ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κάποτε, που οι φιλολογικοί καυγάδες μας με τον Ξενόπουλο είχανε φτάσει στο οξύτερο σημείο, με ρώτησε ο Χορν:
- Ας υποθέσουμε πως παίζεται απόψε σ’ ένα θέατρο για πρώτη φορά το έργο του τάδε φίλου σου συγραφέα και σ’ ένα άλλο θέατρο ένα έργο του Ξενόπουλου και σε υποχρεώνουνε να πας σ’ ένα από τα δυο. Σε ποιο θέατρο θα πας;
- Φυσικά σε κείνο που θα παιχτεί το έργο του Ξενόπουλου.
- Μα εσύ θαν του το βρίσεις την άλλη μέρα στο «Νουμά»…
- Τι σημαίνει!... αυτά είναι τα οικογενειακά μας!... Αυτή είναι η αλήθεια. Τον Ξενόπουλο τον παρακολουθούσα μ’ ενδιαφέρο από τότε που ακόμα δημοσίευε διηγήματα στα «Εκλεκτά μυθιστορήματα». Τόνε διάβαζα. Λίγο μεγαλύτερος μου στα χρόνια, αν και φαίνεται νεότερος μου τρία τέσσαρα χρόνια το λιγότερο, (ωστόσο επιμένει πως είναι νεότερος μου και παρουσιάζει μάλιστα κι επίσημο χαρτί του Ζακυθιανού Δημάρχου για την ηλικία του - μα αυτά, εδώ που φτάσαμε κι οι δυο μας, δεν παίζουν κανένα ρόλο) είχε βγει μερικά χρόνια νωρίτερα μου στη δημοσιότητα, κι είχε βγει θορυβοδέστατα. Το «Ελληνικού αγώνος τριακοσιόδραχμον έπαθλον» είναι διηγηματική διαμαρτυρία του για το αδίκημα που του ’γινε σε κάποιο διαγωνισμό διηγημάτων που δε βραβεύτηκε το δικό του διήγημα και η διαμαρτυρία του αυτή, θυμάμαι, μου είχε πειράξει πολύ τα νεύρα.
- Ωχ, αδερφέ, πολύ θορυβεί αυτός ο χριστιανός! έλεγα, και τη γνώμη μου την παραδεχότανε κι ο Μητσάκης. Ίσως να ήτανε αυτό και γνώμη του Μητσάκη, που την παραδεχόμουνα κι εγώ. Δε σημαίνει.
Το ζήτημα είναι πως είχε γεννηθεί μεταξύ μας μια φιλολογική αντιπάθεια δίχως λόγο. Το μολόγησε αυτό κι ο ίδιος στα «Τριάντα χρόνια φιλολογικής ζωής» που δημοσίευε πρόπερσι στην «Καθημερινή». Τον εχτιμούσα και δεν τόνε χώνευα. Πολιτεύεται άσκημα, έλεγα. Πολύ για τον εαυτό του μιλάει. Όλο pro domo sua.
Και βρήκα και την εξήγηση σ’ αυτή την μπερδεμένη γνώμη μου για τον Ξενόπουλο:
- Μέσα του, έλεγα, υπάρχουνε δυο άνθρωποι. Ο λόγιος Ξενόπουλος και ο έμπορας Ξενόπουλος. Ο λόγιος, σα λόγιος που είναι, πιάνει σωστή την ιδέα ενός έργου του. Μα αμέσως έρχεται ο έμπορας και του σφυρίζει στ' αυτί: «Έτσι που το ’πιασες το έργο σου, δε γίνεται δουλειά, δε μας συφέρει. Πρέπει ναν τ’ αλλάξεις, ναν το κάνεις λαϊκότερο, για να αρέσει στον κοσμάκη, για να πιάσουμε λεφτά». Κι ο έμπορας πείθει το λόγιο κι έτσι ο Ξενόπουλος πνίγεται μέσα στο ίδιο του το ταλέντο.....
Κολοκυθένια εξήγηση - το βλέπω. Ο Ξενόπουλος είναι και μένει λόγιος, ξεχωριστός λόγιος μάλιστα. Ίσως ναν τόνε ζημιώνει κάπως η υπερπαραγωγή του, μα τι τα θέλετε: είναι υπερπαραγωγή, όχι γραμματοβιομήχανου, αλλά γνήσιου λογοτέχνη. Αλλού δυνατή και αλλού αδυνατισμένη. Υπερπαραγωγή όμως λογοτέχνη πάντοτε.
Μα δεν πρόκειται να κάμω εδώ κριτική, για να επιμείνω σ’ αυτό το θέμα. Πορτρέτα δίνω, και το πορτρέτο δε σηκώνει κριτική. Μόνο γεγονότα θέλει. Κι έτσι για να ’ρθουμε σε γεγονότα, κάποτε που παιζότανε στο θέατρο «Κυβέλης» ένα μονόπραχτο δράμα μου «Το μαύρο χέρι», όταν τέλειωσε η παράσταση, ήρθε στα παρασκήνια και μου είπε, μπροστά στο Θεοδωρίδη, Καλομοίρη και άλλους, σφίγγοντας μου το χέρι:
- Λυπάμαι, αλιτήριε, που κάνεις όμορφα έργα και δεν μπορώ να σε βρίσω, όπως το λαχταρώ...
- Όπως κι εγώ λυπάμαι, Γρηγόρη, που κάνεις άσκημα έργα και δεν μπορώ να σε παινέσω, όπως το ’θελα...
Στο διάλογο αυτό, βρίσκεται όλο το μυστικό της πολύχρονης φιλολογικής γκρίνιας που ξετυλίχτηκε τελευταία σε φιλία φιλολογική. Τόνε χτυπούν ακόμα πού και πού στο «Νουμά», γιατί ο «Νουμάς» έχει παλιούς λογαριασμούς μαζί του, που μείνανε ανεξόφλητοι από την εποχήν των γλωσσικών καυγάδων μας, μα γω, προσωπικά, και τον αγαπώ και τον εχτιμώ. Ακόμα και τον ευγνωμονώ, αφού, σε μια πλατιά κριτική του, που τη δημοσιεύω κι ως πρόλογο στο «Καινούργιο σπίτι» μου, μίλησε τόσο φωτεινά και τόσο τίμια για τη δραματική μου εργασία.
- Σα θέλει ο Ξενόπουλος να ιδεί, βλέπει και σα θέλει να γράψει, γράφει. Το λυπηρό όμως είναι πως δε θέλει πάντοτε να ιδεί ή βλέπει όπως τόνε συφέρει.
Αυτά μου είπε κάποιος φίλος μου που διάβασε τώρα τελευταία την κριτική του μελέτη για τα έργα μου, κι αυτό πίστευα αρκετά χρόνια κι εγώ. - Και ίσως αυτό να ήταν κι η αφορμή της γκρίνιας μας.
Το κλισέ του Γρηγόρη Ξενόπουλου φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου