ΚΑΒΑΦΑΚΗΣ

 

 Ένα πρωί, στα 1892, θυμάμαι, ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος με οδήγησε σ’ ένα ξενοδοχείο που βρισκότανε τότε πίσω από τη Βουλή, στη δεξιά γωνιά του δρόμου Κολοκοτρώνη και Νίκης. Ένας νέος, πλούσιος, που είχεν έρθει από το εξωτερικό - δεν όριζε το μέρος - ήθελε να βγάλει μια φημερίδα και του είχε αναθέσει ναν του βρει ένα δημοσιογράφο Αθηναίο ναν τη διευτύνει. Ο Πολύ­βιος διάλεξε μένα - σπολλάτη του !

Πήγαμε στο ξενοδοχείο και μας οδηγήσανε σε μια κά­μαρα όπου ένας νέος, με παρουσιαστικό επιβλητικό, με μαύρη μακριά ρεντιγκότα, με χρυσή βαριά καδένα, μας περίμενε.

- Ο κύριος Αντρέας Καβαφάκης, από το εξωτερικό!... Χαιρέτησα.

- Καθίστε! μας είπε αργά, σιγανά, μ’ επίσημο τόνο. Τον τόνο αυτόνε και το ίδιο χρώμα της φωνής τα κρά­τησε σ’ όλη την κουβέντα και αργότερα παρατήρησα πως η κουβέντα του, έτσι που ’βγαινε από το στόμα του, επί­σημη, μυστηριώδικη, σε ανάγκαζε να φαντάζεσαι, ναν το πιστεύεις, πως κάτι σοβαρό και σοφό σου ’λεγε, κι ας μη σου ’λεγε τίποτα - αέρα καβουρντιστό.

- Θέλω να εκδώσω μίαν εφημερίδα σοβαράν, ανεξάρτητον, εφημερίδα κύρους λ. χ. ως είναι το Παρισινόν «Temps» ή το ιταλικόν «Corriere della serra»...

- Χρειάζονται χρήματα πολλά για μια τέτοια δουλειά! τόλμησα να παρατηρήσω.

- Αναμένω τσεκ εκ του εξωτερικού. Εν τω μεταξύ... Εν τω μεταξύ αγγαρεύτηκε ο τυπογράφος Γεώργιος Καλλέργης να μας βγάλει, συνεταιρικά, το «Παναθήναιον», ένα έντυπο, φημερίδα και περιοδικό μαζί, με οχτώ σελίδες, στο σκήμα πάνω κάτω του σημερινού «Νουμά». Εγώ θα διεύτυνα την ύλη, ο Καβαφάκης θα ’γραφε τα σοβαρά πολιτικά άρθρα, ο Καλλέργης θα ’βαζε τα έξοδα και το «Παναθήναιον» - ο τίτλος ήτανε εφεύρεση του Καβαφάκη – θα ’βγαινε, επί τον παρόντος, δυο ή τρεις φορές τη βδομάδα, δεν καλοθυμάμαι, όσο να ’ρθει το ανα­μενόμενο «τσεκ εκ του εξωτερικού» και να γίνει «καθη­μερινή εφημερίδα κύρους».

Από τα πρώτα πρώτα φύλλα άρχισα εγώ να τραβάω τα μαλλιά μου για τα πολύστηλα άρθρα του Καβαφάκη, που, όσο και να τα πετσόκοβα, πολύστηλα μένανε, κι ο Καλλέργης να τραβάει τα δικά του τα μαλλιά για την κυκλοφορία, που ποτέ της δε ζύγωσε τα εκατό φύλλα.

- Μη δειλιάτε, εχρησμοδοτούσε ο Καβαφάκης, και η κυκλοφορία θα μας έλθει μόνη της...

- Και τα έξοδα; ρωτούσε με απόγνωση ο Καλλέργης.

- Όσον ούπω καταφθάνει και το αναμενόμενον τσεκ... Και ο επίσημος τόνος του μας καθησύχαζε.

Είχαμε βγάλει τέσσαρα ή πέντε φύλλα, - ο Καλλέργης, που πλήρωνε, θα θυμάται καλύτερα τον αριθμό - όταν ξαφνικά χάσαμε τον Καβαφάκη. Είχε να φανεί στο τυπογραφείο Δεληγιάννη, όπου δούλευε ο Καλλέργης συνεταιρικά, τέσσερις πέντε μέρες κι αυτό είχε αρχίσει να μας ανησυχεί.

- Πως δε φάνηκε ; Μήπως του συνέβηκε τίποτα; Μή­πως το τσεκ;...  ρωτούσε ανήσυχος ο Καλλέργης.

Πήγα στο ξενοδοχείο του να μάθω. Πριν ρωτήσω, με ρώτησε ο ξενοδόχος:

- Μήπως είδατε τον κ. Καβαφάκη;

- Όχι! Έχω πέντε μέρες ναν τον ιδώ...

- Κι εγώ άλλες τόσες... Την τελευταία φορά που τον είδα, ήτανε καταστενοχωρημένος γιατί του είχαν κλέψει τη νύχτα λωποδύτες στη δεντροστοιχία, που ρέμ­βαζε, το χρυσό του το ρολόι και τη βαρύτιμη καδένα του. Από τότε...

- Τι να ’γινε; ρώτησα ανήσυχος.

- Φοβάμαι, μου είπε ο πονηρός ξενοδόχος χαμογελώντας μήπως, επειδή αργούσε να ’ρθει το τσεκ εκ του εξωτερικού, πάει ναν το μετακομίσει εδώ μοναχός του...

- Ίσως…

- Μα αυτό θα ’ναι! μου είπε με βεβαιότητα.

Και η βεβαίωση του ξενοδόχου καθησύχασε και μένα και το δύσμοιρο Καλλέργη.

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ