τους δυο τους λόγους σου, κι εκείνον τον κατώτερο,
που με τα λόγια τ’ άδικα τον πιο τρανό γνωρίζει
ν’ αναποδογυρίζει.
Κι αν δεν μπορέσει και στους δυο να δείξει πολυμάθεια
να μάθη καν τον άδικο με καθεμιά προσπάθεια.
Οι λόγοι το καλύτερον θα τον διδάξουν μόνοι.
Εγώ πηγαίνω, πλην αυτό και τώρα μη λησμόνει
πώς θα μπορέσει το παιδί τα δίκια να νικά
με λόγια τεχνικά.
|
|
|
|
|
|
Πρόβαλ’ εμπρός στο Θέατρον, τους θεατάς θεώρει,
κι αν και θρασύς προχώρει.
Όπου κι αν θέλεις πήγαινε… ποσώς δεν θα τρομάξω,
πολύ δε περισσότερον θα σε καταρημάξω
λαλών εμπρός εις τους πολλούς…
Εσύ, πομπή του κόσμου;
Ποιος είσαι;
Λόγος.
Αληθώς, αλλά μικρότερός μου.
Εν τούτοις καταβάλλω σε, που λες πως είσαι κρείττων.
Με ποίας πράξεις σου σοφάς;
Γνώμας καινάς κηρύττων.
Αυταί σε τούτους τους μωρούς ακμάζουν και περνούν.
Όχι, μωρούς παντάπασιν, αλλά σοφούς με νουν.
Θα σ’ αφανίσω…
Λέγε πώς;
Τα δίκαια διδάσκων.
Πλην θ’ ανατρέψω πάντ’ αυτά πρεπόντως αντιφάσκων.
Λέγω πως δεν υφίσταται ποσώς δικαιοσύνη.
Δεν είναι λέγεις;
Μάλιστα. Δείξε μου πούν’ εκείνη;
Εις τους Θεούς.
Και πώς λοιπόν, εάν υπάρχει κρίσις,
δεν έπαθε κακόν ο Ζευς, όταν με τας αλύσεις
έδεσε τον πατέρα του;
Μπα! Το κακόν αυξάνει
και γίνεται χειρότερον… ας μου δοθεί λεκάνη.
Είσ’ ένα ξαναμώραμα και γέρος αηδής.
Αρσενοκοίτης είσαι συ και μέγας αναιδής.
Σαν ρόδ’ αυτά μου φαίνονται.
Πλην κι ασεβής και λέρα.
Με κρίνους στεφανώνεις με.
Και δέρνεις τον πατέρα.
Με πασπαλίζεις με χρυσόν τόσους επαίνους λέγων.
Όμως δεν ήσαν πριν χρυσός, αλλά μολύβι φλέγον.
Αλλ’ είναι τώρα δι’ εμέ πολύτιμος στολή.
Είσαι τα μάλιστα θρασύς.
Είσαι μωρός πολύ.
Για σε κοντά μου δεν φοιτά κανείς από τους νέους,
όμως θα γίνει κάποτε γνωστόν στους Αθηναίους
ποία διδάσκεις τους μωρούς…
Βρωμάς με πείνας χνώτα.
Μα συ σε τούτους τους καιρούς περνάς ζωή και κότα,
αν κι ήσουν άλλοτ’ έρμαιον της πείνας και της βρώμας,
κι έλεγες τότε περισσώς
πως είσαι Τήλεφος Μυσός,
κι έτρωγες μέσ’ από σακί του Πανδελέτου γνώμας.
Ω! σοφίας υψηλής!
Ω! της τρέλλας της πολλής!
Της δικής σου…
Της δικής σου και της πόλεως, που τρέφει
λυμεώνα σαν και σένα, που τους νέους καταστρέφει.
Τούτον συ δεν θα τον πάρεις
ο μωρός, ο ξεκουτιάρης.
Ναι, μαζί μου θάλθει τούτος, αν ανάγκη να σωθεί,
κι όχι μόνον εις τους λόγους ανοήτως ν’ ασκηθεί.
Έλα κι άφησ’ τον η τρέλα να τον δέρνει στα γερά.
Αν μονάχα τον εγγίξεις θα σου γίνει συμφορά.
Όμως ας παύσ’ η μάχη, των ψόγων η θωπεία,
και λέγε μας συ ποία
εδίδασκες εκείνην την πλάσιν των προγόνων,
ειπέ και συ την νέαν παιδείαν των συγχρόνων,
κι εκείνος σαν ακούσει τα λόγια σας αυτά
θα κρίνει μοναχός του πού πρέπει να φοιτά.
Τούτο θέλω.
Κι εγώ θέλω.
Ποιος θ’ αρχίσει;
Τούτος πρώτος,
κι εκ των λόγων του κατόπιν οδηγούμενος, ευγλώττως
θα κατατοξεύσω τούτον δια νέων φρασιδίων
και συλλογισμών ιδίων.
Και ’στο τέλος αν τολμήσει
ένα γρυ να ξεστομίσει,
με τας γνώμας ως με κέντρον μελισσών θα κεντρισθεί
και στο μούτρο και στα μάτια, και κακώς θ’ αφανισθεί.
Εις σκέψεις στηριζόμενοι κι εις λόγους ικανούς
κι όσας εννοίας έμπειρος αποτυπώνει νους,
δείξετε ποίος από σας εις λόγους θα νικήσει
και γέρας θα κερδίσει.
Ο της σοφίας κίνδυνος εμπρός μας όλος κείται
και μεταξύ των φίλων μας δεινός αγών τελείται.
Συ δ’ όστις εστεφάνωσες την πλάσιν των προγόνων
με τόσην αρετήν ηθών, στον αρεστόν σου τόνον
μεγαλοφώνως λάλησε, και δείξε μας ηπίως
ο χαρακτήρ σου ποίος.
Τώρα θα σας πώ πώς ήτον η παιδεία των προγόνων,
όταν δίκαια διδάσκων έθαλλον εγώ και μόνον,
σωφροσύνη δε παντού κατεδέσποζε κι αιδώς…
Πρώτον μεν μήτ’ ένα γρυ δεν ηκούετο παιδός,
και στους δρόμους μ’ ευταξίαν συνεβάδιζαν πολλήν
σαν επήγαιναν να μάθουν εις κιθαριστού Σχολήν
με το σώμα των γυμνόν όλ’ οι γείτονες συγχρόνως,
τας νιφάδας τας πυκνάς αψηφούντες της χιόνος.
Κι επρομάνθαναν κρατούντες τους μηρούς των ανοικτά
υψηλών ασμάτων Μούσαν,
ή την τρομεράν Παλλάδα, που τας πόλεις κατακτά,
ή βοήν μακράν ηχούσαν,
αποδίδοντες εντόνως την πατρώαν αρμονίαν,
κι αν κανείς εβωμολόχει κι έκαμνε παραφωνίαν,
όπως τραγουδούν οι τώρα κατά τρόπον νέον όλως
τας ωδάς τας κατά Φρύνιν, που λυγίζονται δυσκόλως,
εμαστίζετ’ ο τοιούτος διά πλήθους ραβδισμών
ως τας Μούσας αφανίζων και προς ταύτας ακοσμών.
Και συχνάζοντες ευκόσμως στον διδάσκαλον της πάλης,
μετά προσοχής μεγάλης
ώφειλαν οι παίδες τότε να προβάλουν τον μηρόν
τίποτε προς τους απέξω να μη δείξουν πονηρόν•
μόλις δ’ από κάτω πάλιν εσηκώνοντο κι ευθύς
ανακάτευαν την άμμον, και προσείχεν ο καθείς
ίχνος τι να μην αφήσει του νεανικού του κάλλους
εις παιδεραστάς εξάλλους.
Καθόλου δεν ηλείφοντο των ομφαλών των κάτω
και χνους επήνθει μαλακός και δρόσος επλανάτο
επάνω των αιδοίων των καθώς επί των μήλων•
μήτε κανείς επήγαινε στον εραστήν τον φίλον
πλάττων ηδονικώτερον της λαλιάς τον τόνον,
ούδ’ εμαστρώπευ’ εαυτόν τα μάτια του λιγώνων.
Εις δε τα δείπνα ρεπανιού δεν έπαιρναν κεφάλι
κι οι παίδες σαν μεγάλοι,
μήτ’ έπρεπε μ’ εδέσματα και τσίχλες να λιμάζουν,
ή πρεσβυτέρων άνηθον και σέλινον ν’ αρπάζουν,
ή το ’να στ’ άλλο πόδι των να βγάζουν εναλλάξ.
Καιρούς μυρίζεις παλαιούς ωσάν αρχαίος βλαξ,
Κηκείδην, Διϊπόλια, και Βουφονίων κνίσσαν,
που τα τζιτζίκια στολισμοί των Αθηναίων ήσαν.
Μ’ αυτά κι αυτά τους άλλοτε παιδαγωγών εμφρόνως
εξέθρεψ’ άνδρας μαχητάς με νίκας Μαραθώνος.
Εσύ δ’ ευθύς της σήμερον νεότητος τα θρέμματα
διδάσκεις να τυλίγονται με περιττά φορέματα,
ώστε να πνίγομαι μ’ αυτήν την παίδευσιν των νέων
όταν χορούς εις εορτάς τελούν Παναθηναίων,
και την ασπίδα των κρατούν εμπρός προ των μηρών
και της Παλλάδος αμελούν τον ένοπλον χορόν.
Εις όλα ταύτα πεποιθώς, ω νέε μου θερμέ,
τον λόγον τον ανώτερον προτίμησον εμέ,
θα φεύγεις δε την αγοράν μεστός αποστροφής,
θ’ απέχεις δε μ’ εγκράτειαν από λουτρά τρυφής,
εις παν αισχρόν μ’ ερύθημα την όψιν σου θα βάπτεις,
αν σε σαρκάζει δε κανείς από θυμόν θ’ ανάπτεις,
κι οπόταν οι πρεσβύτεροι προσέρχονται σιμά σου
θα προσηκώνεσ’ ευλαβώς από το κάθισμά σου,
ούτε θα γίνεσαι ποτέ κακός προς τους γονείς,
ούτε των άλλων των αισχρών εργάτης θα γενείς,
που βόρβορον αισχρότητος θα ρίψουν αφειδούς
στ’ άγαλμα της Αιδούς.
Θα μάθεις να μην εισπηδάς εις χορευτρίας δώμα,
μήπως εκεί που στέκεσαι με παραχάσκον στόμα
από κανέν πορνίδιον με μήλον κτυπηθείς
κι εκπέσεις εκ της φήμης σου της πρώτης και χαθείς•
μήτε στους λόγους τού πατρός θα φέρεις αντιστάσεις,
μήτε μωρόν Ιαπετόν θα τον επομονάσεις,
οργίζων εναντίον σου την γραίαν ηλικίαν,
που σ’ έθρεψεν ως νεοσσόν.
Εάν από βλακείαν
πεισθείς μ’ αυτά, μειράκιον, εις τούτον τον ευήθη,
τότε μα τον Διόνυσον, στων ευφυών τα πλήθη
σαν Ιπποκράτους όμοιον θα φαίνεσαι παιδί,
δικαίως δε θα σε καλούν βλακώδη κι αηδή.
Πλην αλειμμένος κι εύρωστος και μ’ όψιν ανθηράν
εις τας παλαίστρας θα φοιτάς, χωρίς στην αγοράν
με τ’ αγοραία χωρατά να φλυαρής δεινώς
ωσάν σημερινός,
μήτε μικροζητήματα θα σε τραβούν αργίας
που προκαλούν ως ευτελή κοινάς αντιλογίας.
Κάτω στην Ακαδήμειαν, εκεί στην πρασινάδα,
μαζί με συνομήλικα και σωφρονούντα φίλον
θα τρέχεις υπό την πυκνήν των ελαιών σκιάδα
φορών ως στέφανον απλούν λευκού καλάμου ξύλον,
και θα μυρίζεις βότανα και βίον αφελή
και λεύκην μυριόφυλλον, θα χαίρεις δε πολύ
οπόταν έαρ φαίνεται με ρόδα καταφθάνον,
και πτελεών ψιθυρισμούς θ’ ακούεις και πλατάνων.
Αν τους λόγους ακούσεις, που τώρα λαλώ,
κι αν εις τούτους καρφώσεις καλά το μυαλό,
θα ’χεις πάντα το στήθος ευρύ κι ανδρικόν,
θα’ χεις ώμους μεγάλους και χρώμα λευκόν,
την δε γλώσσαν βραχείαν κι εγκρατή στο λαλείν,
τους γλουτούς σου μεγάλους και μικράν την ψωλήν.
Αλλ’ αν έργα μετέλθεις αυτών των αισχρών
πρώτα πρώτα το χρώμα θα το’ χεις ωχρόν,
λεπτόν στήθος, μικρούς ώμους, τ’ αποπίσω σου μικρά,
και μεγάλην γλώσσαν λάλον,
και το πέος σου μεγάλον
σαν ψηφίσματα μακρά.
Κι ως καλόν θα πεισθείς κάθ’ αισχρόν να νομίσεις,
το δ’ αισχρόν ως καλόν, κι ενταυτώ θα γεμίσεις
Αντιμάχου λαγνείαν
κι υπέρ φύσιν πορνείαν.
Ω διδάσκαλε σοφίας κλεινοτάτης κι υψηλής,
τι γλυκύ και σώφρον άνθος εις τους λόγους που λαλείς.
Ευτυχείς οι ζώντες τότε στων προγόνων τον καιρόν…
Συ δε τώρα με την Μούσαν την κομψήν των πονηρών
πρέπει να’ βρεις νέους λόγους ν’ απαντήσεις δυνατός,
επειδή στην λογοπάλην ηυδοκίμησεν αυτός.
Πρέπει δε ν’ αντεπεξέλθεις με σοφίσματα δεινά,
σαν ποθείς ανώτερός του να φανείς αληθινά
και γελοίος να μη γίνεις…
Έχω σκάσει προ πολλού,
κι επεθύμουν ν’ ανατρέψω κάθε γνώμην τού τρελού
μ’ άλλας γνώμας εναντίας• δι’ αυτό δε τούτο μόνον
ήττων λόγος ωνομάσθην μεταξύ των ειδημόνων,
επειδή κι εσκέφθην πρώτος εκ των άλλων ν’ αντιλέγω
και στους νόμους και στας δίκας, και τα δίκαια να ψέγω.
Και μυρίων δε στατήρων και πολύ περισσοτέρων
άξιον εγώ νομίζω
δια λόγων μικροτέρων
να νικώ και να κερδίζω.
Κοίτα τώρα την παιδείαν που πιστεύει πως θ’ αρχίσω
να του την εξονυχίσω.
Πρώτον μεν δεν θα σ’ αφήσει να λουσθείς με τα θερμά
και τα κρύα προτιμά.
Όμως πες μου τις ο λόγος κι έτσι τα κατηγορείς;
Κάμνουν κάκιστον τον άνδρα και δειλόν.
Μην προχωρείς.
Ασφαλές ευρήκα μέσον, και ’στα χέρια μου μ’ αυτό
τώρ’ αμέσως σε κρατώ.
Από τους παίδας του Διός ποιον κρίνεις ανδρειότερον
και τίν’ ανδραγαθήσαντα νομίζεις περισσότερον;
Τον Ηρακλήν, καλύτερον δεν θεωρώ κανένα.
Και πού λοιπόν είδες ποτέ, καν έχεις ακουσμένα,
Ηράκλεια ψυχρά λουτρά; κι εν τούτοις της ανδρείας
τις άλλος ήτο καύχημα;
Μ’ αυτάς τας φλυαρίας
ολημερίς και συνεχώς οι νέοι σαλιαρίζουν
και τας παλαίστρας εκκενούν, και τα λουτρά γεμίζουν.
Κατόπιν την εν αγορά διατριβήν υβρίζεις,
εγ’ όμως επαινών αυτήν σ’ αφήνω να σφυρίζεις.
Αν όντως ενομίζετο κακή και βλαβερά,
τότε κι ο μέγας Όμηρος, ω κεφαλή μωρά,
δεν θα ’κανε τον Νέστορα δεινόν αγορητήν,
ούδ’ άλλον από τους σοφούς, τρανόν εις αρετήν.
Ας ελθώ ξανά στην γλώσσαν… αυτός μεν μας κοπανίζει
πως την γλώσσαν του δεν πρέπει κανείς νέος ν’ ακονίζει,
πλην εγώ θερμώς συστήνω
στην νεότητα κι εκείνο.
Έπειτα την σωφροσύνην συμβουλεύει τακτικά,
δύο μέγιστα κακά.
Όμως είδες συ ποτέ τίποτε καλόν να γίνει
σε κανένα, που περνά την ζωήν εν σωφροσύνη;
Έλεγξέ με φανερά κι αποκρίσου, σ’ ερωτώ.
Εις πολλούς. Ο μεν Πηλεύς πήρε μάχαιραν γι’ αυτό.
Μάχαιραν; αστείον κέρδος έλαβεν ο δυστυχής.
Ο δ’ Υπέρβολος εκείνος σαν ξυπνός της εποχής
έβαλε με τα λυχνάρια τόσα τάλαντα στο χέρι
μόνο με την πονηριά του, μα δεν πήρε και μαχαίρι.
Και την Θέτιν ο Πηλεύς ενυμφεύθη την κλεινήν
δι’ αυτό το σωφρονείν.
Κι έπειτ’ αυτή τον άφησε κι έφυγε μια χαρά
γιατί δεν εγλυκόπαιζε μαζί με την κυρά
ολονυκτίς στα στρώματα σαν φλογερός καυλιάρης…
θέλ’ η γυναίκα πλάκωμα κι εσύ ’σαι ξεκουτιάρης.
Σκέψου λοιπόν, μειράκιον, τα κατά σωφροσύνην
και πόσας μέλλεις ηδονάς να στερηθείς μ’ εκείνην,
παιδιά, κοττάβους, θηλυκά, γέλια, φαγιά, πιοτά…
και τι την θέλεις την ζωή σαν χάσεις όλ’ αυτά;
Ας είναι• τώρ’ ας έλθωμεν εις χρείας μερικάς
κι ανάγκας φυσικάς.
Ημάρτησες, ηγάπησες, κεράτωσες κανένα•
σε συλλαμβάνουν έπειτα; πηγαίνεις ’στα χαμένα
γιατί δεν ξέρεις να μιλείς… Αλλά μαζί μου πήδα,
γέλα χωρίς φροντίδα,
ουδέν μην κρίνεις ως κακόν
και πέρνα βίον φυσικόν.
Κι αν κερατώνων συλληφθής, μ’ ευφράδειαν αυτά
να πεις ορθά κοφτά,
πως διόλου δεν τον έβλαψες κι ο Ζευς πως πταίει πρώτον
που δούλος γίνεται κι αυτός και γυναικών κι ερώτων,
και πώς μπορείς εσύ θνητός εκ μάζας ανθρωπίνης
μείζων Θεού να γίνεις;
Κι αν τον νέον παραπείσεις κι όσα συμβουλεύεις κάνει,
κι αν τον πιάσουν και του χώσουν απ’ οπίσω του ρεπάνι
και με στάκτην μαδηθεί, τι θα πει και περί τούτου;
πως ρεπάνι δεν χωρεί μέσ’ στην τρύπα του πρωκτού του;
Μα κι αν είναι ξεκωλιάρης τι κακόν θα πάθει;
Φτου!
Και μπορεί ποτέ να γίνει μεγαλύτερον αυτού;
Εάν όμως και σε τούτο φανερά σε καταβάλω,
τι θα μ’ απαντήσεις τότε;
Θα σιγήσω, θέλεις άλλο;
Ποιοι ρητορεύουν; λέγε μου…
Ξεκωλιασμένοι.
Μάλιστα.
Κι οι ποιηταί τραγωδιών;
Ξεκωλιασμένοι.
Κάλλιστα.
Αμέ και ποιοι δημαγωγούν;
Ξεκωλιασμένοι.
Ναι!
Κατάλαβες πως μας μιλάς στο βρόντο, κουνενέ;
Μα κοίταξε με προσοχήν και μέσ’ στους θεατάς
τίνες οι περισσότεροι…
Κοιτάζω.
Τι κοιτάς;
Τι να σου πω!... μα τους Θεούς σ’ αυτούς τους καθημένους
κοιτάζω πλεονάζοντας τους κωλοξεσχισμένους.
Ξέρω κι εκείνον, μα κι αυτόν, κι αυτόν τον μακρομάλλην.
Τώρα τι λες;
Ω κίναιδοι, μ’ ενίκησε στην πάλην.
Σας εξορκίζω στους Θεούς, πάρτε μου τον χιτώνα,
μαζί σας έρχομαι κι εγώ στον κίναιδον αγώνα.
Λοιπόν τι θέλεις; το παιδί να μείνει και να μάθει,
καν να το πάρεις και να πας;
Και δέρνε και προσπάθει
πώς ν’ ακονίσεις γρήγορα την γλώσσα του μ’ ακόνια
και τρόχισέ του δυνατά για δίκες τα σαγόνια,
το ’να για τις μικρούτσικες και τις πολύ κοινές,
τ’ άλλο για τις τρανές.
Έννοια σου, λάλον σοφιστήν τον παίδα σου θα πάρεις.
Εγώ θαρρώ πως θα γενώ φτωχός και κιτρινιάρης.
Εμπρός λοιπόν.
Γι’ αυτά θαρρώ πως θα μετανοήσεις.
Και τώρ’ ακούσετε καλά των Νεφελών τας ρήσεις.
Τι θα κερδίσουν οι κριταί στον πρέποντα καιρόν,
όσοι δικαίως ωφελούν αυτόν μας τον χορόν.
Και πρώτον όταν τους αγρούς αροτριάτ’ εγκαίρως
πρώτα θα βρέχομεν σε σας, κι έπειτα σ’ άλλο μέρος.
Κι από λαύρας ξηρασίαν κι από πλήθουσαν βροχήν
θα φυλάξωμεν τ’ αμπέλια στου καρπού την εποχήν,
κι αν ημάς, Θεάς μεγάλας, άνθρωπος θνητός προσβάλει,
ας προσέξει μην του γίνει κάποια συμφορά μεγάλη,
η δε γη μηδέ κρασί, μήτε κι άλλον ποθητόν
θ’ αναδίδει δι’ αυτόν,
κι οι σφενδόνες μας τ’ αμπέλια, τις ελιές του θα κτυπούν,
και στην βλάστησιν απάνω ριζηδόν θ’ αποκοπούν.
Κι αν εκείνος κάνει τούβλα, θ’ απολύσομεν νερό,
κεραμίδι της σκεπής του δεν θ’ αφήσομεν γερό
με χαλάζια στρογγυλά• και αν αυτός ή και κανείς
φίλος του και συγγενής
νυμφευθεί καμιά φορά, να κι εμείς με το βαρέλι
όλη την βραδιά βροχή, που καλύτερα θα θέλει
μέσ’ στην Αίγυπτον να μείνει
ή κακώς για μας να κρίνει
|
|
|
|
|
|
Πέμπτη, τετάρτη, τρίτη, κατόπιν η δευτέρα,
κι η πιο κακή μου μέρα,
που την μισώ και τρέμω και χάνω την μιλιά,
και μετ’ αυτήν αμέσως η νέα κι η παλιά.
Μ’ όρκους οι δανεισταί μου λένε πως θα πληρώσουν
έξοδα για τις δίκες, και θα με χαντακώσουν.
Όμως εγώ και λίγα και δίκαια ζητώ,
καλέ, στον ένα λέγω, μη λάβεις τώρ’ αυτό,
στον άλλο λέγω πάλι
την δίκη ν’ αναβάλει,
στον άλλον «άφησέ με και μ’ έσκασες, καημένε»,
αλλ’ όμως λίγα λίγα δεν δέχονται, μου λένε,
και πως θα με δικάσουν συχνά με φοβερίζουν
κι ως άδικον με βρίζουν.
Εμπρός λοιπόν, ας τρέχει καθείς να με δικάζει,
λίγο γι’ αυτό με νοιάζει,
αν έμαθε με τρόπον ο γιος μου να μιλεί,
αλλ’ όμως ας κτυπήσω να μπω μέσ’ στη Σχολή.
Παιδί, παιδί, παιδί μου, τρέξε, σε προσκαλώ.
Φιλώ τον Στρεψιάδην.
Τον δάσκαλο φιλώ,
πλην πρώτα λάβε τούτο… πρέπει θαρρώ και δώρα
ο δάσκαλος να παίρνει, μα δεν μου λέγεις τώρα,
ειμπόρεσε να μάθη τον λόγον το παιδί,
εκείνον δηλαδή,
που τώρα τελευταία μάς έφερες, Σωκράτη;
Τον έμαθε.
Τρις εύγε, πανίσχυρος Απάτη.
Από τις δίκες σήμερα μπορείς να ξεγλιστρήσεις
όποιαν εσύ θελήσεις.
Αν όμως, όταν έδιναν τα δανεικά σ’ εμένα,
ήσαν παρόντες μάρτυρες;
Καλύτερα για σένα
κι αν ήσαν χίλιοι μάρτυρες.
Ε! τώρα θ’ αλαλάξω
και με την πιο μεγάλη μου φωνάρα θα φωνάξω.
Ω τοκογλύφοι, κλάψετε, θ’ αφήσετε τα κώλα
και σεις και τα κεφάλαια και τόκοι τόκων κι όλα.
Δεν θα μπορείτε του λοιπού κακό σαν πριν κανένα
να κάνετε σ’ εμένα.
Τι παιδί που το τρέφω με χαρίσματα τόσα,
για κοιτάτε πώς λάμπει με μια δίκοπη γλώσσα,
σαν ασπίς και σαν όπλον εμπροστά στον πατέρα,
του σπιτιού μου σωτήρας, των εχθρών μου φοβέρα,
λυτρωτής σε μεγάλα κακά
πατρικά.
Τρέχα μέσα φώναξέ τον… Ε! παιδί, παιδί, παιδί,
δεν ακούεις; έβγ’ αμέσως ο πατέρας να σε δει.
Νάτος, νάτος.
Ω παιδί μου.
Τώρα πάρε τον και σύρε.
Ο πατέρας σου, παιδί μου, τι χαρά που την επήρε.
Πώς εχάρηκα στ’ αλήθεια μόλις είδα, Φειδιππάκη,
το γλυκό σου προσωπάκι.
Κοίταξέ με, κοίταξέ με, τώρα φαίνεσαι πως είσαι
ικανός για ν’ αντιλέγεις και τα δίκαια ν’ αρνείσαι,
σε στολίζει και το ντόπιο μέσ’ στις χάρες τις πολλές,
δηλαδή το «τι μας λές;»
κι ενώ βλάπτεις φανερά κι άδικος στους άλλους είσαι
φαίνεσαι πως αδικείσαι,
και το ψέμα της Αθήνας μέσ’ στην όψι σου κοιτώ,
κι όπως μ’ έχεις αφανίσει να με σώσεις σου ζητώ.
Και τι φοβείσαι;
Την παλιά και την καινούρια μέρα.
Υπάρχει νέα και παλιά πραγματικώς, πατέρα;
Αυτή, που λέγουν πως δικών θα καταβάλουν τέλη,
καθώς ο νόμος θέλει.
Θα χάσουν όσας πλήρωσαν καταβολάς εκείνοι,
γιατί δυο μέρες δεν μπορεί μια μοναχή να γίνει.
Πώς δεν μπορεί, παιδάκι μου;
Την σκέψι τούτη κάνε,
μπορεί και νέα και γριά μία γυναίκα να ’ναι;
Ο νόμος τέτοιος έγινε.
Την έννοιαν του νόμου
δεν εννοούν θαρρώ καλά…
Και τι νοεί, χρυσό μου;
Ήτο πολύ δημοτικός κι αγαπητός παρ’ όλων
ο παλαιός ο Σόλων.
Με την καινούρια και παλιά τι σχέσιν έχει τάχα;
Αυτός την κλήσιν ώρισε σε μέρες δυο μονάχα,
εις την καινούρια και παλιά, κι εκείνοι που ’χουν δίκες
να δίνουν την πρωτομηνιά τις παρακαταθήκες.
Πώς πρόσθεσε και την παλιά;
Καλέ να σε χαρώ,
για να ’χουν οι διάδικοι μια μέρα πριν καιρό,
κι αν θέλουν μπρος στους δικαστάς προτού να συμβιβάζονται,
αλλιώς αμέσως το πρωί της πρώτης να δικάζονται.
Γιατί στα Δικαστήρια προκαταβάλλουν πάντα
όχι την πρώτην του μηνός, αλλ’ από τις τριάντα;
Επίτηδες μια μέρα πριν διώρισαν που λες
για τις καταβολές,
για να μπορούν από προτού στο χέρι να τις βάζουν
σαν λαίμαργοι, που τα φαγιά πρώτοι τα δοκιμάζουν.
Τι κάθεσθε, ταλαίπωροι και κουτσουροειδείς;
σεις κέρδη της σοφίας μας και της βαθιάς σπουδής,
πρόστυχος όχλος, πρόβατα, λιθάρια στοιβαγμένα,
ποτήρια σωριασμένα.
Πλην εγκώμια πολλά
για τ’ ανέλπιστα καλά
στον πατέρα και στον γιο κάθε στόμ’ ας τραγουδεί…
Στρεψιάδη, θα μου λένε,
ζηλευτέ κι ευτυχισμένε,
φύτρωσες και συ σοφός, έχεις και σοφό παιδί.
Τέτοια θα μου λεν με ζήλια κι οι δημόται μου κι οι φίλοι
όταν δίκας θα κερδίζεις με τ’ απύλωτά σου χείλη.
Όμως έλα, Φειδιππίδη, μέσ’ στο σπίτι μας να πάμε
να σου κάνω το τραπέζι, και να πιούμε και να φάμε.
|
|
|
|
|
|
Πρέπει να σκορπά κανένας τους παράδες του, δημόται;
όχι βέβαια ποτέ του, και καλύτερ’ από τότε
να ’χ’ αφήσει κατά μέρος την ντροπή παρά να δώσω,
να ’χω σήμερα σκοτούρες και τρεχάλες κάθε τόσο•
και τραβώ και σένα τώρα μάρτυρα για τον παρά,
πλην και μ’ άνθρωπον δημότην θα μαλώσω στα γερά,
μα ποτέ μου την πατρίδα ζωντανός δεν θα ντροπιάσω,
αλλ’ αυτόν τον Στρεψιάδην θα καλέσω να δικάσω.
|
|
|
|
|
|
Ποιος εσύ;
Για την καινούρια και παλιά.
Μωρέ μυαλό!
πως ημέρας είπε δύο μάρτυρας σας προσκαλώ.
Γιατί μου ’λθες εδώ πέρα;
Για των μνων την δωδεκάδα,
που σου δάνεισα κι επήρες την ψαριά σου την φοράδα.
Άλογο ψαρί μού λέει… δεν ακούτε σεις εκεί;
από σας καθένας ξέρει πως μισώ την ιππική.
Πλην στους Θεούς ωρκίζεσο πως θα μου τα πληρώσεις.
Όμως ο Φειδιππίδης μου δεν είχε τότε γνώσεις,
μήτε τον λόγον ήξευρε, που πάντοτε νικά.
Και σκέπτεσαι να μ’ αρνηθείς γι’ αυτό τα δανεικά;
Αμέ τι κέρδος άλλο
με την σπουδή θα βγάλω;
Και τους Θεούς θ’ απαρνηθείς, αν εις αυτούς σ’ ορκίσω;
Μα δεν μου λέγεις ποιους Θεούς;
Όποιους εγώ θελήσω,
τον Ποσειδώνα, τον Ερμήν, τον Δία…
Θα γελάσω,
θα πλήρωνα τρεις οβολούς όρκο σ’ αυτόν να πιάσω.
Ου να χαθείς, αδιάντροπε…
Τούτος εδώ θαρρώ
πως αν τον αλατίζανε με θάλασσας νερό
μπορούσε να ’ναι χρήσιμος…
Μ’ εμπαίζεις…
Θα μπορέσει
έξη χοείς τουλάχιστον καλά να τους χωρέσει.
Ορκίζομαι μα τους Θεούς και τον μεγάλον Δία
πως θα πληρώσεις ακριβά την τόση κοροϊδία.
Πώς οι Θεοί μ’ ευχαριστούν!... εις τους σοφούς τους πάνυ
γελοίος φαίνεται κι ο Ζευς οπόταν όρκους πιάνει.
Βεβαίως θα τιμωρηθείς γι’ αυτά με τον καιρό,
μα θα πληρώσεις; όχι; ναι;… πες μου ν’ αναχωρώ.
Ησύχασε, παρακαλώ, και θα σου γίν’ η χάρις
κι οριστικήν απόκρισιν αυτοστιγμεί θα πάρεις.
Τι νομίζεις πως θα κάνει; θα μου δώσει τα λεφτά;
Πού’ ν’ εκείνος, που γυρεύει να του δώσω τ’ απαυτά;
Τ’ είναι τούτο;
Τ’ είναι τούτο; Κάρδοπος.
Ω! της μαλάκας!
κι έπειτα ζητείς παράδες ενώ τέτοιος είσαι βλάκας;
από μένα δεν θα πάρει μήτε κάλπικο στο χέρι
όποιος Κάρδοπον εμπρός μου την Καρδόπην θα προφέρει.
Δεν θα πληρώσεις το λοιπόν;
Όχι, καθώς θαρρώ,
δεν είμαι σε καιρό,
μα δεν γκρεμοτσακίζεσαι να φύγεις παρευθύς
να με ξεφορτωθείς;
Φεύγω, μα τούτο γνώριζε πως πάω να μετρήσω
την νόμιμον καταβολήν, αλλέως ας μη ζήσω.
Μ’ εκείνα που σου χρεωστώ θα πάν’ και τούτ’ αντάμα,
αν και δεν θέλω, δυστυχή, να πάθεις τέτοιο πράμα,
γιατ’ είπες τόσον βλακωδώς την Κάρδοπον.
|
|
|
|
|
|
Αλλοί!
Μπα! ποιος αυτός, που κλαίγεται λυπητερά πολύ;
μη φώναξε κανείς Θεός τρισάθλιος εκείνου
του τραγικού Καρκίνου;
Θέλετε να γνωρίσετε ποιος είμαι; δυστυχής.
Πήγαινε με την τύχη σου, μη μας ανησυχείς.
Ω τύχες των αλόγων μου, που τους τροχούς μου σπάσατε,
σκληρέ Θεέ, και συ, Παλλάς, πόσα κακά μού φτιάσατε.
Αλλ’ όμως ο Τληπόλεμος τι σου’ καμε κακόν;
Μη με χλευάζεις, φίλε μου, με τόνον σκωπτικόν,
και το παιδί σου πρόσταξε να δώσει τον παρά,
αφού μ’ ευρήκε μάλιστα μια τέτοια συμφορά.
Για ποιον παρά μού τσαμπουνάς;
Γι’ αυτόν τον δανεικό.
Μου φαίνεται πως έπαθες στ’ αλήθεια ξαφνικό.
Εξέπεσα με τ’ άλογα…
Τι φλυαρείς, μουρμούρη,
σαν να’ χεις πέσει κατά γης από παλιογαϊδούρι;
Γιατί ζητώ το χρήμα μου μού λες πως φλυαρώ;
Διόλου καλά δεν φαίνεσαι…
Γιατί;
Γιατί θαρρώ
Πως κάποια βίδα σου ’στριψε…
Σου λέγω στον Ερμή
πως αν ευθύς του χρήματος δεν γίν’ η πληρωμή
κλήσιν στα Δικαστήρια γι’ αυτό θα σου σκαρώσω.
Νέο νερό θαρρείς ο Ζευς πως βρέχει κάθε τόσο,
ή μήπως εκ της γης ξανά το πρώτο το νερό
από τον ήλιο σέρνεται;
Τίποτα δεν θαρρώ,
κι ούτε με μέλει…
Πώς λοιπόν γυρεύεις τον Αργύρη,
που γρυ για τα μετέωρα δεν ξέρεις, κακομοίρη;
Αν τώρα το κεφάλαιον δεν έχης να πληρώσεις,
τουλάχιστον, παρακαλώ, τον τόκον να μου δώσεις.
Αμ’ αυτός ο τόκος πάλιν τι θηρίον είναι;
Να!
κατά μήνα, καθ’ ημέραν, όσον ο καιρός περνά,
δώσ’ του κι ο παράς πληθαίνει.
Καλά λες, ξυπνό κεφάλι,
πλην η θάλασσα νομίζεις είναι τώρα πιο μεγάλη
παρά πρώτα;
Μα τον Δία, μένει καθώς ήταν ίση,
κι ούτε δίκαιον δεν είναι και συμφέρον μας ν’ αυξήσει.
Πώς λοιπόν αυτή, φτωχέ, δεν αυξάνει δύο δράμια,
αν και μέσα της κυλούν τα τρεχούμενα ποτάμια,
και συ θέλεις να πληθύνεις τους παράδες σου, σαλιάρη;
δεν θα φύγεις απ’ το σπίτι; φέρετέ μου το στειλιάρι.
Μάρτυρας επικαλούμαι.
Τράβα στη δουλειά σου τώρα,
τι χασομεράς αδίκως; δεν θα φύγεις, ω Σαμφόρα;
Θαρρώ πως βρίζει…
Δεν θα πας ή θα σε ξεκουμπίσω
τον αλογίσιο κώλο σου κεντώντας απ’ οπίσω;
Φεύγεις;… αλλιώς θα σ’ έστελλα να πας εις τα κομμάτια
μ’ όλα τ’ αμάξια σου μαζί, τις ρόδες σου και τ’ άτια.
Τι κακόν τωόντι πράγμα το να θέλεις τα κακά,
τούτος μας ο γέρος θέλει ν’ αρνηθεί τα δανεικά,
ερασθείς κερδών αχρείων, και δεν είναι δυνατόν
εις τον σοφιστήν αυτόν
σήμερα να μην επέλθει δια τόσα πονηρά
αιφνιδία συμφορά.
Ως επόθει προ καιρού θα’ βρει τώρα το παιδί του
ν’ αντιλέγ’ εις παν ορθόν δια γλώσσης ανικήτου,
κι όταν άδικα λαλεί με σοφίσματα και δόλους
να νικά τους άλλους όλους,
που μ’ αυτόν φιλονεικούν, κι ο πατέρας το παιδί
ίσως ίσως και βουβό θα θελήσει να το δει.
|
|
|
|
|
|
Βοήθεια, φίλοι συγγενείς, δημόται μου, γειτόνοι,
και μ’ όλα του τα δυνατά στο ξύλο με σκοτώνει
ο γιόκας μου, το σπλάχνο μου… τι συμφορές! αλί μου!
πάει και το σαγόνι μου, πάει κι η κεφαλή μου.
Ω φαύλε, τον πατέρα σου ξυλίζεις;
Ναι, πατέρα.
Βλέπετε σεις; ομολογεί πως με ξυλίζ’ η λέρα.
Το βεβαιώνω και πολύ προς όλους φανερά.
Ω πατροκτόνε, κλέφταρε, και φύσις μιαρά.
Αυτά και περισσότερα λέγε για μένα, γέρο…
πολλά ν’ ακούω και κακά δεν ξέρεις πόσον χαίρω.
Αχρείε, πηγαδόκωλε.
Ρόδα πολλά με ραίνεις.
Πως τον πατέρα σου κτυπάς δεν το καταλαβαίνεις;
Ναι μα τον Δία, και θα πω
ότι δικαίως σε κτυπώ.
Αλλ’ όμως, μιαρότατε, πώς τάχατε μπορεί
δικαίως τον πατέρα του κανένας να βαρεί;
Θα τ’ αποδείξω φανερά με λόγων αντιρρήσεις,
κι εγώ θα μείνω νικητής…
Σ’ αυτό θα με νικήσεις;
Βεβαίως, ευκολότατα σε τούτο θα σε πείσω,
κι από τους λόγους διάλεξε ποιον θέλεις να μιλήσω.
Ποιους λόγους λες;
Ή τον μικρόν ή τον μεγάλον; λάλει.
Μα τους Θεούς σ’ εσπούδασα, ταλαίπωρο κεφάλι,
ν’ αντιμιλείς αληθινά
σ’ όλα τα δίκια τα τρανά,
σαν καταφέρεις κι εις αυτό να σε πιστεύσω, τέρας,
πως είναι πρέπον τα παιδιά να δέρνουν τους πατέρας.
Θαρρώ σ’ αυτό πως θα πεισθείς, κι όταν και συ μ’ ακούσεις
δεν θα ’χεις τίποτα να πεις, μηδέ να μ’ αντικρούσεις.
Λέγε, θέλω να σ’ ακούσω…
Τώρα, γέρο, να φροντίσεις
πώς τον νέον θα νικήσεις.
Αν εις τούτο που σου λέγει δεν επίστευεν αυτός
θα ’χε την αναισχυντίαν να σε δείρει προπετώς;
Κάτι πράγμα τον θρασύνει, κι εκδηλούται φανερόν
το πολύ του νέου θάρρος. Συ δ’ οφείλεις στον χορόν
ν’ αναπτύξεις δίχως άλλο πώς αρχίσατε την μήνιν
και την μάχην σας εκείνην.
Την αιτία θα σας πώ, που πιαστήκαμε γερά,
ενώ τρώγαμε κι οι δύο στο τραπέζι μια χαρά,
καθώς ξέρετε και σεις, είπα προς τον Φειδιππίδη
με την λύρα να μου πει κάτι τι του Σιμωνίδη,
να μου ψάλει το κριάρι δηλαδή το κουρεμμένο,
αλλ’ ευθύς εκείνος μου ’πε μ’ ένα μούτρο θυμωμένο
πώς συρμός αρχαίος είναι και της εποχής εκείνης
το να παίζεις την κιθάρα και να τραγουδείς σαν πίνεις,
όπως κάνουν η γυναίκες σαν αλέθουνε κριθάρι.
Και δεν έπρεπ’ ευθύς τότε να σ’ αρχίσω στο στειλιάρι,
κατά γης να σε ξαπλώσω και να σε τσαλαπατήσω,
που σαν να ’γευες τζιτζίκια μου ’λεγες να τραγουδήσω;
Τέτοια μου ’λεγε και τότε μέσ’ στο σπίτι κυνικώς
κι είπε πως ο Σιμωνίδης είναι ποιητής κακός,
κι εγώ μόλις τον θυμό μου τον κρατούσα στην αρχή
με πολλή μου ταραχή,
και κατόπιν του ξανάπα: «πάρε της μυρτιάς κλαδί,
Κι έλ’ απ’ τον Αισχύλο κάτι να μου πεις, καλό παιδί».
Εγώ μόνο τον Αισχύλο πρώτο ποιητή θαρρώ,
αλλ’ ευθύς ο νέος μου ’πε πως τον βρίσκει βροντερό,
ακατάστατο, τραχύ, λόγια φουσκωτά γεμάτο…
πώς συγχύστηκα γι’ αυτό κι όλος έγιν’ άνω κάτω,
μα τον τόσο μου θυμό τον κατάπια τότε πάλι
κι είπα στο παιδί να ψάλει
κάτι νέον απ’ αυτά, που σοφά περνούνε τώρα,
όταν τούτος πήρε φόρα
κι Ευριπίδη τραγουδεί,
πώς επήρε δηλαδή
αδελφός την αδελφή του, που μιας μάνας ήσαν φύτρα.
φρίξον, Ηρακλή μου, σκέπη στα δεινά παρηγορήτρα!
Τότ’ εξέσπασα στ’ αλήθεια κι αρχινώ γερό βρισίδι
και πατόκορφα τον λούζω τον καλό σας Φειδιππίδη,
κι έτσι λόγο με τον λόγο, καθώς είναι φυσικό,
μάλλωμ’ άναψε κακό,
και πηδά σ’ εμέν’ απάνω το καμάρι του σπιτιού,
και με πνίγει, μ’ αφανίζει,
με κτυπά, με κοπανίζει,
και με κάνει τ’ αλατιού.
Και δικαίως δεν νομίζεις πως τις έφαγες καλές,
που σοφόν τον Ευριπίδην κορυφαίον δεν τον λες;
Πώς; σοφότατος εκείνος; τι να λέγ’ ο κακομοίρης;…
αλλά πάλι θα με δείρεις.
Και δικαίως μα τον Δία.
Πώς δικαίως, αναιδή;
που σ’ ανέθρεψα μικρούλη, και σαν τραύλιζες παιδί
καταλάβαινα τι θάχεις στο μυαλό σου το μικράκι…
μπου σαν ήθελες ψευδίσει σου ’δινα να πιεις νεράκι,
σαν εγύρευες μαμμά σου’ φερνα ψωμί κοκό,
και σαν φώναζες κακά σ’ έπαιρνα, παιδί κακό,
κι απ’ το σπίτι μας απέξω σε βαστούσα να τα κάνεις…
αλλά συ με πνίγεις τώρα κι από τον λαιμό με πιάνεις,
κι όταν έσκουζα κι εγώ με βοής ξεφωνητά
πως με σφίγγει χεζουριό, συ δεν τ’ άκουγες αυτά,
μήτε μ’ έβγαλες απέξω να τα κάνω στον αέρα,
και μ’ εσφίξαν τα κακά μου και τ’ αμόλησ’ αυτού πέρα.
Η ψυχή πηδά των νέων μ’ όσα τούτος θα λαλήσει,
κι αν αυτός τοιαύτα πράξας με τους λόγους του μας πείσει,
ε! μα τότε κανείς πλέον των γερόντων το τομάρι
μήτε για παλιορεβίθι δεν αξίζει να το πάρει.
Αλλά συ, που νέας γνώμας ξεσκαλίζεις και κινείς,
πείσε μ’ αποχρώντας λόγους ότι δίκαια φρονείς.
Τι καλόν το να λαλείς νέας γνώμας και σοφάς
και τους νόμους να μπορείς τους παρόντας ν’ αψηφάς.
Όταν πρόσεχα στους ίππους και μ’ εκείνους είχα πάθος
τρία λόγια να μιλούσα και τα τρία θα ’ταν λάθος,
αλλ’ αφότου μου ’πε τούτος να μουντζώσω τους ιππείς
και με σκέψεις και με γνώμας ομιλώ της προκοπής,
θ’ αποδείξω πως δικαίως τον πατέρα τιμωρώ.
Ρίξου στ’ άλογα σαν πρώτα, πιο καλύτερα θαρρώ
δίφρους κι άλογα να τρέφω, παρά τούτο το κουφάρι
να σαπίσει στο στειλιάρι.
Όπου μου ’κοψες τον λόγον επανέρχομαι, κι αυτό
πρώτα πρώτα σ’ ερωτώ.
Μ’ έδερνες παιδί σαν ήμουν;
Ναι, βεβαίως σε κτυπούσα
γιατί φρόντιζα για σένα και σαν γιο μου σ’ αγαπούσα.
Λοιπόν κι εγώ, πατέρα μου, δικαίως δεν οφείλω
να σ’ αγαπώ παρόμοια και να σου δίνω ξύλο,
αφού το ξυλοφόρτωμα δεν είναι παρά χάδι
και της στοργής σημάδι;
Πώς το δικό σου το κορμί χωρίς πληγές να μένει
και το δικό μου το πετσί στειλιάρι να χορταίνει;
Κι όμως ελεύθερος κι εγώ βγήκα στο φως της σφαίρας…
κλαιν τα παιδιά, μα δεν φρονείς πως πρέπει κι ο πατέρας;
Εσύ θα πεις το κλάψιμο πως είναι για μωρά,
ο γέρος όμως γίνεται μωρό διπλή φορά,
και πρέπ’ οι γέροντες να κλαιν των νέων περισσότερον
ως είναι πρέπον από μας να σφάλλουν ολιγότερον.
Το να δέρνουν τον πατέρα πουθενά δεν είναι νόμος.
Άνθρωπος κι ο νομοθέτης σαν κι εμάς δεν ήτο; κι όμως
έπειθε τους τότε λέγων… πως κι εγώ δεν ημπορώ
μ’ ένα νέον νόμον τώρα στα παιδιά να συγχωρώ
τους πατέρας των να δέρνουν; όσο φάγαμε στειλιάρι,
πριν ο νόμος κύρος πάρει,
χάρισμα σ’ αυτούς ας μένει
κι είμαστε καλά δαρμένοι.
Σκέψου πως κι οι πετεινοί κι όλα τα λοιπά τα κτήνη
τους πατέρας των κτυπούν… κι όμως από μάς εκείνοι
σε τι τάχα διαφέρουν; μόνο πένα που δεν πιάνουν
και ψηφίσματα δεν κάνουν.
Αμ’ σαν θέλεις και καλά με τους πετεινούς να μοιάζεις
πώς δεν τρως την κοπριά και στο ξύλο δεν κουρνιάζεις;
Ένα πράγμ’ αυτό δεν είναι, κι ο Σωκράτης δεν ’μπορεί
όπως λες να το θαρρεί.
Μη γι’ αυτά ξυλιές μού δώσεις,
ειδεμή θα μετανοιώσεις.
Μα πώς; ειπέ μου.
Δίκαιον, παιδί μου, το νομίζω
εγώ να σε ξυλίζω,
και συ τον γιο σου να κτυπάς, αν καμιά μέρα κάνεις…
Και σαν δεν κάνω; τότε συ γελώντας θα πεθάνεις
κι εγώ καλά τις έφαγα...
Θαρρώ πως δίκια λέει,
δημόται συνομήλικοι και φίλοι γηραλέοι.
Κι εγώ νομίζω φρόνιμον σ’ αυτούς να συγχωρούμε
όσα σωστά θαρρούμε.
Δικαίως τιμωρούμεθα τα πονηρά σαν κάνομε.
Άκουσε κι άλλη σκέψι μου…
Τι συμφορά μου! χάνομαι.
Κι ίσως εκείνο που ’παθες δεν σε δυσαρεστήσει.
Μα δεν μου λες, η σκέψις σου σε τι θα μ’ ωφελήσει;
Το ξύλο που ’φαγες εσύ θα φάει κι η μητέρα.
Τι λες; Καινούρια συμφορά πολύ μεγαλυτέρα.
Κι αν με τον λόγον τον μικρόν νικήσω και σου πω
πως πρέπει την μητέρα μου να την ξυλοκοπώ;
Αν και τη μητερούλα σου το χέρι σου κτυπήσει,
τότε νομίζω τίποτα πως δεν θα σε κρατήσει
να πέσεις μες στο βάραθρο και συ κι ο δάσκαλός σου,
κι ο λόγος ο μικρότερος, που πήρε το μυαλό σου.
Για σας, Νεφέλες, μες σ’ αυτές τις συμφορές μπερδεύτηκα
αφότου στα χεράκια σας ο μαύρος εμπιστεύτηκα.
Συ τούτων μόνος αίτιος, συ μόνος δυστυχής,
οπού προς σκέψεις πονηράς εστράφης εξ αρχής
Πώς τότε δεν μου τα’ πατε και δεν μ’ εδασκαλέψατε,
αλλά του γέρου χωρικού τις βίδες εσαλέψατε;
Πάντοτε κάμνομεν αυτά εις πάντα πονηρόν
ως ότου να τον ρίψωμεν εις τρόμους συμφορών,
και μάθει τότε τους Θεούς δεόντως να φοβείται.
Αλί, Νεφέλες, αυστηρά, μα δίκαια λαλείτε.
Δεν έπρεπε τα δανεικά να τ’ αρνηθώ ποτέ μου.
μα τώρα λάβ’ εκδίκησιν και σπάσε, φίλτατέ μου,
τον Χαιρεφώντα τον αισχρό κι εκείνον τον Σωκράτη,
που μας γελούσαν και τους δυο με δόλο και μ’ απάτη.
Δεν κάνω στους δασκάλους μου μια τέτοιαν αδικία.
Τον Δία των πατέρων μας σεβάσου…
Τι βλακεία!
Τον Δία των πατέρων μας… σωστάς δεν έχεις φρένας…
υπάρχει Ζευς κανένας;
Υπάρχει Ζευς.
Όχι, ποσώς δεν είναι πουθενά,
ο Σίφουνας τον έδιωξε και τούτος κυβερνά.
Κανένας δεν τον έδιωξε… το πράγμ’ αυτό μονάχα
εγ’ ο φτωχός το νόμιζα… μα τι μυαλά σού τα ’χα,
όταν κι αυτόν τον Σίφουνα Θεό τον είχα πάρει.
Εδώ μονάχος σφύριζε και σαν τρελός φλυάρει.
Αλί! τι τρέλες μ’ έδερναν όταν σαν παλαβός
για τον Σωκράτη τους Θεούς τους έδιωξ’ ασεβώς,
πλην, φίλ’ Ερμή, παρακαλώ να μη με τιμωρήσεις,
να δώσεις τόπον στην οργή και να με συγχωρήσεις,
που με τα σαλιαρίσματα μού σήκωσαν τον νου,
και συ σ’ εμένα βοηθός και σύμβουλος γενού,
αν πρέπει μπρος στους δικαστάς να τους κατηγορήσω,
καν άλλο φρόνιμον θαρρείς πες να τους τιμωρήσω.
Καλά μου λες πως αγωγή δεν πρέπει να τους κάνω,
αλλά μιαν ώρ’ αρχήτερα φωτιά μού λες να βάνω
στο σπίτι των σαλιάρηδων, που μ’ έφεραν σε τρέλα…
εμπρός, Ξανθία, τρέξ’ εδώ, πάρε την σκάλα κι έλα,
φέρε μαζί και το τσαπί, κι εμέν’ αν αγαπάς,
ανέβ’ απάνω στο Σχολειό, κι αρχίνα να κτυπάς
του ρημαδιού των την σκεπή
και σκάψε την με το τσαπί,
ως που το δώμ’ απάνω των να πέσει να τους λιώσει…
δάδ’ αναμμένη γρήγορα κανένας ας μου δώσει
να τιμωρήσω σήμερα κι εγώ τους φαφλατάδες
και τις ψευτοφυλλάδες.
Αλίμονον!
Φλόγα πολλή, δαδί μου, να πετά.
Ε! συ τι κάνεις, άνθρωπε;
Τι κάνω μ’ ερωτάς;
ψιλολογώ στα σοβαρά
με του σπιτιού τα πατερά!
Αλίμονον! ποιος άθλιος μάς πυρπολεί το σπίτι;
Εκείνος, που του κλέψατε το ρούχο, λωποδύτη.
Μας πέθανες.
Αυτό ζητώ μ’ επιθυμιά μεγάλη,
αν δεν τσακίσει το τσαπί και ψεύτη δεν με βγάλει,
κι αν πριν εγώ δεν γκρεμιστώ,
φαρδύς πλατύς και τσακιστώ.
Αληθινά, τι κάνεις συ στην στέγην εκεί πέρα;
Παρατηρώ τον ήλιον και τρέχω στον αέρα.
Αλίμονον! ο δύστηνος, ο τάλας θα πνιγώ.
Θα μείνω στάκτη μοναχή κι ο δύσμοιρος εγώ!
Ποιος τους Θεούς σάς έμαθε ξετσίπωτα να βρίζετε
και με σπουδή του φεγγαριού τον πάτο ν’ αντικρύζετε;
Ρίξου τους, κτύπα, γκρέμιζε και για πολλές κακίες,
προ πάντων δε που στους θεούς εκάναν αδικίες.
Προβαίνετ’ έξω, θεαταί, και σήμερ’ αρκετά
θαρρώ πως σας εψάλαμεν… σας φθάνουν τώρ’ αυτά.