ΠΑΛΑΜΑΣ

 

Τον είχα πρωτακούσει ν’ απαγγέλνει στη σάλα του πα­λιού «Παρνασσού» ένα βράδυ χειμωνιάτικο την «Κόρη της Λήμνου».

Ήμουνα φοιτητής, διάβαζα πολύ, έγραφα λίγο και δεν τολμούσα να δημοσιέψω λέξη ακόμα. Από τους νέους ποιητές με τραβούσε πολύ ο Δροσίνης. Τον Παλαμά τόνε θαύμαζα, μα δεν τον πολυκαταλάβαινα, δε με συγκινούσε. Τον είχα χαραχτηρίσει κι εγώ, με άλλους φίλους μου, «δυσνόητον» ποιητή. Με γεια μας! Ωστόσο, είπα, τόνε θαύμαζα. Κάτι παραπάνω του εύρισκα από το Δροσίνη κι από τους άλλους, μα δεν μπορούσα και ναν το ορίσω. Κάτι παραπάνω... Αυτό ικανοποιούσε το κριτικό μου μάτι.

Τη βραδιά που τον πρωτάκουσα στον «Παρνασσό», ο θαυμασμός μου ανέβηκε αρκετά, για να φτάσει σιγά σιγά, και με τα χρόνια, στο ζενίθ. Ένας κοντούλης, αδύνατος, με μουστάκια και γενάκια ολόμαυρα, και με μαλλιά κατά­μαυρα, ανασηκωμένα σα βούρτσα. Μα τα φρύδια του τα πυκνά, τα κατεβασμένα, κι η ματιά του η βαθιά, πότε γεμάτη φως και πότε όλο σκοτεινή, Άδης, σε καταχτούσε, σου φώναζε πως κάποιος ξεχωριστός άνθρωπος κατέχει το βήμα με τα μάτια εκείνη τη βραδιά.

Η σάλα του «Παρνασσού» γεμάτη. Όλοι νέοι, παιδιά. Οι σοβαροί, τα «φιλολογικά κολπάκια», ολόγυρα στο προεδρείο, κάτω από το βήμα και στην πρώτη σειρά των καθισμάτων. Ο Παλαμάς άρχισε ν’ απαγγέλνει. Η απαγγελία του με ξάφνιασε. Ασυνήθιστη. Λίγες βραδιές πριν, είχ’ ακούσει στην ίδια σάλα τον Αχιλλέα Παράσχο. Ύστερ’ από τη μελοδραματική απαγγελία του, τη λίγο θεατρινίστικη, η βαθειά, η ήρεμη, η υποβλητική απαγ­γελία του Παλαμά χτύπησε ολόισα στην ψυχή μου. Δε θυμάμαι, αν μ’ ενεθουσίασε πολύ το ποίημά του, η απαγ­γελία του όμως με καταμάγεψε. Μου ’μεινε για χρόνια στη μνήμη, τόσο σφηνώθηκε μέσα μου, που ύστερ’ από τη βραδιά εκείνη ίσαμε σήμερα ακόμα, όσες φορές τον άκουσα ν’ απαγγέλνει - κι ευτύχησα να τον ακούσω τόσες και τόσες φορές - πάντα θαρρώ πως τον ακούω να μου απαγγέλνει την «Κόρη της Λήμνου». Και θυμάμαι τα νιάτα μου και κατασυγκινούμαι.

Ύστερ’ από ένα δυο χρόνια τόνε γνώρισα κι από κοντά. Είχε βγάλει τα «Τραγούδια της πατρίδος μου», το πρώτο του βιβλίο, κι είχε γράψει κι ο Μητσάκης στο Κυριακά­τικο «Άστυ» τη σκληρή και λίγο άδικη εκείνη σελίδα του για τα τραγούδια του. Ένα μεσημέρι με τον Κλεάνθη, το Μητσάκη κι ένα δυο άλλους ακόμα φίλους, τον αντα­μώσαμε σ’ ένα μαστιχάδικο, στην οδό Σταδίου, αντικρύ στη Βουλή. Με συστήσανε. Χαιρετιστήκαμε. Δειλός και λιγόλογος εκείνος. Χειρότερος, την εποχή εκείνη, εγώ. Θέλησα κάτι κι εγώ να πω. Ναν του δείξω πως έχω δια­βάσει το βιβλίο του. Και ξεφούρνισα - πανάθεμά το! - ένα τετράστιχο, το μόνο που κατόρθωσα να θυμηθώ κείνη την ώρα:

 

Όλα της Άνοιξης τα κάλλη,

όλα τα στέλνω στο καλό,

μπροστά σε φρέσκο, παχουλό

Μεσολογγίτικο πετάλι.

 

- Καλύτερα ναν το τρώει κανείς αυτό παρά ναν το τραγουδεί! μου είπε χαμογελώντας.

- Καλύτερα! είπα κι εγώ, γελώντας βλακωδώς, χωρίς να ξέρω, τότε, τι πράμα είναι αυτό το περίφημο πετάλι.

Και τώρα;... Έζησα τόσο πολύ μαζί του πνευμα­τικά, γίναμε τόσο φίλοι, συνεργαστήκαμε τόσο στενά κι αχώριστα στο «Νουμά», ώστε καταντάει ολάκερη η φι­λολογική και δημοσιογραφική ζωή μου - τριάντα πέντε περίπου χρόνια – να ’ναι γεμάτη Παλαμά, κι έτσι, αν κα­ταπιαστώ ν’ αραδιάσω ανέκδοτα κι επεισόδια, χαρακτηρι­στικά κι έντονα, της ζωής μας, να μην τελειώσω ποτέ.

Μια μέρα, που θ’ αποχαιρετήσουμε κι οι δυο μας για πάντα τη ζωή, θα δημοσιευτεί ίσως ένα χειρόγραφο μου «Κουβέντες με τον ποιητή», πάρα πολύ «δικό μας», intime. Τότε, σε σωρό ανέκδοτά μας και σε κουβέντες του βαθυστόχαστες, θα φανεί πόσο απλός και πόσο ευκολονόητος είναι ως ποιητής - και πόσο παιδιά μείναμε κι οι δυο μας, μ’ όλα τα χρόνια και μ’ όλες τις μπόρες που περάσανε από πάνω μας.

Κάποτε ο Αργύρης Εφταλιώτης, περαστικός για δυο τρεις μέρες από δω, για να ξαναγυρίσει στην Αγγλία, μου είπε:

- Πρόσεξες χτες το βράδυ τον Παλαμά που πηγαί­ναμε στην Κηφισιά; Δε μιλούσε. Έκανε διάλεξη. Τόσο σοφή και τόσο ταχτοποιημένη ήταν η κουβέντα του!...

Και τέτοια είναι η κουβέντα του Παλαμά, σα βρίσκε­ται με φίλους του, με ανθρώπους που τους θέλει, που τόνε νιώθουν. Ενώ, αντίθετα, σαν τόνε φορτώνονται, στο Πανεπιστήμιο ή στον περίπατο, άνθρωποι αδιάφοροι ή ενοχλητικοί, τον πιάνει η περίφημη αφασία του. Αδύ­νατο ν’ ανοίξει το στόμα του.

- Και δε μας λέτε, κύριε Παλαμά, ποιος είναι ο πρώτος, κατά τη γνώμη σας, από τους σημερινούς Έλ­ληνες ποιητές; τόνε ρώτησε κάποτε ένας κουτομορφωμένος κύριος που μας είχε έρθει από το Παρίσι και που κάμαμε την γκάφα ναν του τόνε συστήσουμε ένα δειλινό, σ’ ένα ζαχαροπλαστείο.

- Μ... μ... μ!... αποπειράθηκε ν’ αρχίσει ο Παλαμάς, μα τίποτα. Η αφασία τον είχε κατακυριέψει.

 

Το κλισέ του Κωστή Παλαμά  φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ