
ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Το πρώτο φύλλο του «Μη χάνεσαι» βγήκε στις 16 του Γενάρη 1880. Το ’βγαλε ο Γαβριηλίδης. Είχε το σχήμα του «Ραμπαγά», έβγαινε κι αυτό δυο φορές την εβδομάδα και διαβαζότανε πολύ. Δεν ξέρω αν το ’βγαλε ο Γαβριηλίδης αμέσως μόλις αποχωρίστηκε από τον Κλεάνθη η αργότερα. Ξέρω μοναχά πως το διαβάζαμε κι αυτό με την ίδια αγάπη που διαβάζαμε το «Ραμπαγά», γιατί βρίσκαμε στις σελίδες του τους ίδιους ποιητές, τις ίδιες περίπου πέννες, τον ίδιο Ριζοσπαστισμό. Βρίσκαμε ακόμα και άρθρα του Γαβριηλίδη εκεί μέσα, τα φλογερά, τα ορμητικά, τα περίφημα άρθρα του Κάλιμπαν.
Το Γαβριηλίδη τον είχα γνωρίσει πριν ακόμα κατεβεί στην Αθήνα, σα δημοσιογραφούσε στην Πόλη, από κάτι κριτικές μελέτες του για τις Γυναίκες του «Σαίξπηρ» (Οφελία—Δεισδαιμόνα—Ιουλιέττα κλπ.) που δημοσίευε σε κάποιο περιοδικό της Πόλης, δε θυμάμαι ποιο, που μου το ’χε δανείσει ένας φίλος μου. Έτσι, σαν έβγαλε εφημερίδα δική του, όλοι οι τότε νέοι την κάμαμε εφημερίδα μας κι αυτήν. Είχαμε δυο τώρα. Το «Ραμπαγά» και το «Μη χάνεσαι». Στη μια βρίσκαμε τον Κλεάνθη, τον Ανακρεόντειο πότε πότε τραγουδιστή και το ρομαντικό δημοκράτη, που με τα πολιτικά του πρωτοσέλιδα δημοκρατικά ποιήματα μάς ξεσήκωνε τα μυαλά μας, και στην άλλη βρίσκαμε τον Κάλιμπαν που με την ορμητική του αρθρογραφία, κατά του Αλεξ. Κουμουνδούρου ιδίως, και με το πνεύμα του, που πετούσε σπίθες κι αστραπές (δε λείπανε δα κι οι κεραυνοί πότε πότε) μας αναστάτωνε.
Όσο κι αν τον παρακολουθούσα το Γαβριηλίδη και στο «Μη χάνεσαι» και στην «Ακρόπολη» κι όσο κι αν τον αγαπούσα, δεν ευτύχησα να συνεργαστώ μαζί του. Και ίσως να είμαι ο μόνος από τη σημερινή φιλολογική γερουσία, που δεν πέρασε από το φροντιστήριό του το δημοσιογραφικό. Μια φορά μόνο μου τύχε να μιλήσω μαζί του.
Είχα βγάλει τους «Πρώτους στίχους» μου - και τους τελευταίους. Ο Παλαμάς, που έγραφε τότε ταχτικά κριτικές για τα καινούρια βιβλία στη φιλολογική «Εστία», με τον τίτλο «Συγγραφείς και βιβλία», μού τους έκρινε μαζί μετά «Λόγια της καρδιάς», που είχανε βγει κι αυτά τότε, του Κώστα Μάνου, και τους είχε βρει υποφερτούς. Είναι δείγματα, έγραφε, που μας πείθουν πως ο ποιητής θα μας δώσει αργότερα υφάσματα άξια Τέχνης». (Προφητεία που αλίμονο! δεν αλήθεψε). Κι ο Σουρής με είχε υποδεχτεί στο «Ρωμιό» του με όλες τις τιμές.... της ρίμας:
Του νέου Ταγκοπούλου οι πρώτοι «Πρώτοι στίχοι».
Και ούτος πρέπει μνείας εν τω «Ρωμιώ» να τύχει.
Τι αφθονία στίχων! Τι πλούτος περισσός!
Αι Μούσαι μειδιώσαι και τούτον θεωρούν,
υπόσχεται δε μέλλον ο ψάλλων νεοσσός,
δι’ όπερ και βραβείον λαμβάνει αργυρούν.
Μ’ αλίμονο! Ύστερ’ από το ποιητικό δειγματολόγιο που μου αναγνώριζε ο Παλαμάς κι ύστερ’ από το αργυρούν βραβείον που έδινε ο Σουρής στον ποιητικό νεοσσό (δυο περίπου μέτρα νεοσσός! φανταστείτε) μου ήρθε κατακέφαλα ο καταπέλτης του Γαβριηλίδη, που βρισκότανε τότε στην κριτική του περίοδο κι έγραφε μονόστηλα και δίστηλα, κάποτε, άρθρα στην «Ακρόπολη». Το Μάνο τον είχε ανεβάσει στα μεσούρανα. Έμενα με κακομεταχειρίστηκε. «Έχομεν να κάμομεν με έναν εντελώς άγνωστον ποιητήν, με εν όνομα τίποτε μη εκφράζον, δυνάμεθα να κρίνομεν επομένως άνευ ουδεμιάς προκαταλήψεως διαβάζοντες τους στίχους του κ.λ.π.» Έτσι αρχίνιζε το άρθρο του. Κι αφού έλεγε αρκετά για το βιβλίο έφτανε στο συμπέρασμα πως ο ποιητής έσπευσε να δημοσιεύσει τους στίχους του διότι κ.λ.π. «αλλά πρέπει η σπουδή του να τω συγχωρηθεί, εάν εν τω μέλλοντι γίνει δύσκολος προς εαυτόν και μη νομίζει πως όλαι αι ομοιοκαταληξίαι είναι καμία ανάγκη να βλέπουν το φως της ημέρας και μάλιστα εν βιβλίω, κτήματι δηλ. εσαεί».
Ο Παλαμάς διαμαρτυρήθηκε. Ο Μητσάκης αγρίεψε. Εγώ πια ακράτητος. Για να ξεθυμάνω του ’στειλα ένα γράμμα πελώριο που αγωνιζόμουνα ναν του αποδείξω μ’ αυτό πως δεν ξέρει τι λέει! Το γράμμα μου δημοσιεύτηκε μ’ ένα σύντομο πρόλογό του που αναγνώριζε μ’ αυτόν πως οι ιδέες μου «δυνατόν να λέγουν κάτι, δυνατόν και να μη λέγουν τίποτε» και πως είμαι νεαρός συγγραφεύς που «ξεύρει να γράφει και στίχους, μη γεννώντας την απελπισίαν ούτε προκαλούντας εις αυτοχειρίαν, και επιστολάς ευκόλως αποσπωμένας από των επικλήσεων του χαρτοκαλάθου».
Ύστερ’ από μερικούς μήνες γνωριστήκαμε. Ένα μεσημέρι πηγαίναμε με το Θέμο τον Άννινο στην Αγορά και μας σταμάτησε μπρος στο Χρηματιστήριο.
- Να σου συστήσω, Βλάση, τον Ταγκόπουλο!
- Ω!... περίφημα!
Και γέλασε το πλατύ, ομηρικό του γέλιο.
- Και από πού είσαι, φίλτατε;
- Δεν ξέρω! τ’ αποκρίθηκα, κακιωμένος ακόμα με την κριτική του.
- Χα! Χα! Χα ! Δεν ξέρεις από πού κατάγεσαι ;
- Μα βέβαια, δεν ξέρω. Κατάγομαι από το Μοριά, γεννήθηκα στην Ύδρα κι ανατράφηκα στην Αθήνα!
- Αρβανίτης λοιπόν, Μοραΐτης και Αθηναίος!... Για τούτο έχεις, φίλτατε, σ’ όσα γράφεις, το αρβανίτικο πείσμα, τη μοραΐτικη βαγαποντιά και την αττική λεπτότητα!...
Ήταν η απάντησή του στο γράμμα μου που είχε ξεγελαστεί και δημοσίεψε.
Και όμως αργότερα σαν έπηξε οπωσδήποτε το μυαλό μου και ξαναδιάβασα τους «Πρώτους στίχους» μου και την κριτική του, είδα κι αναγνώρισα πόσο δίκιο είχε να με κρίνει έτσι αυστηρά και να μου πει πως «έσπευσα» να δημοσιέψω τους στίχους μου!...
Τόσο δίκιο είχε, ώστε τώρα τελευταία, όταν ένας θαυμαστής μου (γιατί και ο πιο κουτός άνθρωπος θα βρει άλλον, κουτότερο του, ναν τόνε θαυμάσει) ήρθε χαρούμενος να μου πει πως σε κάποιο παλαιοπωλείο βρήκε τους «Πρώτους στίχους» μου και τους αγόρασε, με κόπο μεγάλο συγκρατήθηκα να μη χυθώ απάνω του και τον πνίξω.
Σαν πέθανε ο Γαβριηλίδης, τον Απρίλη του 1920, δημοσίεψα στο «Νουμά» ένα τρισέλιδο άρθρο μου («Νουμάς» 1920, Απρίλης, σελ. 243-245) πλημμυρισμένο από σέβας και θαυμασμό για τον αληθινά ιδεολόγο Έλληνα δημοσιογράφο. Στο άρθρο μου αυτό προσπάθησα με γενικές γραμμές κι όχι με λεπτομερειακές κρίσες, να δώσω το χαραχτηρισμό της δυνατής επίδρασης που σημείωσε πάνω στην πολιτική και κοινωνική ζωή μας με τη νευρώδικη, ορμητική, ατίθαση και αχαλίνωτη, μπορεί κανείς να πει, αρθρογραφία του.
Δεν ξέρω αν πέτυχα στο χαραχτηρισμό του. Από το άρθρο μου όμως αυτό, ξανατυπώνω εδώ έναν παράγραφο που μου φαίνεται πως αρκετά χαραχτηρίζει και δικαιολογεί τη μονομανία που είχε να στήνει είδωλα και με τα ίδια τα χέρια του ναν τα γκρεμίζει:
«Δεν αρνιότανε· ερευνούσε. Δεν πετούσε τα είδωλα του· ζητούσε να στήσει άλλα πλάι τους, μεγαλύτερα, στερεότερα. Ίσως πολλές φορές να ’πεφτε όξω, να γελιότανε, μα όχι από πρόθεση, ούτε από επίγνωση, ούτε από κακό υπολογισμό. Από ανθρώπινη ατέλεια μοναχά. Το σφάλλειν ανθρώπινον.
Φαίνεται όμως πως ήτανε στο χαραχτήρα του, στην ιδιοσυγκρασία του κι αυτό.
Δεν μπορούσε, στενοχωριότανε, να μένει πολύν καιρό στο ίδιο μέρος, στις ίδιες ιδέες. Τα’ αρέσανε τα ταξίδια. Τ’ άρεσε να ταξιδεύει μέσα στις ιδέες και στις πεποίθησές του. Αποδημικό πουλί, χελιδόνι, κι όχι σπουργίτης γηγενής.
Έτσι δικιολογιέται και κείνο που πολύ σωστά παρατήρησε ο Φιλήντας, πως στη γλώσσα έκαμε μεγάλο κακό, αφού από τη μια μεριά κατάστραψε την καθαρεύουσα κι από την άλλη μουντζούρωσε τη δημοτική με την παρδαλή μιχτή ακατάστατη γλώσσα που μεταχειριζότανε στ’ άρθρα του».
Το κλισέ του Βλάση Γαβριηλίδη φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου