ΝΙΡΒΑΝΑΣ

 

Με τον Παύλο Νιρβάνα η στενότερη γνωριμία μας έγινε υπό όρους κάπως... τραγικούς. Ανήκε κι αυτός στο μαντρί, στην παρέα των Τράγων, που την είχε ιδρύσει ο αρχιτσέλιγκάς μας Δημητράκης Καμπούρογλους με το στρατηγό Δούσμανη, με τον Άδωνη Κύρου της «Εστίας», με το Νίκο Λάσκαρη, με το Δάσιο και με μερικούς άλλους καλοφαγάδες, στην περίφημη μπίρα του Κλάιν, στα Πατήσια, όπου άλλοτε η ιστορική μπιραρία Φίσερ και όπου σήμερα κάποια κλινική, θαρρώ.

Ο Νιρβάνας ήταν τράγος κι αυτός, όπως ήμουνα τράγος κι εγώ, και τα Σαββατόβραδα μαζευόμαστε όλοι μας εκεί, στην απάνω σάλα της μπίρας, και τρώγαμε έναν περίδρομο και πίναμε μπίρα με τα τραγικά ποτήρια που τα είχε φέρει επίτηδες ο Κλάιν από τη Γερμανία, πο­τήρια φοιτητικά, που είχαν έναν ορθωμένο τράγο επάνω, και τρώγαμε και πίναμε τόσο, ώστε ήταν ανάγκη ύστερα να ξεκουμπώσουμε τα γελέκια μας, να ξεντώσουμε τις τιράντες μας και να μείνουμε μια δυο ώρες ξαπλω­μένοι σ’ έδρες αναπαυτικές για να χωνέψουμε.

Θυμάμαι ένα βράδυ, στην κρίσιμη αυτή στιγμή, μπήκε ο Κλάιν μέσα στη σάλα και μας ανάγγειλε με γερ­μανική απάθεια πως μας είχε ετοιμάσει κι ένα γουρου­νόπουλο του γάλακτος ψητό και ξέχασε να μας το σερ­βίρει. Φρίξαμε. Εμείς δεν μπορούσαμε να χωνέψουμε ό,τι είχαμε φάει και να φάμε και γουρουνόπουλο!

- Φέρ’ το μέσα, είπε ο μακαρίτης ο Άδωνης.

Ο Κλάιν έφερε το ροδοκόκκινο γουρουνόπουλο κι ο Άδωνης σηκώθηκε, φυσώντας σα φάλαινα, από την έδρα του, κάθισε στο τραπέζι και σιγά σιγά το ξεκοκάλισε όλο, μοναχός του.

Άλλο Σαββατόβραδο πάλι, στην ίδια κρίσιμη στιγμή, μπήκε ο Κλάιν στη σάλα και μας είπε με θλιμμένο τόνο:

- Ξέρετε, κύριοι, πέθανε ο πατέρας μου στη Γερμα­νία κι επειδή μ’ άφησε κάποια κληρονομιά, σας προσφέρω εγώ από την τσέπη μου το γεύμα το ερχόμενο Σάββατο, πολυτελέστατο!...

Τα χάσαμε. Δεν ξέραμε αν έπρεπε να συλλυπηθούμε ή να ευχαριστήσουμε τον περίεργο αυτό Γερμανό κι από την αμηχανία μας έβγαλε, όπως δα είχε και χρέος, ο πρόε­δρός μας μ’ ένα εξυπνότατο ανακάτωμα συλλυπητήριου κι ευχαριστήριου μαζί.

Έτσι, στην εύθυμη εκείνη συντροφιά, σκετίστηκα στενότερα με το Νιρβάνα. Τόνε γνώριζα από τα φοιτη­τικά μου χρόνια, που σπούδαζε κι αυτός γιατρική, (τρι­τοετής αυτός και πρωτοετής εγώ στην ίδια επιστήμη) και που έδειχνε από τότε πως θα γίνει μια μέρα ναύαρ­χος της γιατρικής, ενώ εγώ απόμεινα απόταχτος υποκελευστής της θείας Επιστήμης. Τόνε γνώριζα από τότε ως Πέτρο Αποστολίδη που δημοσίευε ταχτικά στίχους στον Πειραιώτικο «Απόλλωνα» του τυφλού ποιητή Σακελλαρόπουλου. Και τόνε γνώρισα αργότερα ως Παύλο Νιρβάνα πια, χρονογράφο του «Άστεως» και λόγιο που είχε κάνει την καριέρα του, στα φιλολογικά Σαββατόβραδα στο σπίτι του Παλαμά, όπου πήγαινα ταχτικά με τον Καμπύση.

Εξόν από τη φιλολογική εχτίμηση που του έχω, τον εχτιμώ ξεχωριστά και ως άνθρωπο που δε θυμώνει ποτέ όσο κι αν τον πειράξεις - φιλολογικά, εννοώ, πάντοτε. Δεν έχει νεύρα. Όσο κι αν τον πειράξεις, θα σου απαντήσει πάντοτε ευγενικά, με το γάντι, αρχινώντας τη φράση του στερεότυπα, έτσι: «Ο αγαπητός μου φίλος...»

Με όλους και με όλα συβιβάζεται, κι όλοι τον αγα­πούν και με ήλους είναι φίλος. Έτσι, από το συβιβαστικό του χαραχτήρα ξηγιέται και πως τα κατάφερε στα 1903, στη «γλωσσική έρευνα» του περιοδικού «Παναθήναια», να οργανώσει την «ελευθέραν μικτήν γλώσσαν», που να συβιβάζεται με όλα τα γούστα και όλους ναν τους ικανοποιεί.

 

Το κλισέ του Παύλου Νιρβάνα φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ