
ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΣ
Ο Αριστομένης Προβελέγγιος είναι αληθινός ποιητής. Δηλ. είναι ένας άνθρωπος που ζει με την ποίηση και για την ποίηση. Λίγο να μιλήσεις μαζί του, σχηματίζεις αδίσταχτα αυτή τη γνώμη. Η φωνή του, η φράση του, η σκέψη του, έχουν κάτι το απόκοσμο, το ξεχωριστό. Όσες φορές κι α μίλησα μαζί του, κι όσες φορές ακόμη κι α χαιρετίστηκα μαζί του στο δρόμο, πάντα σκέφτηκα, πάντα ψιθύρισα, πως χαιρετίστηκα, πως μίλησα μ’ έναν ποιητή.
Πρωτομίλησα μαζί του, παιδί ακόμη, φοιτητάκος και πρωτόβγαλτος λόγιος νέος, ένα βράδυ χειμωνιάτικο, στο μακαρία τη λήξει κατάψυχρο και κατεψυγμένο θέατρο του Μπούκουρα, στο Δημοτικό τότε θέατρο της Αθήνας, εκεί, στην οδό Γερανίου, πίσω από το Βαρβάκειο, όπου τώρα γύφτικα και άλλα μικρομάγαζα μου θυμίζουν νοσταλγικά το μέρος, όπου ευτύχησα να ιδώ τη Σάρα Μπερνάρ, τον Κοκλέν κι άλλους μεγάλους ξένους καλλιτέχνες, περαστικούς από την Αθήνα, και να πρωτακούσω το μελόδραμα του Κερκυραίου κιθαρωδού Ξύνδα, στην αλησμόνητη και πανηγυρική πρώτη παράστασή του, όπου κανταδόροι από τη Νεάπολη ανεβήκανε στη σκηνή απάνω κι έδωσαν στο ευρωπαϊκό θέατρο έναν Έλληνα τενόρο, πρώτης γραμμής, τον Αποστόλου.
Στο σαραβαλοθέατρο εκείνο του Μπούκουρα, που το ’δερνε ο βοριάς και που τα σανίδια του χάσκανε αναιδέστατα και διαλαλούσανε την ηλικία του, πρωτομίλησα με τον Προβελέγγιο. Παιζότανε ο «Φάουστ» - δε θυμάμαι α σε δράμα ή σε μελόδραμα κι από ποιόνε θίασο - και πήγαμε με το Ραμπαγά σ’ ένα θεωρείο όπου καθότανε μόνος του ο Προβελέγγιος. Με σύστησε. Γλυκομίλητος, ευγενικότατος κι ένα χαμόγελο αγαθό, ειρηνικό, φώτιζε τη μορφή του. Είχα διαβάσει στη μετάφρασή του το «Φάουστ» και μπόρεσα και τραύλισα δυο λόγια. Είχα διαβάσει και τη μετάφραση του Στρατήγη και, θυμάμαι, με όλη τη δείλια μου, αποτόλμησα μια σύγκριση. Άκουσε τα λόγια μου προσεχτικά, κάτι είπε κι αυτός για τη μετάφραση του Στρατήγη και, θυμάμαι, κάτι είπε για το τέλος της, όπου ο Στρατήγης για να ριμάρει το: «Ερρίκε! Ερρίκε!» της Μαργαρίτας κάθισε εκείνο τον αχώνευτο πληθυντικό: Φρίκαι.
Έφυγα κείνη τη βραδιά από το θέατρο με την εντύπωση και με τη χαρά πως γνώρισα έναν «ιεροφάντη των Μουσών». Και την εντύπωση αυτή την κράτησα αμετάβλητη ίσαμε σήμερα. Ο Προβελέγγιος και σα μιλάει και σα γράφει, φαντάζομαι πως ιερουργεί. Θα ιερουργούσε δα και στη Βουλή, όταν κάποτε η πατρίδα του, η Σίφνο, τον έβγαλε βουλευτή και, βέβαια, δε θα έμεινε καθόλου ενθουσιασμένος, σα θα πείστηκε πως το εθνικό ίδρυμα της οδού Σταδίου δε μοιάζει καθόλου με ποιητικό ναό.
Έχω διαβάσει τραγούδια του αρκετά. Από τον «Κόδρο» του ακόμα, που τον έγραψε νέος και που τον έστειλε σα σπούδαζε στη Γερμανία ή σαν ήρθε από τη Γερμανία, στο Βουτσιναίο διαγωνισμό και βραβεύτηκε ή επαινεύτηκε - δε θυμάμαι - ίσαμε τα όμορφα εκείνα θαλασσινά τραγούδια που έχει γράψει για το δροσόλουστο νησί του, το «ποιητικό του λιμάνι» που περνάει σ' αυτό τον περισσότερο καιρό του. Μιλάει για τη Σίφνο του με τόση στοργή, με τόσο λυρισμό, που σου μεταδίνει την αγάπη του, που σε κάνει να την αγαπήσεις και συ.
Στην ποίησή του παίζεται μιαν άγρια τραγωδία. Και στη γλώσσα και στη μορφή του στίχου παλεύουν αδιάκοπα με λύσσα, οι παλιές ιδέες με τις καινούριες, η παλιά αντίληψη της Τέχνης με τη σύχρονη, η καθαρεύουσα με τη δημοτική. Καμιά δε νικάει και μονάχα ο ποιητής ζημιώνεται σημαντικά από τον άγριο και τραγικό αυτόν αγώνα.
Το κλισέ του Αριστομένη Προβελέγγιου φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου