
ΡΟΪΔΗΣ
Ο Ροΐδης, όπως το είπα κι αλλού, είχε το ατύχημα να είναι ίσαμε το τέλος της ζωής του συντάχτης του «Άστεως». Αν και στο σατιρικό «Άστυ» δεν είχε γράψει ούτε μια πενιά, αν και είχε αποχαιρετήσει τη δημοσιογραφική σάτιρα πολύ πριν ο «Ασμοδαίος» μεταμορφωθεί σε «Άστυ», πολλοί, και μάλιστα αντιτρικουπικοί δημοσιογράφοι, εννοούσανε, σώνει και καλά, ν’ αποδίδουνε σ’ αυτόν ό,τι τσουχτερό πολιτικό γραφότανε στο «Άστυ».
Πολλές φορές ο αντιροϊδισμός τους ξεπερνούσε και τα πολιτικά σύνορα. Αρκεί να βρίσκανε κάτι στο «Άστυ», που να μπορούσανε μ’ αυτό να χτυπήσουνε το Ροΐδη, κι αμέσως του το φορτώνανε στη ράχη του. Έτσι κάποτε που μεσουρανούσε στο παριλίσσιο θέατρο του «Άντρου των Νυμφών» η Παριζιάνα κοκοτοτραγουδίστρα Ζαν Νταράς και δημοσίεψα στο «Άστυ» γι’ αυτήν κάποιο εύθυμο τραγούδι, που σε μια στροφή του ανομολογούσα πως:
κι ο νους μας κι η καρδία κι ο παράς,
όλα πετούν σιμά στη Ζαν Νταράς,..
ο μακαρίτης Σακελλαριάδης έγραφε την άλλη μέρα στη «Χώρα του»:
«Ας τα βλέπει ο Τρικούπης με πόση ξετσιπωσιά οι υπάλληλοι του το ομολογούν πως τα χρήματα που παίρνουν από το Κεντρικό ταμείο τα κατασωτεύουν σε όργια Ηλιογαβάλεια. Και εν τω μεταξύ ο φορολογούμενος λαός πένεται!».
Την εποχή εκείνη ο Ροΐδης ήτανε διορισμένος έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ύστερ’ από λίγο καιρό, αφού δημοσιεύτηκε το ποίημα της Ζαν Νταράς είχα το ευτύχημα ναν τόνε γνωρίσω και προσωπικώς. Με σύστησε ο Θέμος ο Άννινος ένα δειλινό στην Πλατεία του Συντάγματος.
- Είναι ο Ταγκόπουλος! του φώναξε.
- Ε; ρώτησε ο Ροΐδης, που δεν καλοάκουγε.
- Ο Ταγκόπουλος, σου είπα! του ξαναφώναξε δυνατότερα.
- Α!... ο Ταγκόπουλος!.. Ο πρώην επαρχιακός ταμίας;
- Όχι! του είπε ο Θέμος ξεκαρδισμένος. Είναι ο πρώην υποστράτηγος!
Και μόλις είχα τότε αποχαιρετήσει τα είκοσι μου χρόνια!
- Είναι αυτός, ξακολούθησε ο Θέμος, που ’χει γράψει το τραγούδι της Ζαν Νταράς!...
- Α!... Αυτό που μου φόρτωσε στη ράχη μου ο Σακελλαριάδης;
- Θύμωσες γι’ αυτό;
- Ναι, γιατί ήτανε άσκημοι οι στίχοι του!.. Είχανε πολλές χασμωδίες...
Το κοπλιμέντο του αυτό μ’ έκαμε να κατσουφιάσω. Μα το κατσούφιασμά μου δεν κράτησε πολύ. Ήτανε στιγμιαίο. Άκουσα τόσα άλλα έξυπνα λόγια από το στόμα του κείνο το δειλινό ώστε δε δυσκολεύτηκα καθόλου ν’ αρχίσω να θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχισμένο που ο Θεοτούμπης του «Ασμοδαίου» ακόνισε για μια στιγμή το σαρκαστικό του λεπίδι απάνω μου.
Ο Μητσάκης όμως δεν του το συχώρεσε ποτέ, ίσαμε το τέλος της πνευματικής ζωής του, κάποιο παρόμοιο πείραγμά του.
Όταν πρωτογνωρίστηκε με το Ροΐδη, μεσουρανούσε τότε ως Κρακ στο «Άστυ» και είχε τη δικαιότατη απαίτηση να τον ξέρει όλος ο κόσμος. Ο Ροΐδης όμως δε χαμπάριζε από τέτοια κι έτσι δε δίστασε να ρωτήσει το Θέμο, που του τόνε σύστησε:
- Και τι δουλειά κάνει ο κ, Μητσάκης;
- Γράφει! αποκρίθηκε ο Θέμος χαμογελώντας.
- Α!... Όλοι γράφουν!... Όλοι γράφουν! παρατήρησε ο Ροΐδης σοβαρότατα.
Αυτό το «Όλοι γράφουν» το φυσούσε ο Μητσάκης και δεν κρύωνε. Και για τούτο αργότερα, όταν του ’τυχε να γράψει κάποτε για το Ροΐδη, του ρίχτηκε αγρίως.
- Ακούς, αδερφέ, όλοι γράφουν! Να με περάσει και μένα μέσα στο σωρό!
Το κλισέ του Εμμ. Ροΐδη φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου