ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ, ΧΟΡΟΣ

 

Σωκράτης

 

Μα τον Αέρα, την Πνοήν, το Χάος, την Τριάδα,

τοιούτον άνδρα βάναυσον ποτέ μου δεν ξανάδα,

κι απαίδευτον κι ανόητον, που τόσον να ξεχάνει,

και μόλις πράγματα μικρά κι ασήμαντα μανθάνει,

προτού τα μάθει τα ξεχνά… Μα τώρ’ ας τον φωνάξω

εκτός της θύρας εις το φως να βγει να τον διδάξω.

Ε! Στρεψιάδη, σε καλώ να βγεις με το κρεβάτι.

 

Στρεψιάδης

 

Μα δεν μ’ αφήνουν, το κρατούν οι κόρυζες, Σωκράτη.

 

Σωκράτης

 

Βάλε το κάτω γρήγορα κι άκου με προσοχή.

 

Στρεψιάδης

 

Ιδού με.

 

Σωκράτης

 

Λέγε τι ποθείς να μάθεις στην αρχή

απ’ όσα δεν σ’ εδίδαξα κι απ’ όσα συ κανένα

δεν έχεις μαθημένα.

Καν έπη θέλεις, καν ρυθμούς, καν μέτρα; πες μια γνώμη

 

Στρεψιάδης

 

Ναι για τα μέτρα μάθε με, γιατί προχθές ακόμη

δυο χοίνικας μου σούφρωσε κάποιος κλεφτοψωμάς.

 

Σωκράτης

 

Όμως εγώ σ’ ερώτησα τι μέτρον προτιμάς;

τρίμετρον ή τετράμετρον;

 

Στρεψιάδης

 

Το πιο καλό για ’μένα

είναι των έξη το μισό…

 

Σωκράτης

 

Λόγια μιλάς χαμένα.

 

Στρεψιάδης

 

Μαζί μου τώρα, δάσκαλε, συμφώνησε και κρίνε

αυτό των έξη το μισό τετράμετρο πως είναι.

 

Σωκράτης

 

Πόσον αγροίκος φαίνεσαι και δυσκολομαθής!

έτσι θα μάθεις τους ρυθμούς; άιντε να μου χαθείς.

 

Στρεψιάδης

 

Μα δεν μου λες, για το ψωμί

θα μ’ ωφελήσουν οι ρυθμοί;

 

Σωκράτης

 

Πρώτον θα φαίνεσαι κομψός κι εντύπωσιν θα κάνης

εν μέσω συναναστροφών, και θα καταλαμβάνεις

από τους τρέχοντας ρυθμούς σαν να’ σαι μουσικός

ποίος ο κατά δάκτυλον, τις ο πολεμικός.

 

Στρεψιάδης

 

Ποίος ο κατά δάκτυλον;

 

Σωκράτης

 

Ναι, μα τον Δία.

 

Στρεψιάδης

 

Ξέρω.

 

Σωκράτης

 

Πες μου.

 

Στρεψιάδης

 

Ποιος άλλος απ’ αυτόν τον δάκτυλό μου, γέρο;

αλλά σαν ήμουνα παιδί τούτος εδώ που βλέπεις.

 

Σωκράτης

 

Είσ’ επιπόλαιος πολύ και προς τ’ αχρεία ρέπεις.

 

Στρεψιάδης

 

Δεν θέλω τίποτ’ απ’ αυτά, γέρο συφοριασμένε.

 

Σωκράτης

 

Αμέ τι θέλεις το λοιπόν;

 

Στρεψιάδης

 

Εκείνο πώς τον λένε,

θέλω τον λόγον να μου πεις, αυτόν τον αδικότατον.

 

Σωκράτης

 

Μα πριν εκείνου χρήσιμον θαρρώ κι αναγκαιότατον

ποια τ’ άρρενα τετράποδα να μάθεις κατά βάθος.

 

Στρεψιάδης

 

Αν το μυαλό δεν μου’ φυγε τα ξέρω δίχως λάθος,

ταύρος και τράγος και κριός κι αλεκτρυών και σκύλος.

 

Σωκράτης

 

Βλέπεις τι λάθος, άνθρωπε, διέπραξες προδήλως;

Αλεκτρυόνα γενικώς αποκαλείς αμφότερα,

κι αρσενικόν και θηλυκόν.

 

Στρεψιάδης

 

Πώς; μίλα καθαρώτερα.

 

Σωκράτης

 

Αλεκτρυών κι αλεκτρυών.

 

Στρεψιάδης

 

Ναι μα τον Ποσειδώνα.

Πώς πρέπει τάχα να το ’πώ;

 

Σωκράτης

 

Ποσώς αλεκτρυόνα.

Εκείνην αλεκτρύαιναν κι αλέκτορα τον άλλον.

 

Στρεψιάδης

 

Τρις εύγε σου μα την πνοήν, ω πρώτε των δασκάλων.

Μόνον γι’ αυτό το μάθημα μ’ αλεύρι θα γεμίσω

την αδειανή σου Κάρδοπο για να σ’ ευχαριστήσω.

 

Σωκράτης

 

Ορίστε, προς τοις άλλοις

και κατά τούτο σφάλλεις.

Την Κάρδοπον την θηλυκήν

εσύ την λες αρσενικήν.

 

Στρεψιάδης

 

Πώς δηλαδή την Κάρδοπον αρσενικήν καλώ;

 

Σωκράτης

 

Να, σαν να λες Κλεώνυμος.

 

Στρεψιάδης

 

Μα πώς, βαθύ μυαλό;

 

Σωκράτης

 

Κλεώνυμος και Κάρδοπος σημαίνουν ένα γένος.

 

Στρεψιάδης

 

Αλλ’ όμως ο Κλεώνυμος ο κακομοιριασμένος

ποτέ δεν είχε Κάρδοπον να πούμε δηλαδή,

μα τα ψωμιά του ζύμωνε σε στρογγυλό γουδί.

Λοιπόν πώς πρέπει του λοιπού να την καλώ, Σωκράτη;

 

Σωκράτης

 

Ιδού Καρδόπην λέγε την ωσάν να λες Σωστράτη.

 

Στρεψιάδης

 

Λοιπόν Καρδόπην;

 

Σωκράτης

 

Μάλιστα, την λέγεις θηλυκήν

κατά την λογικήν.

 

Στρεψιάδης

 

Έτσι θα ’ναι, Κλεωνύμη και Καρδόπη…

 

Σωκράτης

 

Περιπλέον

κι εκ των άλλων ονομάτων των αρρένων και θηλέων

είν’ επάναγκες να μάθεις ποία μεν τ’ αρσενικά,

ποία δε τα θηλυκά.

 

Στρεψιάδης

 

Αμ’ τα ξέρω και τα ξέρεις… από θηλυκά σωρεία…

Λύσιλλα και Κλειταγόρα, Φίλιννα και Δημητρία.

 

Σωκράτης

 

Αμ’ αρσενικά;

 

Στρεψιάδης

 

Χιλιάδες, ο Φιλόξενος, και τ’ άλλα,

Μελησίας, Αμυνίας…

 

Σωκράτης

 

Πλην, μωρέ χοντροκέφαλα,

τούτ’ αρσενικά δεν είναι…

 

Στρεψιάδης

 

Σε σας τέτοια δεν περνούν;

 

Σωκράτης

 

Ως τοιαύτα στην Σχολήν μας μηδαμώς δεν τα φρονούν,

επειδή τον Αμυνίαν καθ’ οδόν αν συναντήσεις

πώς αυτόν θα προσφωνήσεις;

 

Στρεψιάδης

 

Πώς; να πώς… έλ’ Αμυνία, που σε θέλω…

 

Σωκράτης

 

Τι λαλείς;

βλέπεις πως την Αμυνίαν την γυναίκα προσκαλείς;

 

Στρεψιάδης

 

Και δικαίως, δάσκαλέ μου,

όταν σε καιρούς πολέμου

δεν πηγαίνει στρατιώτης… πλην αυτά τι να τα κάνω,

που νερό τα ξέρουν όλοι;… τον καιρό μου μόνο χάνω.

 

Σωκράτης

 

Τίποτα κανείς δεν ξέρει• τώρα πέσε και σκεπάσου

στο κρεβάτι…

 

Στρεψιάδης

 

Τι να κάνω;

 

Σωκράτης

 

Να σκεφθείς για τα δικά σου


Στρεψιάδης

 

Μα θα σε παρακαλέσω

στο κρεβάτι να μην πέσω,

αλλ’ αν πρέπει να ξαπλώσω, να μ’ αφήσεις εδώ χάμω

κάθε σκέψι μου να κάμω.

 

Σωκράτης

 

Όπως είπα και θα γίνει…

 

Στρεψιάδης

 

Τι θα πάθ’ ο δυστυχής

σήμερα με τους κορέους…

 

Χορός Β’.

 

Σκέπτου μετά προσοχής,

και δοκίμαζε και βλέπε

κι εις πολλά τον νουν σου τρέπε,

κι όλον να τον συγκεντρώσεις επιμόνως σ’ ένα μέρος

κι απ’ εδώ κι απ’ εκεί πέρα να τον στρέφεις ελευθέρως,

κι όταν λύσιν δεν ευρίσκεις, ευθύς σ’ άλλην σκέψιν πήδα,

γλυκύς ύπνος μη σε πάρει, κι έχε μάτια σαν γαρίδα.

 

Στρεψιάδης

 

Ποπώ, ποπώ, ποπώ, ποπώ!…

 

Χορός Β’.

 

Τι τόσον σε ταράττει;

 

Στρεψιάδης

 

Ο δυστυχής εχάθηκα… μέσ’ από το κρεβάτι

σιγά σιγά Κορίνθιοι κορέοι ξετρυπώνουν

κι αλύπητα δαγκώνουν.

Μια στιγμή δεν μ’ αφήνουν,

δώσ’ του κι αίμα μού πίνουν,

κομματιάζουν παγίδια,

μου τραβούνε τ’ αρχίδια,

και τον κώλο τρυπάνε,

και ζητούν να με φάνε.

 

Χορός Β’.

 

Τόσον βαρέως μην αλγείς.

 

Στρεψιάδης

 

Και πώς, Θεές κυράδες,

που’ χασα κι αίμα και πετσί, παπούτσια και παράδες,

και μέσα στ’ άλλα κάθομαι σαν φύλακας εδώ

και γλυκοτραγουδώ,

κι ακόμη λίγο χάνομαι

κι απ’ τα μαλλιά μου πιάνομαι;

 

Σωκράτης

 

Τι κάνεις συ; δεν σκέπτεσαι;

 

Στρεψιάδης

 

Ναι μα τον Ποσειδώνα.

 

Σωκράτης

 

Και ποίαν σκέψιν έκαμες;

 

Στρεψιάδης

 

Αν μέσ’ στον κορεώνα

θα μ’ απομείνει τίποτα με τους  κορέους…

 

Σωκράτης

 

Χάσου.

 

Στρεψιάδης

 

Τι να χαθώ που χάθηκα, Σωκράτη μου…

 

Σωκράτης

 

Σκεπάσου,

μη σε χαυνώνουν, άνθρωπε, λιμώττοντες κορέοι,

σφίξου να βρεις μια πονηριά για ν’ αρνηθείς τα χρέη.

 

Στρεψιάδης

 

Αλίμονο, Σωκράτη μου… ποιος μέσ’ σ’ αυτό το χάλι

απάνω μου θα βάλει

αρνιού πυκνόμαλλη προβιά για να κουκουλωθώ

Και να ’βρω κάποια μέθοδο τα χρέη ν’ αρνηθώ;

 

Σωκράτης

 

Τώρ’ ας τον ιδώ τι κάνει

κι αν την ώρα του δεν χάνει.

Ε! κοιμάσαι, μαθητά μου;

 

Στρεψιάδης

 

Διόλου, κόρυζες σαρώνω.

 

Σωκράτης

 

Βρήκες τίποτα;

 

Στρεψιάδης

 

Τι να ’βρω;

 

Σωκράτης

 

Τίποτα;

 

Στρεψιάδης

 

Σε βεβαιώνω.

Την ξερή μου μοναχά μέσα στο δεξί κρατώ,

τίποτ’ άλλο παρ’ αυτό.

 

Σωκράτης

 

Έλα γρήγορα σκεπάσου να μπορέσεις να σκεφθείς.

 

Στρεψιάδης

 

Μα για ποιο; συ τούτο πες μου για ν’ αρχίσω παρευθύς.

 

Σωκράτης

 

Λέγε πρώτος συ τι θέλεις…

 

Στρεψιάδης

 

Χίλιες δυο φορές σου το ’πα,

ήγουν πώς να μην πληρώσω σε κανένα τόκους…

 

Σωκράτης

 

Σώπα,

και σκεπάσου τώρα πάλιν και λεπτόν τον νουν ν’ αφήσεις

κι έν προς έν τα πράγματά σου βαθμηδόν ν’ ανερευνήσεις.

 

Στρεψιάδης

 

Ωχ! ο δόλιος τι παθαίνω!…

 

Σωκράτης

 

Παντελώς μην ανησύχει,

κι αν εις σκέψιν σου καμίαν κάποια δυσκολία τύχει,

άφηνέ την, και κατόπιν εις εκείνην ξαναπέτα,

και τα πράγματα ζυγίζων ακριβώς συνάρμοζέ τα.

 

Στρεψιάδης

 

Σωκρατάκη, Σωκρατάκη.

 

Σωκράτης

 

Τι με θέλεις, γεροντάκι;

 

Στρεψιάδης

 

Για να μη πληρώσω τόκους βρήκα λύσι δυνατή.

 

Σωκράτης

 

Λέγε μού την.

 

Στρεψιάδης

 

Θα την μάθεις, μα για πες μου πρώτα…

 

Σωκράτης

 

Τι;

 

Στρεψιάδης

 

Αν που λες της Θεσσαλίας καμιά μάγισσ’ αγοράσω

και την νύκτα με τα μάγια το φεγγάρι κατεβάσω,

και καλά κλεισμένο το ’χω σε μια θήκη στρογγυλή

μέρα νύκτα σαν καθρέφτη…

 

Σωκράτης

 

Πλην αυτό τι σ’ ωφελεί;

 

Στρεψιάδης

 

Όταν πουθενά δεν βγαίνει σαν και πρώτα το φεγγάρι

κανείς τόκους δεν θα πάρει.

 

Σωκράτης

 

Μα γιατί;

 

Στρεψιάδης

 

Γιατί ζητούνται κατά μήνα τακτικά

τόκοι για τα δανεικά.

 

Σωκράτης

 

Εύγε σου• πλην πάλιν άλλο

δεξιόν θα σου προβάλω.

Αν κανένας, Στρεψιάδη, σ’ εναγάγει να του δώσεις

οφειλήν ταλάντων πέντε, πώς την δίκην θα γλυτώσεις;

 

Στρεψιάδης

 

Πώς; δεν ξέρω… στάσου λίγο

να σκεφθώ πώς θα ξεφύγω.

 

Σωκράτης

 

Διαρκώς τον νουν προς σε μη τον στρέφεις κοπιώδη,

αλλ’ η σκέψις ελευθέρα

να πηγαίνει στον αέρα

σαν χρυσόμυγα δεμένη με κλωστήν από το πόδι.

 

Στρεψιάδης

 

Βρήκα μια σπουδαία λύσι να ξεφύγω μ’ ευκολία,

που και συ θα συμφωνήσεις… Μέσ’ στα φαρμακοπωλεία

έτυχε να δεις την πέτρα την γυαλιστερή, Σωκράτη,

που μ’ αυτήν το φως ανάβουν;

 

Σωκράτης

 

Το γυαλί μού λες;

 

Στρεψιάδης

 

Σπολλάτη,

Αν λοιπόν μια τέτοια πάρω, κι όταν ο Γραμματικός

γράφη την δική μου δίκη, τότ’ εγώ προσεκτικός

μακρυά του κι εδώ πέρα προς τον ήλιο σταματήσω,

και τα γράμματα της δίκης τού τα λιώσω, του τα σβήσω;

 

Σωκράτης

 

Μα τας Χάριτας ωραίον.

 

Στρεψιάδης

 

Τι χαρά! Δεν ξέρεις πόσο

χαίρομαι κι αναγαλλιάζω που τα πέντε θα γλιτώσω.

 

Σωκράτης

 

Γρήγορ’ άρπαξε και τούτο.

 

Στρεψιάδης

 

Ποιο, μεγάλη κεφαλή;

 

Σωκράτης

 

Όταν μέλλουσα βεβαία καταδίκη σ’ απειλεί,

πώς ευγλώττως αντιλέγων θα μπορέσεις να σωθείς

δίχως μάρτυρας παρόντας;

 

Στρεψιάδης

 

Ευκολότατα κι ευθύς.

Αν ενώ δικάζουν άλλους, πριν να δικασθώ κι εγώ,

με τα τέσσερά μου τρέξω στην κρεμάλα και πνιγώ;

 

Σωκράτης

 

Τίποτα δεν λες…

 

Στρεψιάδης

 

Πώς όχι; Ποιος ποτέ, σοφή καυκάλα,

θα μπορεί να με δικάσει πεθαμένο στην κρεμάλα;

 

Σωκράτης

 

Φλυαρείς, μακράν μου φύγε, παύω πια να σε μαθαίνω.

 

Στρεψιάδης

 

Μη για τους Θεούς, Σωκράτη, μη μ’ αφήσεις τον καημένο.

 

Σωκράτης

 

Ό,τι μάθεις το ξεχάνεις και πηγαίνει στα χαμένα.

Πες τι πρώτον εδιδάχθης;

 

Στρεψιάδης

 

Ωχ! αλλοίμονον σ’ εμένα!

Ποιο το πρώτο; ποιο το πρώτο;… πώς ξεχάνω στη στιγμή…

στάσου, πώς το λεν εκείνο, που ζυμώνουν το ψωμί;

 

Σωκράτης

 

Ξεκουμπίσου, ξεχανιάρη

και σκαιότατον κουφάρι.

 

 

Στρεψιάδης

 

Ωχ! ο μαύρος τι θα πάθω! θα χαθώ, θα τα ’βρω σκούρα,

αν την γλώσσα μου δεν μάθω να την στρέφω σαν την σβούρα.

Όμως σεις, Θεές Νεφέλες, δώσετέ μου μια καλή

και σπουδαία συμβουλή.

 

Χορός Α’.

 

Σε προτρέπομεν ασμένως, γέρον ζήλου περισσού,

αν υιόν κανένα τρέφεις, να τον φέρεις αντί σου.

 

Στρεψιάδης

 

Έχω γυιο, Θεές Νεφέλες, και καλό και προκομμένο,

μα δεν θέλει να σπουδάσει… τι να κάνω; τι να γένω;

 

Χορός Α’.

 

Αλλά συ πώς τον αφήνεις;

 

Στρεψιάδης

 

Έχει δυνατό κορμί,

κι είναι τώρα στον καιρό του και στην πρώτη την ορμή,

κι απ’ το σόι της Κοισύρας το περήφανο βαστιέται

και λυγιέται και κουνιέται.

Όμως πάω να τον φέρω, κι αν δεν θέλει δίχως άλλο

απ’ το σπίτι θα τον βγάλω.

Πρόσμενέ με και γυρίζω.

 

Χορός Β’.

 

Τάχα βλέπεις τι πολλά

θα σου φέρομεν καλά

μόν’ εμείς εκ των Θεών; Ό,τι κι αν ειπείς, Σωκράτη,

τούτος πρόθυμος το πράττει,

κι αφού γνώρισες τον άνδρα, που ’ναι και μπουμπουνισμένος

και για σε ξετρελλαμένος,

αδηφάγως να του πέσεις

να του φας ό,τι μπορέσεις,

επειδή πολύ ταχέως οι τοιούτοι των εξάλλων

αγαπούν ν’ αλλάζουν γνώμας και να παίρνουν δρόμον άλλον.

 

 

5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA