ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 

Σ’ ένα μαγαζάκι, εκεί κάτω στον Άγιο Φίλιππα, με περιβολάκι και με του πουλιού το γάλα μέσα, μιαν όαση αθηναϊκή, μ’ έσυρε ο Μητσάκης ένα δειλινό ανοιξιάτικο.

- Πάμε να σε γνωρίσω με κάποιονε που θα ενθουσι­αστείς! μου είπε.

Πήγαμε. Στο περιβολάκι μέσα, κάτω από μια μουργιά ολοπράσινη, μπροστά σ’ ένα τραπέζι, που είχε πάνω ένα ποτήρι αδειανό κι ένα μισογεμάτο κατοσταράκι ρετσινάτο, καθότανε ένας μεσόκοπος άνθρωπος, κακοντυμένος, και κουτσόπινε.

- Γεια σου, κυρ Αλέξαντρε!... Ο νεαρός από δω... Ξεκαρδίστηκα στα γέλια.

- Μωρέ, τον Παπαδιαμάντη θα μου συστήσεις;… Χαμογέλασε κι ο Παπαδιαμάντης.

Ίσια ίσια δεν είχε περάσει ούτε βδομάδα, που τον είχα ανταμώσει ένα βράδυ, μ’ ένα φίλο μου, σε μια ταβέρνα του Ψυρρή. Περνούσαμε απ’ όξω και μας φώναξε να μας κεράσει. Ο φίλος μου, που είχε μεγαλύτερη σκέση με το ρετσινάτο παρά με τα γράμματα, καταγοητεύτηκε από τη γνωριμία του.

- Πίνεις στα γερά, κρασοπατέρα! του ’λεγε κάθε λίγο και λιγάκι.

Και πάνω στο κρασί, δεν ξέρω πως του ήρθε - ίσως γιατί τον είδε έτσι κακοντυμένο κι αξούριστο - κινημένος από ένα αίστημα αυτόματο κι ανάκατο, αίστημα θαμασμού προς το γερο-κρασοπότη και συμπόνιας προς τον κακομοιριασμένο άνθρωπο, έβγαλε μια χούφτα δεκάρες από την τσέπη του και του τις έδωσε:

- Πάρ’ τες, φουκαρά! του είπε. Κι ο Παπαδιαμάντης πήρε τις δεκάρες χαμογελώντας και τις άφησε πάνω στο τραπέζι...

- Τις πίνουμε κι αυτές! είπε κι έτσι έγινε. Ήπιαμε κι άλλες, και σαν χωριστήκαμε, κατά τα μεσάνυχτα, ο φί­λος πετούσε από τη χαρά του.

- Γνώρισα το Βάκχο απόψε!... Τον αληθινό Βάκχο! έλεγε. Ήπιε έναν περίδρομο κρασί και ούτε ζαλίστηκε κα­θόλου!... Μωρέ, τ’ είν’ αυτός!...

Δεν του είπα, τ’ είν αυτός! Περιττό. Τ’ άγια τοις κυσί... Κι ο κυρ-Αλέξαντρος όμως, όπως δα και το συ­νήθιζε, φρόντιζε να μην του ξεφύγει καμιά λέξη που να δίνει υποψία πως είναι και τίποτ’ άλλο κι όχι μοναχά γερός κρασοπότης.

Το επεισόδιο αυτό το διηγηθήκαμε στο Μητσάκη για να τον πείσουμε πως η γνωριμία μας ήταν παλιά κι είχε γαρνιριστεί και με νόστιμο επεισόδιο, και καθίσαμε στο τραπέζι κι ο ταβερνιάρης μας έφερε καλούς μεζέδες και κρασί και σιγοπίνοντας αρχίσαμε τις συνηθισμένες, τις αγαπημένες μας φιλολογικές κουβεντούλες.

Ο Μητσάκης τον αγαπούσε πολύ τον Παπαδιαμάντη, τον εχτιμούσε και ως άνθρωπο και ως συγγραφέα και αρχίνησε ν’ αναλύει, με μια κριτική πρόχειρη μα βαθιά, τα διάφορα διηγήματα, που είχε δημοσιέψει, εδώ κι εκεί, ίσαμε τότε.

Ο κυρ-Αλέξαντρος, με τη χαραχτηριστική του μετριοφροσύνη, εύρισκε υπερβολικούς τους επαίνους κι όσο επί­μενε ο Μητσάκης, τόσο ο Παπαδιαμάντης ζάρωνε περισσότερο. Στο τέλος ο Μητσάκης, για ναν του αποδείξει πως έχει δίκιο, άρχισε ν’ απαγγέλνει και στίχους του:

 

Λόγγος κι ορμάνι γύρω στο Παλάτι

και το φυλάνε αόρατα σπαθιά,

κι Εκείνη αποκοιμήθηκε βαθιά

και δεν τη βλέπει ανθρώπου μάτι ...

 

Ήταν η «Κοιμάμενη βασιλοπούλα», το ποίημα που είχε δημοσιέψει λίγους μήνες πριν ο Παπαδιαμάντης στην «Ακρόπολη» για το θάνατο της βασιλοπούλας Αλεξάντρας, κι ο Μητσάκης το ήξερε όλο απ’ όξω, κι όλο μονορούφι το απάγγειλε, με τη χαραχτηριστική του, την έντονη και λίγο φωνακλάδικη, απαγγελία του.

- Δεν έχεις γράψει κι άλλους στίχους, κυρ-Αλέξαντρε; τόνε ρώτησε.

- Έχω γράψει κι άλλους, σε κάποιο διήγημά μου ανέκδοτο, μα δεν αξίζουν κι αυτοί!...

- Έχεις γράψει κι άλλους;... Και δε μας τους λες; Δε μας τους ψέλνεις;...

- Τι να σας τους πω!... Δεν αξίζουν!...

Είδαμε και πάθαμε, με χίλια παρακάλια, να τον καταφέρουμε. Κι έτσι ο Παπαδιαμάντης άρχισε, με τη βαθιά και χαμηλή φωνή του ν’ απαγγέλνει - το σωστότερο, να κανοναρχάει, γιατί από τα εκκλησιαστικά ποτέ δεν ξεκολνούσε - το ακόλουθο ποίημα, που ύστερ' από λίγο καιρό το διαβάσαμε στην «Ακρόπολη», σε κάποιο διή­γημά του:

 

Εικόν’ αχειροποίητη, που στην καρδιά μου σ’ είχα

κι είχα για μόνο φυλαχτό μια της κορφής σου τρίχα,

ονείρατα στον ύπνο μου μαυροφτερουγιασμένα,

σαν  περιστέρι στη σπηλιά, μ’ ετάραξαν για σένα.

Κίνδυνο, μαύρο σύγνεφο, οι μάγισσες μου λένε –

Τ’ αηδόνια αυτά που κελαδούν μου φαίνεται πως κλαίνε.

Να σε χαρεί η άνοιξη μαζί με τα λουλούδια,

Οπού ’ναι σαν αμέτρητα ζωγραφιστά τραγούδια.

Συ στο σκολειό δεν έμαθες να γράφεις ραβασάκια·

στα χείλη σου τα ροδινά πού τα ’βρες τα φαρμάκια;

Στα μάτια τα ψιχαλιστά έχει ο έρωτας καρτέρι...

Κι αυτό το μορφοδούλικο, το τιμημένο χέρι,

αν έσφιξε ή το ’σφιξαν, ένας Θεός το ξέρει.

Τη χάρη σου τη σπλαχνική μη μ’ αρνηθείς, πουλί μου...

Αγάπη μου αιώνια, αγάπη υστερνή μου !

 

- Έτσι λοιπόν! κραύγασε ο Μητσάκης. Έτσι λοιπόν, κυρ-Αλέξαντρε!... Έχουμε έρωτες και τους τραγου­δάμε τόσο όμορφα!

- Εγώ δεν έχω έρωτες! αποκρίθηκε ο Παπαδιαμάντης, χαμηλώνοντας τα μάτια. Ο ήρωάς μου έχει!

- Μπρε, αυτά είναι κολοκύθια! Πρέπει ν’ αγαπούμε εμείς για ν’ αγαπούνε και τα πλάσματα της φαντασίας μας!... Τέτοια τραγούδια, σαν κι αυτά, δεν είναι φιλολογία, και να με συμπαθάς... Αναβρύζουν από την ψυχή, κι όταν η ψυχή δε συγκλονίζεται από ένα αίστημα δυνατό, δε μιλάει· βουβαίνεται!...

Πόσο δίκιο είχε ο Μητσάκης, και πόσο άδικο είχε ο Παπαδιαμάντης να επιμένει πως το τραγούδι του αυτό ήτανε φιλολογία!

Ένα βράδυ πάλι, ύστερ’ από καιρό, κατεβαίναμε από το Σύνταγμα προς την οδό Σταδίου, ο Κλεάνθης, ο Μη­τσάκης, ο Κώστας ο Ξένος, ένας δυο άλλοι φίλοι ακόμα, κι εγώ. Εκεί, όπου σήμερα το καπνοπωλείο Βάρκα, αντα­μώσαμε τον Παπαδιαμάντη. Τόνε σταματήσαμε. Ο Μη­τσάκης επίμενε να τον τραβήξει μαζί μας. Αντιστεκότανε. Στο τέλος δέχτηκε. Οι άλλοι προχωρούσανε σιγά σιγά, κου­βεντιάζοντας. Εγώ έμεινα πίσω, μερικά βήματα, μαζί του. Ήτανε κακοντυμένος. Το πουκάμισο του, στο λαιμό, αντί κουμπί, θυμάμαι, είχε μια θηλιά από σπάγκο. Το πανω­φόρι του, χιλιολιγδιασμένο, το ’κλεινε με τα χέρια του σταυ­ρωτά κάτω από τα στήθη του, όπως το συνήθιζε, προς την κοιλιά.

- Με τέτοια χάλια να ’ρθω μαζί σας; μου είπε με ήρεμη, όχι πικραμένη, φωνή.

- Τ’ είν' αυτά, κυρ-Αλέξαντρε; Του λόγου σου να μι­λάς έτσι;…

- Άφησέ με να φύγω! επίμενε.

Και μ’ άφησε και μπήκε στην οδό Βουκουρεστίου.

- Πού είναι ο Παπαδιαμάντης, με ρώτησε ο Μητσά­κης, σαν τους ζύγωσα, μόνος μου.

- Μου ’φυγε!

- Και βέβαια σου ’φυγε, πρόστεσε ξεκαρδισμένος ο Κλεάνθης, σαν είχες την ανοησία να πιστέψεις πως θα σε ακολουθούσε λυτός! Έπρεπε ναν το δέσεις αυτό το αντικοινωνικό θηρίο για να ’σαι σίγουρος πως θα σε ακολουθήσει...

 

 

Το κλισέ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη  φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ