ΑΒΒΑΚΟΥΜ

 

Φίλος Ιντιάνος, ο κ. Μ., είχε την καλοσύνη τις προ­άλλες να μας πάει στο Φάληρο να δούμε τη θάλασσα. Αυ­τοκίνητο για τον πηγαιμό δραχμές πενήντα, μερικές μπίρες με μεζέδες σ’ ένα παραθαλάσσιο μπαρ, άλλες πενήντα, τσιγάρα, καφέδες, λικέρ, γυρισμός κ.τ.λ. άλλες είκοσι πέντε περίπου δραχμές.

- Ούτε μια λίρα εγγλέζικη δεν ξοδιάσαμε! είπε ο φίλος το βράδυ κατευχαριστημένος.

Κι όμως προ τριάντα περίπου χρόνια ο Μπάμπης ο Άννινος έκλαιγε το τάλιρό του που το χάλασε για να κατέβει στο Φάληρο:

 

Πήγα και στο Φάληρο,

είδα και τη θάλασσα,

είχα κι ένα τάλιρο...

Κρίμα που το χάλασα!

 

Ο θρήνος αυτός βρίσκεται μέσα στον «Ασμοδαίο» ή στο σατιρικό «Άστυ» - δε θυμάμαι καλά - κι είναι θρήνος του Αββακούμ. Τον ξεφωνούσε ταχτικά ο Μη­τσάκης, σαν κατεβαίναμε στο Φάληρο κι αντίκριζε τη θάλασσα.

Ως Αββακούμ ο Μπάμπης στο «Άστυ» διαβαζότανε πολύ, πάρα πολύ. Έγραφε, πεζά κι έμμετρα, και ως Στρεψιάδης και ως Ηρώδης ο Αττικός  ταχτικότατα (ήτανε συνιδρυτής του σατιρικού «Άστεως» με το Θέμο τον Άννινο και με το Μητσάκη) μα ως Αββακούμ χαλ­νούσε τον κόσμο, ρουφιότανε. Σ’ ένα καλαμπούρι του πιτυχεμένο πολλές φορές στήριζε ολάκερο διήγημα σατιρικό και οι  «Προφητείες»  του καθώς   και οι αποκριάτικοι «Στίχοι του κάρου» είχαν τόση σάτιρα πολιτική και κοι­νωνική μέσα, ώστε από πολλούς, με όλο το μάκρος τους το απελπιστικό, αποστηθιζόντανε. Οι περιώνυμοι «Παραδαρμένοι», δημιούργημα του Αββακούμ είναι και, θυμά­μαι, πως ένα διήγημά του, δισέλιδο θαρρώ ξεκαρδιστικότατο κι εξωφρενικό, (υποθέτω πως κι αυτό από τη σειρά των «Παραδαρμένων» θα είναι) στηριζότανε πάνω σ’ ένα καλαμπούρι. Πολιτικολογούσανε δυο ή πατριδολογούσανε - δεν καλοθυμάμαι - ο Λουκάς κι ο Ζαχαρίας, ο Παραδαρμένος, και στο τέλος, για να κλείσει  τη συζήτηση ο κ. Ζαχαρίας και να ξεφορτωθεί το φίλο του, του ’δωσε κάτι τυλιγμένο σε χαρτί και του είπε μυστηριωδώς, αποχαιρετώντας τον:

- Εν τούτω, Λουκά, νίκα!

Και το άνοιξε ευλαβώς το δέμα ο Λουκάς και είδε πως μέσα στην εφημερίδα ήτανε τυλιγμένα... λουκάνικα!

Δε φυλλομετρώ τους τόμους του «Άστεως» να ξαναδιαβάσω τον Αββακούμ. Φοβάμαι μήπως με τα χρόνια και με την εξέλιξη του γούστου μου χάσω οπωσδήποτε το νεανικό μου ενθουσιασμό γι’ αυτόν. Και δεν το θέλω. Δε θέλω να χάσω κάτι που με ξαναφέρνει, κι αυτό με λίγα άλλα ακόμα, στα νιάτα μου. Και κρατώ στην εντύπωση μου τον Αββακούμ όπως τόνε γνώρισα τότε, που ήμουνα ακόμα νέος και λέω το τροπάρι που είχε γράψει στα 1889, για τον Άγιο Σύρου, το Μεθόδιο, που ονειροπολούσε και μηχανορραφούσε, υποψήφιος της αντιτρικουπικής πο­λιτικής μερίδας, να χειροτονηθεί Μητροπολίτης Αθηνών.

 

Γεραίρομεν της Σύρου τον Μεθόδιον

μη κρύπτοντα το φως υπό το μόδιον

πλην φανερά προβάλλοντα εμπόδιον

να μη χειροτονήσουν τον αρμόδιον

προτού να δώσουν κι εις αυτόν διόδιον,

Γεραίρομεν της Σύρου τον Μεθόδιον

τον υπό αίσιον ταχθέντα ζώδιον

μη θέλοντα να γίνει υποπόδιον

και να κτυπάται ώσπερ οκταπόδιον,

κι επίσκοπον γινόμενον πλανώδιον.

Γεραίρομεν της Σύρου τον Μεθόδιον

της πίστεως τον κολοσσόν τον Ρόδιον,

όστις ενώ του ψάλλουν το τριώδιον

πηγαίνει ν’ αναπνεύσει το ιώδιον

και φεύγει εις την Σύρον - Κατευόδιον!

Γεραίρομεν της Σύρου τον Μεθόδιον,

του στέλλομεν ευχάς με το καλώδιον

δια την πίκραν δώρον ένα ρόδιον,

καθώς επίσης κι ένα καλαπόδιον

των παπουτσιών ωφέλιμον εφόδιον.

 

Το τροπάρι αυτό το είχ’ αποστηθίσει τότε και κάθε τόσο απαγγέλνω στροφές του, άμα είμαι στα κέφια μου. Τέτοια ρίμα ομοιόμορφη, και μάλιστα προπαροξύτονη, πού στην οργή πήγε και τη σοφίστηκε! Μα και πόσα άλλα προπαροξύτονα κι εξωφρενικά δεν είχε, ως Αββακούμ, δημιουργήσει! Το χιούμορ του ήταν αστείρευτο και η σάτιρα του έτσουζε, πολλές φορές, και δάγκωνε αιματηρά. Για το τελευταίο δα καμάρωνε υπερβολικά. Για τούτο, πρόπερσι, που τον είχα πειράξει έτσι φιλικά, με κάποιο χωρατό μου φιλολογικό, θύμωσε και μου είπε καταθυμωμένος ένα πρωί που με αντάμωσε πίσω από το τα­χυδρομείο:

- Θα σε δαγκώσω, μωρέ Ταγκόπουλε, θα σε δαγκώσω!...

- Δε βαριέσαι, καημένε Μπάμπη! του αποκρίθηκα γελώντας. Έτσι, ξεδοντιάρηδες που καταντήσαμε κι οι δυο μας, μόνο χλωροτύρι μπορούμε πια να δαγκώνουμε!..

 

Το κλισέ του Αββακούμ  φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ