ΣΟΥΡΗΣ

 

Ένα πρωί δημοσιεύτηκε στην « Ακρόπολη» η έμμετρη αυτή αγγελία:

 

Μετά μεγάλης μου χαράς τοις φίλοις αναγγέλλω

Πως εξητάσθην, των θυρών ερμητικώς κλεισμένων,

στον πολυγένη Φιντικλή και στο σπανό Σεμτέλο

και απερρίφθην μυστικά μετά πολλών επαίνων.

Δι ο και πάλιν, Έλληνες, αρχίζομεν τα πρώτα,

πάλι «Ρωμιός» και ξάπλωμα, πάλι ζωή και κότα.

 

Ο Σουρής μας λοιπόν, που λίγο έλειψε να γίνει δά­σκαλος και ναν τόνε χάσουμε, να, που ξανάρχιζε το «Ρω­μιό». Τρισευλογημένοι οι σοφοί δάσκαλοί του, ο ελληνι­στής Φιντικλής και ο λατινιστής Σεμτέλος, που τον απορρίψανε γιατί δεν ήξερε, λέει, σε κάποιο λατινικό ρήμα, το σουπίνο και το γερούνδιο, και δεν τα κατάφερε καλά στην αρχαία μετρική!

Φανταζόσαστε πια τι έγινε άμα βγήκε το πρώτο φύλλο του «Ρωμιού» ύστερ’ από την απόρριψή του. Αθηναίος δεν έμεινε που να μη τον αγοράσει κι οι δυο σοφοί κα­θηγητές γίνανε δημοτικότατοι από την κοροϊδία που τους πατούσε σ’ αυτό το φύλλο, και στ’ άλλα τα κατοπινά, για χρόνια. Η σάτιρα τούς εξασφάλισε την αθανασία, που ίσως να τους την αρνιότανε η φιλολογική τους εργασία.

- Ο Σεμτέλος θα σ’ ευγνωμονεί! του είπα, άμα τον πρωτογνώρισα από κοντά στα 1898, που εργαζόμουνα στην «Εστία».

- Φτ! δε βαριέσαι! μου αποκρίθηκε και σώπασε.

Γιατί έτσι ήταν στην κουβέντα του: λιγόλογος, επιγραμματικός, και συχνότατα ξινισμένος. Γκρίνιαζε, διαρκώς γκρίνιαζε με όλα. Όλα του φταίγανε, τίποτε δεν του άρεσε, με όλα τρωγότανε. Στο σπίτι του της οδού Διδό­του, τα χειμωνιάτικα βράδια που παίζαμε μάους, η γκρί­νια του μας καταδιασκέδαζε. Και την προκαλούσαμε πολ­λές φορές, τις περισσότερες, εμείς οι ίδιοι. Με μια λέξη του μοναχά, βρόμικη τις περισσότερες φορές, χαραχτήριζε αξιοθαύμαστα ένα πολιτικό γεγονός της ημέρας ή ένα κοι­νωνικό σκάνταλο. Κι αυτός, που φαινότανε τόσο γλεντζές στο «Ρωμιό» του, η ζωντανή αυτή στιχοφάμπρικα, καθώς τόνε λέγαμε, σπάνια, σπανιότατα μας χάριζε στην κου­βέντα περισσότερες από τρεις τέσσερις λέξες του.

Καλόψυχος άνθρωπος, άκακος, παιδί. Και σαν παιδί παραπονιάρης. Τη βραδιά που ήτανε να πρωτοπαιχτούνε στο Δημοτικό θέατρο οι «Νεφέλες» του, ήρθε από νωρίς στο γραφείο της «Εστίας» και με πήρε.

- Πάμε να φάμε μαζί στο σπίτι κι από κει πηγαί­νουμε μαζί στο θέατρο...

- Γιατί; Είσαι συγκινημένος; τόνε ρώτησα.

- Φτ! Ξέρω... Δεν ξέρω...

Πήγαμε σπίτι του. Καθίσαμε στο τραπέζι. Ήταν ο Άδωνης της «Εστίας» κι ο Μανόλης ο Γουβέλης και δυο τρεις ακόμα από τους ταχτικούς φίλους του σπιτιού.

Η κ. Μαρί, που μας σερβίριζε, κατασυγκινημένη για τον κρισιμότητα της βραδιάς, ξέχασε ναν του βάλει φαΐ στο πιάτο του. Κι ενώ εμείς τρώγαμε, αντί ν’ απλώσει να γεμίσει το πιάτο του μόνος του, είπε με παράπονο, σα μικρό παιδί που το ξεχάσανε, παραπεταμένο:

- Δε θα μου βάλει και μένα κανείς να φάω;..

- Εγώ, μωρό μου!... είπε ο μακαρίτης ο Άδωνης και λιγωθήκαμε όλοι στα γέλια.

Ύστερα τόνε συνοδέψαμε όλοι, μ’ επίσημο  βήμα, σιωπηλοί, στο θέατρο. Σε όλους μας το είχε καταφέρει να μεταδώσει, από το τραπέζι ακόμα, τη συγκίνηση του.

- Σε οδηγούμε στο Καπιτώλιο! είπε ο μακαρίτης ο Άδωνης.

- Βρε, εσείς έτσι που πάμε, είσαστε σαν τεθλιμμένοι φίλοι που οδηγούνε νεκρό στην τελευταία του κατοικία!

Ήτανε τα μόνα λόγια του αυτά που βγήκαν από το στόμα του, από την ώρα που στο τραπέζι παραπονέθηκε πως τον ξεχάσανε ίσαμε τη στιγμή που οι θεατές, που είχαν καταπλημμυρίσει το θέατρο, τον αποθεώσανε με ζητωκραυγές και με χειροκροτήματα για την πιτυχημένη νεοελληνική απόδοση του Αριστοφάνη.

- Ο Αριστοφάνης ξαναγεννήθηκε! είπανε τότε πολλοί.

 

Το κλισέ του Γιώργου Σουρή  φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ