ΜΑΡΚΟΡΑΣ

 

Τον Απρίλη του 1908 πήγα για δεύτερη φορά στην Κέρκυρα. Θα ’μενα δυο τρεις μέρες. Τ’ απομεσήμερο με πήγε κάποιος φίλος με αμάξι στο γραφικότατο Κανόνι και το βραδάκι αντάμωσα στη Σπιενάδα το Μαβίλη. Κόσμος πολύς, θα ’ρχότανε σε δυο τρεις μέρες και ο Κάιζερ κι έτσι oι Κορφιάτες ήτανε κατασυγκινημένοι. Ο Κάιζερ, με τις ανασηκωμένες μουστάκες του, θα ’ρχότανε στο νησί τους, να καθίσει ένα δυο μήνες στο Αχίλλειο, και να ονειροπολήσει από κει την καταστροφή του πλανήτη μας. Το πράγμα δεν ήτανε μικρό κι έτσι στα διαλείμματα της μουσικής η κουβέντα για τον Κάιζερ έδινε κi έπαιρνε.

Η παρέα η δική μας - ο Μαβίλης και δυο τρεις εμείς που τον περιτριγυρίζαμε - κόβοντας βόλτες πάνω κάτω στη Σπιενάδα, δε θυμότανε τον Κάιζερ. Είχαμε τα ζη­τήματά μας εμείς, είχαμε τους δικούς μας πνεματικούς αυτοκράτορες που μας συγκινούσαν.

Πάνω στην κουβέντα μας είπα στο Μαβίλη:

- Θα μείνω δυο τρεις μέρες εδώ και θέλω να πάω να φιλήσω το χέρι του Μαρκορά!

Το πρόσωπο του Μαβίλη φωτίστηκε από χαρά.

-  Να πας, αφέντη, μου είπε, να πας... να, εκειδά είναι το σπίτι του...

Και μου ’δειξε ένα σπίτι στη Σπιενάδα στα «Κάτω βόλτα».

- Σε κείνο το καφενείο, εκεί, κατέβαινε κάθε δειλινό κι έβλεπε τον κόσμο, κι άκουγε τη μουσική... Εκεί τον αντάμωνα συχνά και τα λέγαμε… Τώρα παραγέρασε και δεν κατεβαίνει πια… Βλέπει τον κόσμο από το παράθυρό του, όσο που μια μέρα, σήμερ’ αύριο, να πάψει ναν τόνε βλέπει ολότελα...

Την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, ανέβηκα με το Μα­βίλη στο σπίτι του ποιητή. Ανεβαίνοντας τις σκάλες, ένιωθα μια συγκίνηση δυνατή να με κρατάει. Θ’ αντίκριζα τον ποιητή του «Όρκου» και του «Παράπονου της πε­θαμένης» - τον ευτυχισμένο άνθρωπο που πέρασε τα νιάτα του σιμά στο Σολωμό και που με το στίχο του συνέχιζε τη Σολωμική παράδοση - το Γεράσιμο Μαρκορά που ήτανε για μας άγνωστος ποιητής, όσο που ο Παλα­μάς κι ο Μητσάκης με τις κριτικές μελέτες τους μας τον αποκάλυψαν.

Δώσαμε τις κάρτες μας και σε λίγο μας οδηγήσανε σ’ ένα ευρύχωρο γραφείο όπου ένας γέροντας σεβάσμιος, μ’ ευγενικιά φυσιογνωμία, με κάτασπρη μακριά γενειάδα, και με μαύρο μεταξωτό σκουφάκι στο κεφάλι, ανασηκώθηκε από μια πολυθρόνα και μου ’δωσε το χέρι του που το ’φερα ευλαβητικά στα χείλια μου.

- Καθίστε! μας είπε και με ρώτησε πως πάει ο «Νουμάς», γιατί ήτανε συντρομητής του από την πρώτη χρο­νιά κι άμα δε λάβαινε κανένα φύλλο, πάντα, μέσο του Μαβίλη, μου το ζητούσε.

- Ο κ. Παλαμάς;.. Τι γίνεται ο καλός κύριος; Σε τι καταγίνεται τώρα;…

- Σε τι άλλο από την ποίηση! του είπα χαμογελώντας.

- Είναι νέος αυτός και γράφει!

- Εσείς, μετρ;

- Εγώ... Άρχισε, αλαφροκουνώντας θλιμμένα το κε­φάλι του, και δεν απόσωσε τη φράση του.

Είπαμε λίγα λόγια ακόμα - δηλ. ο Μαρκοράς είπε, γιατί εμένα μου είχε δεθεί η γλώσσα, κι ο Μαβίλης, από φυσικό του λιγόλογος, δυο ή τρεις λέξες, θυμάμαι, είπε όλες όλες και σηκωθήκαμε να φύγουμε.

Του ξαναφίλησα το σεβάσμιο χέρι, με φίλησε στο μέ­τωπο και θέλησε να μας συνοδέψει ίσαμε όξω, στη σκάλα.

Την άλλη μέρα έφυγα από την Κέρκυρα.

- Έτσι βιάστηκες, μου είπε ο Μαβίλης στη Σπηλιά σα μ’ αποχαιρετούσε. Σήμερα έρχεται κι ο Κάιζερ και μπορούσες να καθίσεις μια μέρα ακόμα για ναν τόνε δεις...

- Δε βλάφτει, του αποκρίθηκα. Είδα το Μαρκορά κι αυτό με φτάνει...

Τα λόγια μου τον ευχαριστήσανε γιατί μου ’σφιξε το χέρι δυνατά και γκαρδιακά.

 

Το κλισέ του Γεράσιμου Μαρκορά φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ