
ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τα «Φιλολογικά Πορτρέτα» είναι η φιλολογική αυτοβιογραφία μου. Της έδωσα αυτή τη μορφή, γιατί έτσι το βρήκα καλύτερο για τους αναγνώστες μου, ίσως και για μένα τον ίδιο. Αντί να κάθουμαι να περιαυτολογώ, αραδιάζοντας γεγονότα αδιάφορα και κουραστικά για τους άλλους, έτσι φλυαρώντας, να πούμε, πάντα κι ατέλειωτα pro domo mea, βρήκα πως είναι καλύτερο τη ζωή μου την πνεματική να δώσω σε σειρά πορτρέτα για τους ανθρώπους που σκετίζονται, λίγο ή πολύ, μ’ αυτή, που μου χρησιμέψανε δάσκαλοι κι οδηγητές στα πρώτα φιλολογικά βήματά μου, που εξασκήσανε κάποιαν επιρροή απάνω μου και που, γενικά, άφησαν κάποια δυνατή εντύπωση στη θύμησή μου.
Έτσι, ούτε βιογραφώ ούτε κριτικάρω στα «Φιλολογικά πορτρέτα» μου· απλούστατα, αφηγούμαι. Κι αφηγούμαι ό,τι σχετίζεται με την πνεματική ζωή μου - με την καθαυτό ζωή μου δηλ., γιατί ένας λογοτέχνης ζει μόνο μέσα στα βιβλία του, λεύτερος από λογής κοινωνικούς δεσμούς, και με τα πρόσωπα εκείνα που αποκαλεί συνάδερφους, μα που είναι οι καθαυτό αδερφοί του, η φαμελιά του, ο κόσμος του. Γύρω «ας βογκάει του κόσμου η τρικυμία». Ο λογοτέχνης, ζώντας μέσα στη γαλήνια περικυκλωσιά της σκέψης του, αδιαφορεί για την κοινωνική φουρτούνα που μανιάζει ολόγυρά του και που, το πολύ πολύ, μπορεί ναν του χρησιμέψει μερικές φορές, για κεντριστήρι προς δημιουργία —υλικό για να χτίσει το πνεματικό καλύβι ή παλάτι του, ανάλογα με τη δύναμή του.
Η πνεματική ζωή μου λοιπόν είναι η καθαυτό ζωή μου, και της τέτοιας ζωής μου πάσκισα να δώσω τα πιο, κατά τη γνώμη μου, χαραχτηριστικά κομμάτια μέσα στα πορτρέτα μου. Πάσκισα, στα πρώτα πρώτα μάλιστα (Ραμπαγάς, Γαβριηλίδης, Θέμος Άννινος, Μητσάκης, Κρυστάλλης κλπ.) να δώσω και κάτι άλλο πιο γενικό: πάσκισα να δώσω μιαν εικόνα της πνεματικής ζωής μας στα πρώτα χρόνια που βγήκα κι εγώ - πουλί πνεματικό άπλερο - δειλά δειλά από τη φωλιά μου και πέταξα προς τη μεγάλη ζωή. Η ζωή εκείνη είχε κάποιονε χαραχτήρα, κάποιο χρώμα, κάποια μορφή δική της ήτανε ζωή που έσβησε ολότελα, σα σβήσανε και τα πρόσωπα που την αντιπροσωπεύανε, μα που ωστόσο άφησε τα χνάρια της στη σημερινή πνεματική, ακόμα και κοινωνική ζωή μας, αφού, βλέπετε, ένας λογοτέχνης σημερινός, αποφασίζοντας να δώσει κομμάτια της ζωής του, άθελά του στηρίζεται στην τότε ζωή του, τόση σημασία της δίνει. Η ζωή εκείνη τότε γκρέμιζε και δημιουργούσε μαζί, και μπορώ να πω αδίσταχτα πως ο ριζοσπαστισμός της κι ο νεολογισμός της έριξε το σπόρο για τις καινούργιες ανθρωπιστικές ιδέες που εξαγνίζουνε σήμερα κι ομορφαίνουνε μια μεγάλη μερίδα της νεολαίας μας - και που αύριο σίγουρα θα φέρουνε ένα άνθισμα καινούριο στη ζωή μας.
Έτσι παίρνουνε και κάποιαν ιστορική σημασία τα πορτρέτα μου αυτά. Δεν ξέρω. Εγώ, σας το ξομολογούμαι, δε φρόντισα ναν τους δώσω καμιά σημασία, ούτε ιστορική, ούτε όποιαν άλλη. Ν’ αφηγηθώ μοναχά - αυτός ήτανε ο σκοπός μου. Ν’ αφηγηθώ ό,τι με συγκίνησε, ό,τι σημαντικό ή ασήμαντο, σε πρόσωπα ή σε γεγονότα, μου ’καμε βαθύτερη εντύπωση, χάραξε κάτι στη θύμησή μου. Τίποτ’ άλλο. Για τούτο, όποιος τα προσέξει λίγο τα «Φιλολογικά πορτρέτα», παίρνοντάς τα από την άποψη αυτή, θα δικαιολογήσει γιατί μέσα σ’ αυτά μπήκανε και κάποια πορτρέτα ανθρώπων (Φέξης, Καβαφάκης κτλ.) που δεν έχουν καμιά σκέση με τη δημιουργική φιλολογία, μα που ωστόσο μένουν ως τύποι αντιπροσωπευτικοί στην πνεματική και κοινωνική εξέλιξη της σημερινής, ζωής.
Θαρρώ ό,τι ήτανε να δικαιολογήσω το δικαιολόγησα και σταματώ εδώ, μη θέλοντας σε τούτο το Σημείωμα να δώσω περισσότερο, κουραστικό, μάκρος και ναν το μεταμορφώσω σε Πρόλογο.
Μάης του 1922.
Δ.Π.Τ.
Τα «Φιλολογικά Πορτρέτα» πρωτοτυπωθήκανε στις εφημερίδες «Πανελλήνιος Μεταρρύθμισις», «Ελεύθερον Βήμα», «Έθνος» και «Νουμάς».
Το κλισέ του Δ.Π. Ταγκόπουλου φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου