Μα τον Αέρα, την Πνοήν, το Χάος, την Τριάδα,
τοιούτον άνδρα βάναυσον ποτέ μου δεν ξανάδα,
κι απαίδευτον κι ανόητον, που τόσον να ξεχάνει,
και μόλις πράγματα μικρά κι ασήμαντα μανθάνει,
προτού τα μάθει τα ξεχνά… Μα τώρ’ ας τον φωνάξω
εκτός της θύρας εις το φως να βγει να τον διδάξω.
Ε! Στρεψιάδη, σε καλώ να βγεις με το κρεβάτι.
Μα δεν μ’ αφήνουν, το κρατούν οι κόρυζες, Σωκράτη.
Βάλε το κάτω γρήγορα κι άκου με προσοχή.
Ιδού με.
Λέγε τι ποθείς να μάθεις στην αρχή
απ’ όσα δεν σ’ εδίδαξα κι απ’ όσα συ κανένα
δεν έχεις μαθημένα.
Καν έπη θέλεις, καν ρυθμούς, καν μέτρα; πες μια γνώμη
Ναι για τα μέτρα μάθε με, γιατί προχθές ακόμη
δυο χοίνικας μου σούφρωσε κάποιος κλεφτοψωμάς.
Όμως εγώ σ’ ερώτησα τι μέτρον προτιμάς;
τρίμετρον ή τετράμετρον;
Το πιο καλό για ’μένα
είναι των έξη το μισό…
Λόγια μιλάς χαμένα.
Μαζί μου τώρα, δάσκαλε, συμφώνησε και κρίνε
αυτό των έξη το μισό τετράμετρο πως είναι.
Πόσον αγροίκος φαίνεσαι και δυσκολομαθής!
έτσι θα μάθεις τους ρυθμούς; άιντε να μου χαθείς.
Μα δεν μου λες, για το ψωμί
θα μ’ ωφελήσουν οι ρυθμοί;
Πρώτον θα φαίνεσαι κομψός κι εντύπωσιν θα κάνης
εν μέσω συναναστροφών, και θα καταλαμβάνεις
από τους τρέχοντας ρυθμούς σαν να’ σαι μουσικός
ποίος ο κατά δάκτυλον, τις ο πολεμικός.
Ποίος ο κατά δάκτυλον;
Ναι, μα τον Δία.
Ξέρω.
Πες μου.
Ποιος άλλος απ’ αυτόν τον δάκτυλό μου, γέρο;
αλλά σαν ήμουνα παιδί τούτος εδώ που βλέπεις.
Είσ’ επιπόλαιος πολύ και προς τ’ αχρεία ρέπεις.
Δεν θέλω τίποτ’ απ’ αυτά, γέρο συφοριασμένε.
Αμέ τι θέλεις το λοιπόν;
Εκείνο πώς τον λένε,
θέλω τον λόγον να μου πεις, αυτόν τον αδικότατον.
Μα πριν εκείνου χρήσιμον θαρρώ κι αναγκαιότατον
ποια τ’ άρρενα τετράποδα να μάθεις κατά βάθος.
Αν το μυαλό δεν μου’ φυγε τα ξέρω δίχως λάθος,
ταύρος και τράγος και κριός κι αλεκτρυών και σκύλος.
Βλέπεις τι λάθος, άνθρωπε, διέπραξες προδήλως;
Αλεκτρυόνα γενικώς αποκαλείς αμφότερα,
κι αρσενικόν και θηλυκόν.
Πώς; μίλα καθαρώτερα.
Αλεκτρυών κι αλεκτρυών.
Ναι μα τον Ποσειδώνα.
Πώς πρέπει τάχα να το ’πώ;
Ποσώς αλεκτρυόνα.
Εκείνην αλεκτρύαιναν κι αλέκτορα τον άλλον.
Τρις εύγε σου μα την πνοήν, ω πρώτε των δασκάλων.
Μόνον γι’ αυτό το μάθημα μ’ αλεύρι θα γεμίσω
την αδειανή σου Κάρδοπο για να σ’ ευχαριστήσω.
Ορίστε, προς τοις άλλοις
και κατά τούτο σφάλλεις.
Την Κάρδοπον την θηλυκήν
εσύ την λες αρσενικήν.
Πώς δηλαδή την Κάρδοπον αρσενικήν καλώ;
Να, σαν να λες Κλεώνυμος.
Μα πώς, βαθύ μυαλό;
Κλεώνυμος και Κάρδοπος σημαίνουν ένα γένος.
Αλλ’ όμως ο Κλεώνυμος ο κακομοιριασμένος
ποτέ δεν είχε Κάρδοπον να πούμε δηλαδή,
μα τα ψωμιά του ζύμωνε σε στρογγυλό γουδί.
Λοιπόν πώς πρέπει του λοιπού να την καλώ, Σωκράτη;
Ιδού Καρδόπην λέγε την ωσάν να λες Σωστράτη.
Λοιπόν Καρδόπην;
Μάλιστα, την λέγεις θηλυκήν
κατά την λογικήν.
Έτσι θα ’ναι, Κλεωνύμη και Καρδόπη…
Περιπλέον
κι εκ των άλλων ονομάτων των αρρένων και θηλέων
είν’ επάναγκες να μάθεις ποία μεν τ’ αρσενικά,
ποία δε τα θηλυκά.
Αμ’ τα ξέρω και τα ξέρεις… από θηλυκά σωρεία…
Λύσιλλα και Κλειταγόρα, Φίλιννα και Δημητρία.
Αμ’ αρσενικά;
Χιλιάδες, ο Φιλόξενος, και τ’ άλλα,
Μελησίας, Αμυνίας…
Πλην, μωρέ χοντροκέφαλα,
τούτ’ αρσενικά δεν είναι…
Σε σας τέτοια δεν περνούν;
Ως τοιαύτα στην Σχολήν μας μηδαμώς δεν τα φρονούν,
επειδή τον Αμυνίαν καθ’ οδόν αν συναντήσεις
πώς αυτόν θα προσφωνήσεις;
Πώς; να πώς… έλ’ Αμυνία, που σε θέλω…
Τι λαλείς;
βλέπεις πως την Αμυνίαν την γυναίκα προσκαλείς;
Και δικαίως, δάσκαλέ μου,
όταν σε καιρούς πολέμου
δεν πηγαίνει στρατιώτης… πλην αυτά τι να τα κάνω,
που νερό τα ξέρουν όλοι;… τον καιρό μου μόνο χάνω.
Τίποτα κανείς δεν ξέρει• τώρα πέσε και σκεπάσου
στο κρεβάτι…
Τι να κάνω;
Να σκεφθείς για τα δικά σου
Μα θα σε παρακαλέσω
στο κρεβάτι να μην πέσω,
αλλ’ αν πρέπει να ξαπλώσω, να μ’ αφήσεις εδώ χάμω
κάθε σκέψι μου να κάμω.
Όπως είπα και θα γίνει…
Τι θα πάθ’ ο δυστυχής
σήμερα με τους κορέους…
Σκέπτου μετά προσοχής,
και δοκίμαζε και βλέπε
κι εις πολλά τον νουν σου τρέπε,
κι όλον να τον συγκεντρώσεις επιμόνως σ’ ένα μέρος
κι απ’ εδώ κι απ’ εκεί πέρα να τον στρέφεις ελευθέρως,
κι όταν λύσιν δεν ευρίσκεις, ευθύς σ’ άλλην σκέψιν πήδα,
γλυκύς ύπνος μη σε πάρει, κι έχε μάτια σαν γαρίδα.
Ποπώ, ποπώ, ποπώ, ποπώ!…
Τι τόσον σε ταράττει;
Ο δυστυχής εχάθηκα… μέσ’ από το κρεβάτι
σιγά σιγά Κορίνθιοι κορέοι ξετρυπώνουν
κι αλύπητα δαγκώνουν.
Μια στιγμή δεν μ’ αφήνουν,
δώσ’ του κι αίμα μού πίνουν,
κομματιάζουν παγίδια,
μου τραβούνε τ’ αρχίδια,
και τον κώλο τρυπάνε,
και ζητούν να με φάνε.
Τόσον βαρέως μην αλγείς.
Και πώς, Θεές κυράδες,
που’ χασα κι αίμα και πετσί, παπούτσια και παράδες,
και μέσα στ’ άλλα κάθομαι σαν φύλακας εδώ
και γλυκοτραγουδώ,
κι ακόμη λίγο χάνομαι
κι απ’ τα μαλλιά μου πιάνομαι;
Τι κάνεις συ; δεν σκέπτεσαι;
Ναι μα τον Ποσειδώνα.
Και ποίαν σκέψιν έκαμες;
Αν μέσ’ στον κορεώνα
θα μ’ απομείνει τίποτα με τους κορέους…
Χάσου.
Τι να χαθώ που χάθηκα, Σωκράτη μου…
Σκεπάσου,
μη σε χαυνώνουν, άνθρωπε, λιμώττοντες κορέοι,
σφίξου να βρεις μια πονηριά για ν’ αρνηθείς τα χρέη.
Αλίμονο, Σωκράτη μου… ποιος μέσ’ σ’ αυτό το χάλι
απάνω μου θα βάλει
αρνιού πυκνόμαλλη προβιά για να κουκουλωθώ
Και να ’βρω κάποια μέθοδο τα χρέη ν’ αρνηθώ;
Τώρ’ ας τον ιδώ τι κάνει
κι αν την ώρα του δεν χάνει.
Ε! κοιμάσαι, μαθητά μου;
Διόλου, κόρυζες σαρώνω.
Βρήκες τίποτα;
Τι να ’βρω;
Τίποτα;
Σε βεβαιώνω.
Την ξερή μου μοναχά μέσα στο δεξί κρατώ,
τίποτ’ άλλο παρ’ αυτό.
Έλα γρήγορα σκεπάσου να μπορέσεις να σκεφθείς.
Μα για ποιο; συ τούτο πες μου για ν’ αρχίσω παρευθύς.
Λέγε πρώτος συ τι θέλεις…
Χίλιες δυο φορές σου το ’πα,
ήγουν πώς να μην πληρώσω σε κανένα τόκους…
Σώπα,
και σκεπάσου τώρα πάλιν και λεπτόν τον νουν ν’ αφήσεις
κι έν προς έν τα πράγματά σου βαθμηδόν ν’ ανερευνήσεις.
Ωχ! ο δόλιος τι παθαίνω!…
Παντελώς μην ανησύχει,
κι αν εις σκέψιν σου καμίαν κάποια δυσκολία τύχει,
άφηνέ την, και κατόπιν εις εκείνην ξαναπέτα,
και τα πράγματα ζυγίζων ακριβώς συνάρμοζέ τα.
Σωκρατάκη, Σωκρατάκη.
Τι με θέλεις, γεροντάκι;
Για να μη πληρώσω τόκους βρήκα λύσι δυνατή.
Λέγε μού την.
Θα την μάθεις, μα για πες μου πρώτα…
Τι;
Αν που λες της Θεσσαλίας καμιά μάγισσ’ αγοράσω
και την νύκτα με τα μάγια το φεγγάρι κατεβάσω,
και καλά κλεισμένο το ’χω σε μια θήκη στρογγυλή
μέρα νύκτα σαν καθρέφτη…
Πλην αυτό τι σ’ ωφελεί;
Όταν πουθενά δεν βγαίνει σαν και πρώτα το φεγγάρι
κανείς τόκους δεν θα πάρει.
Μα γιατί;
Γιατί ζητούνται κατά μήνα τακτικά
τόκοι για τα δανεικά.
Εύγε σου• πλην πάλιν άλλο
δεξιόν θα σου προβάλω.
Αν κανένας, Στρεψιάδη, σ’ εναγάγει να του δώσεις
οφειλήν ταλάντων πέντε, πώς την δίκην θα γλυτώσεις;
Πώς; δεν ξέρω… στάσου λίγο
να σκεφθώ πώς θα ξεφύγω.
Διαρκώς τον νουν προς σε μη τον στρέφεις κοπιώδη,
αλλ’ η σκέψις ελευθέρα
να πηγαίνει στον αέρα
σαν χρυσόμυγα δεμένη με κλωστήν από το πόδι.
Βρήκα μια σπουδαία λύσι να ξεφύγω μ’ ευκολία,
που και συ θα συμφωνήσεις… Μέσ’ στα φαρμακοπωλεία
έτυχε να δεις την πέτρα την γυαλιστερή, Σωκράτη,
που μ’ αυτήν το φως ανάβουν;
Το γυαλί μού λες;
Σπολλάτη,
Αν λοιπόν μια τέτοια πάρω, κι όταν ο Γραμματικός
γράφη την δική μου δίκη, τότ’ εγώ προσεκτικός
μακρυά του κι εδώ πέρα προς τον ήλιο σταματήσω,
και τα γράμματα της δίκης τού τα λιώσω, του τα σβήσω;
Μα τας Χάριτας ωραίον.
Τι χαρά! Δεν ξέρεις πόσο
χαίρομαι κι αναγαλλιάζω που τα πέντε θα γλιτώσω.
Γρήγορ’ άρπαξε και τούτο.
Ποιο, μεγάλη κεφαλή;
Όταν μέλλουσα βεβαία καταδίκη σ’ απειλεί,
πώς ευγλώττως αντιλέγων θα μπορέσεις να σωθείς
δίχως μάρτυρας παρόντας;
Ευκολότατα κι ευθύς.
Αν ενώ δικάζουν άλλους, πριν να δικασθώ κι εγώ,
με τα τέσσερά μου τρέξω στην κρεμάλα και πνιγώ;
Τίποτα δεν λες…
Πώς όχι; Ποιος ποτέ, σοφή καυκάλα,
θα μπορεί να με δικάσει πεθαμένο στην κρεμάλα;
Φλυαρείς, μακράν μου φύγε, παύω πια να σε μαθαίνω.
Μη για τους Θεούς, Σωκράτη, μη μ’ αφήσεις τον καημένο.
Ό,τι μάθεις το ξεχάνεις και πηγαίνει στα χαμένα.
Πες τι πρώτον εδιδάχθης;
Ωχ! αλλοίμονον σ’ εμένα!
Ποιο το πρώτο; ποιο το πρώτο;… πώς ξεχάνω στη στιγμή…
στάσου, πώς το λεν εκείνο, που ζυμώνουν το ψωμί;
Ξεκουμπίσου, ξεχανιάρη
και σκαιότατον κουφάρι.
Ωχ! ο μαύρος τι θα πάθω! θα χαθώ, θα τα ’βρω σκούρα,
αν την γλώσσα μου δεν μάθω να την στρέφω σαν την σβούρα.
Όμως σεις, Θεές Νεφέλες, δώσετέ μου μια καλή
και σπουδαία συμβουλή.
Σε προτρέπομεν ασμένως, γέρον ζήλου περισσού,
αν υιόν κανένα τρέφεις, να τον φέρεις αντί σου.
Έχω γυιο, Θεές Νεφέλες, και καλό και προκομμένο,
μα δεν θέλει να σπουδάσει… τι να κάνω; τι να γένω;
Αλλά συ πώς τον αφήνεις;
Έχει δυνατό κορμί,
κι είναι τώρα στον καιρό του και στην πρώτη την ορμή,
κι απ’ το σόι της Κοισύρας το περήφανο βαστιέται
και λυγιέται και κουνιέται.
Όμως πάω να τον φέρω, κι αν δεν θέλει δίχως άλλο
απ’ το σπίτι θα τον βγάλω.
Πρόσμενέ με και γυρίζω.
Τάχα βλέπεις τι πολλά
θα σου φέρομεν καλά
μόν’ εμείς εκ των Θεών; Ό,τι κι αν ειπείς, Σωκράτη,
τούτος πρόθυμος το πράττει,
κι αφού γνώρισες τον άνδρα, που ’ναι και μπουμπουνισμένος
και για σε ξετρελλαμένος,
αδηφάγως να του πέσεις
να του φας ό,τι μπορέσεις,
επειδή πολύ ταχέως οι τοιούτοι των εξάλλων
αγαπούν ν’ αλλάζουν γνώμας και να παίρνουν δρόμον άλλον.
5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή