ΦΕΞΗΣ
- Αι Ρωσσίδες Παρθένοι!... το τέταρτο φυλλάδιο! Ένα παιδί αδύνατο, καχεκτικό, διαλαλούσε σιγανόφωνα, ντροπαλά, εκεί, μπροστά στην Εθνική Τράπεζα, το εμπόρευμα του.
Κρατούσε μερικά φυλλάδια στη μασκάλη του, δυο τρία στο δεξί του χέρι και τα πουλούσε μια δεκάρα, ή μια πεντάρα το ένα - δεν καλοθυμάμαι.
- Αι Ρωσσίδες Παρθένοι!... Το τέταρτο φυλλάδιο!...
Ήμουνα ταχτικότατος πελάτης του. Το ρομάντζο αυτό μου άρεσε· ήταν επαναστατικό και στο Πανεπιστήμιο τότε, με όλη την Ακαδημαϊκή του μούχλα, είχε αρχίσει ν’ απαλοπνέει το αεράκι των νέων ιδεών. Οι ηρωίδες, θυμάμαι, του ρομάντζου αυτού ήτανε Ρωσσίδες φοιτήτριες - ανακατωμένες σε μηδενιστικές συνωμοσίες, που αψηφούσαν τους κιντύνους και τραβούσανε μπροστά αλύγιστες, κυνηγώντας ένα ανθρωπιστικό ιδανικό. Ποιος το είχε γράψει, δε θυμάμαι, ούτε ποιος το είχε μεταφράσει, ούτε αν το είχε μεταφράσει καλά. Κείνο που θυμάμαι είναι πως το στοιχειοθετούσε, όπως μου το είχε πει ο ίδιος, ο Γιώργης ο Φέξης, σ’ ένα παλιοτυπογραφείο του πατέρα τους τα κακοτύπωνε - ένα ψηφίο απάνω κι ένα κάτω, σα να χόρευαν - και πως κάθε λέξη του, κάθε συλλαβή του, σωστότερα, είχε κι ένα τυπογραφικό λάθος.
- Δε θα γίνεις ποτέ άνθρωπος, μωρέ Γιώργο! του ’λεγα άμα του ’δινα τη δεκάρα ή την πεντάρα κι έπαιρνα το φυλλάδιο από το χέρι του.
Ο Φέξης τσέπωνε τη δεκάρα και χαμογελούσε· κι εγώ έφευγα καμαρώνοντας για την προφητεία μου.
- Δε θα γίνεις ποτέ άνθρωπος!...
Πόσο κακός προφήτης αποδείχτηκα! Ο άνθρωπος που άρχισε το εκδοτικό του στάδιο έτσι, πουλώντας ο ίδιος τα κακοτυπωμένα φυλλάδια μες στους Αθηναϊκούς δρόμους, εξελίχτηκε σιγά σιγά και κανονικά στο μεγαλοεκδότη Γεώργ. Φέξη κι εργάστηκε έτσι, ώστε να ’χει θέση όχι μόνο στους μεγαλοεπιχειρηματίες μα και στη σύχρονη πνευματική κίνηση του τόπου μας. Γιατί αν πλήθυνε σήμερα τόσο το αναγνωστικό κοινό, ώστε να πληθύνουν τόσο οι εκδότες και η έκδοση βιβλίων να θεωρείται πια μια επικερδέστατη επιχείρηση, τούτο το χρωστάμε πρώτα πρώτα στο Φέξη, που με το σωρό τα βιβλία που ’βγαλε και με το σύστημα που καθιέρωσε, «πώλησιν με μηνιαίας πενταδράχμους δόσεις» δεν έγινε μοναχά αυτός εκατομμυριούχος, άλλα έκαμε και τους Ρωμιούς ν’ αγαπήσουν το βιβλίο, και το σπουδαιότερο, να συνηθίσουν και ναν το αγοράζουν.
Ένα πρωί, τις προάλλες, τον αντάμωσα στην οδό Πατησίων. Κατέβαινε, από τα Πατήσια ίσως, από το δεξί πεζοδρόμιο, κι είχε σταθεί αντίκρυ στη Στοά του, στη «Στοά Φέξη» και την καμάρωνε. Ποιος ξέρει τι να συλλογιζότανε! Εγώ όμως που τον είδα, θυμήθηκα τις «Ρωσσίδες Παρθένους», θυμήθηκα τα τρομερά τυπογραφικά τους λάθη, θυμήθηκα το καχεκτικό παιδί που τις πουλούσε μπροστά στην Εθνική Τράπεζα, και τόνε ζύγωσα και του είπα γελώντας:
- Δε θα γίνεις ποτέ άνθρωπος, μωρέ Γιώργο!
Με καλημέρισε, μου χαμογέλασε και δε με πλήρωσε με την ίδια μονέδα.