ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ

 

 Μια εποχή, στα 1901, που εργαζόμουνα στην «Εστία» ως αρχισυντάχτης της, έβλεπα κάθε πρωί ταχτικά το Μαρτζώκη.

Πήγαινα, χειμώνα καλοκαίρι, πρωί πρωί στο γραφείο, στις εφτά. Μόλις καθόμουνα μπροστά στο τραπέζι μου κι άρχισα να διαβάζω τις πρωινές εφημερίδες, να σου τον και μου ερχότανε.

- Καλημέρ’ αφέντη μου! ...

- Καλημέρα, Στέφανε!... Κάθισε... τι θα πάρεις;

- Το ξέρεις, αφέντη μου. Το καφεδάκι μου, το κου­λουράκι μου και το τσιγαράκι μου.

Κι έτριβε τα χέρια του από ευχαρίστηση, σαν για ναν τα ζεστάνει, κι άμα ερχόντανε τα τρία αγαθά που ζητούσε, αρχινούσε τις κουβεντούλες του, ή το διάβασμα της εφημερίδας, άμα μ’ έβλεπε πως σκύβω πάνω στα χαρτιά κι αρχινάω τη δουλειά.

Την είχε συνηθίσει τόσο την πρωινή αυτή βίζιτα, ώστε αργότερα, που μου την έκοψε, δεν ξέρω και δε θυμάμαι για ποιόνε λόγο, μου φαινότανε σαν κάτι να μου ’λειψε.

Γιατ’ ήτανε αγαθός, αγαθότατος άνθρωπος κι αλαφρύς σα φτερό. Δε μ’ ενοχλούσε καθόλου, σα μερικοί άλ­λοι που ερχόντανε εκεί τάχα για να με δούνε μα ουσια­στικά για να μου ζητούσαν τούτο και κείνο. Ο καημένος ο Στέφανος τίποτε δε ζητούσε. Το καφεδάκι του, το κου­λουράκι και το τσιγαράκι του. Ζητούσε και κανέναν καλό λόγο μου για τα τραγούδια του και δε δυσκολευόμουνα καθόλου να του τόνε δώσω, γιατί κείνη την εποχή είχαν τυπωθεί, στο Παρίσι, «τιμής ένεκα», από τους Γάλλους μαθητές του Emile Legrand, τους μαθητές της Ecole des Langues vivantes orientales, τα «Σονέτα» του κι είχα ξεμουρλαθεί μ’ αυτά.

Αργότερα, σαν έφυγα από την «Εστία» κι έβγαλα το «Νουμά», τον έχασα. Τον είχαν περικυκλώσει τότε κάτι στείροι νεανίσκοι και τόνε λέγανε «μαέστρο» και μερικοί απ’ αυτούς, οι ασεβέστεροι, και «μανέστρο», και τον αγγαρεύανε, τον αγαθό τον άνθρωπο, ναν τους γράφει πρόλογους στα βιβλία τους και ναν τους ανακηρύχνει ποιητές, κι έτσι σιγά σιγά τον «μποτιλιάρανε» στα Χαυτεία, σ’ ένα καφενείο μέσα, και τον αποτραβήξανε από τις φιλολογικές του συντροφιές.

Μαζί μου μάλιστα τα ’χε στα γιομάτα. Μια δυο φορές τον πείραξα αλαφριά στο «Νουμά» κι άλλη μια φορά τυπώθηκε τ’ όνομά του Αντί Μαρτζώκης, από λάθος τυπο­γραφικό, Μαρτζάκης Από τότε έπαψε και να με χαι­ρετάει.

- Ακούς, μωρέ, να με γράψει Μαρτζάκη, ο αθεόφο­βος!... Εμένα... το μαέστρο!...

Δε φταίει όμως κι αυτός. Τον κούρντιζαν οι διάφοροι που αποτελούσαν τη Σκολή του. Ένας δυο απ’ αυτούς έτυχε να βρίσκουνται κάποιο Σαββατόβραδο στο γραφείο του «Νουμά». Μαζί με τ’ άλλα, έτυχε κείνο το βράδυ να γίνει λόγος και για το Μαρτζώκη. Έτσι, αδιάφορα τάχα, ρώτησα:

- Και τι δουλειά κάνει αυτός ο κύριος;

Πήγαν την άλλη μέρα και του το πρόφτασαν, πρωί πρωί. Ο Μαρτζώκης καταταράχτηκε. Πήρε το χωρατό μου στα σοβαρά.

- Ακούς εκεί να ρωτάει ο αλιτήριος τι δουλειά κάνω!.. Ξέχασε πως άμα έβγαλε ο Λεγκράν τα «Σονέτα» μου, είχε γράψει και ξαναγράψει γι’ αυτά στην «Εστία» κι είχε το βιβλίο μου για μήνες ανοιχτό πάνω στο γραφείο του κι ολοένα το διάβαζε;…

Ο καημένος ο ποιητής! ήτανε άκακος σαν παιδί και ευκολόπιστος!...

 

 

Το κλισέ του Στέφανου Μαρτζώκη φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ