Ο ΝΟΥΜΑΣ

 

 

I

 

Την ιστορία του «Νουμά» θαν τη γράψω αργότερα, σαν ησυχάσω από άλλες δουλειές, πλατιά, διεξοδικά, με γράμματα, με δοκουμέντα, με καθέκαστα. Η ιστορία αυτή είναι κάτι που το χρωστώ στον εαυτό μου και στην κοι­νωνία. Θέλω ν’ αποδείξω πως δε σπατάλησα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου και τη λίγη περιουσία μου, έτσι, στα κουτουρού, μόνο και μόνο για να κάμω το κέφι μου, μα πως αφοσιώθηκα ολόψυχα σ’ έναν αγώνα που τον ήξερα αγκαθερό, με όλη τη συνείδηση της θυσίας, της πικρίας και της αγνωμοσύνης, που θα μου ’φερνε για μόνο κέρδος.

Η ιστορία αυτή θα ’ναι κι αρκετά διδαχτική - α θέτε ακόμα, θα ’ναι κι ένας καθρέφτης της διανοούμενης μερί­δας της κοινωνίας μας. Θα φανεί μέσα στις σελίδες της τι δρόμο ανηφορικό έχουνε να τραβήξουν όσοι αφοσιώ­νονται σε ιδεολογικούς αγώνες στον τόπο μας και τι υπο­στήριξη, αρνητική πάντοτε, βρίσκουν από τους τάχα ομοϊ­δεάτες τους.

Δυο παραδείγματα, από τις χιλιάδες τέτοια: Ο κ. Πέτρος Βλαστός, άμα στα 1905 έβγαλε, ως Έρμονας, άγνωστος σε όλους, το πρώτο βιβλίο του «Της ζωής», λανσαρί­στηκε από το «Νουμά», που άνοιξε διάπλατες τις στήλες του σε απανωτές κριτικές, και σα να μην έσωνε αυτό, παρακάλεσα το φίλο μου Γιώργο Βουτσινά, που διεύτυνε τότε την εφημερίδα «Άστυ», και του το ζήτησα για ρουσφέτι προσωπικό, να μ’ αφήσει να γράψω άρθρο δί­στηλο στην πρώτη σελίδα, με την υπογραφή μου, για το βιβλίο του και ναν του δημοσιέψει στην ίδια σελίδα και την εικόνα του. Κι ο κ. Βλαστός, ένας ραβδής κι αυτός, από τους πολλούς ραβδήδες που δημιούργησε ο «Νουμάς» για τη ράχη του, χωρίς να ενοχληθεί, χωρίς να πει­ραχτεί ποτέ και σε τίποτα, μας πλήρωσε πλουσιοπάροχα με την αγνωμοσύνη του, επιμένοντας ν’ αγνοεί, τα τελευ­ταία χρόνια, πως βγαίνει ο «Νουμάς» και μη στέλνοντας σ’ αυτόνε, έτσι από χρέος συγγραφικό, το τελευταίο βιβλίο του, που το ’στειλε σ’ όλους τους Έλληνες δημοσιογράφους.

Αυτό είναι το πρώτο παράδειγμα. Το δεύτερο είναι το δεινό βρισίδι που μου πάτησε δημόσια ο κ. Ψυχάρης. Ποτέ δε βρίστηκε, όχι διανοούμενος άνθρωπος, μα ούτε ο χειρότερος χαμάλης στην Ελλάδα, όπως βρίστηκα εγώ, και δίχως λόγο μάλιστα, από τον κ. Ψυχάρη. Μα δε μί­λησα, δεν έβγαλα άχνα από το στόμα μου, δε διαμαρτυ­ρήθηκα καν. Τον άφηνα να βρίζει και λυπόμουνα κατάκαρδα για λόγου του, κι όχι για τον εαυτό μου, που δε σταματούσε. Μ’ έβριζε το άτομο, ο κ. Ψυχάρης κι αδια­φορούσα γι’ αυτό. Δε μ’ έβριζε ο συγγραφέας του «Ταξι­διού», ο αρχηγός του αγώνα μας, ο οδηγητής μου στο δρόμο της Ηθικής και της Αλήθειας. Αυτός έμενε πάντα ΨΥΧΑΡΗΣ, έμενε και θα μένει, για μένα σύμβολο. Και τα σύμβολα δε βρίζουνε, δεν ασκημονούν. Φυλλομετρών­τας αύριο κανένας τους τόσους τόμους του «Νουμά», δε θα βρει μέσα σ’ αυτούς μια λέξη άπρεπη κατά του μεγάλου Δασκάλου μας, που τ’ όνομά του αναφέρνεται και θαν αφέρνεται πάντα με σέβας και με λατρεία στις σελίδες του - και τούτο θα ’ναι η μεγαλύτερη ηθική αμοιβή για μένα.

 

ΙI

 

Έχω πολλά, και πολλά δυστυχώς, τέτοια ν’ αναφέρω. Στα 1917 που αναγκάστηκα, ύστερ’ από δεκαπέντε χρόνια, να σταματήσω την έκδοση του «Νουμά», με την πεποίθηση πως το σταμάτημα εκείνο θα ήτανε οριστικό, για πάντα, ανάφερα στο επιθανάτιο, ναν το πούμε, άρθρο τα ονόματα μερικών ομοϊδεατών, που είχανε χιλιορεκλαμαριστεί στις στήλες του «Νουμά», και γενήκανε κι αυτοί ραβδήδες και ζητήσανε με κάθε μέσο να μ’ απογοητέψουνε και να μ’ αναγκάσουνε γεμάτον αηδία και πίκρα, να πετάξω το «Νουμά», σα βάρος οχληρό, από πάνω μου.

Μ’ αυτά, είπαμε, μαζί με άλλα, θα μείνουνε για την Ιστορία του «Νουμά», δεν έχουνε θέση εδώ. Στα «Φιλολογικά πορτρέτα» μου αυτά, που για φιλολογική αυτο­βιογραφία μου τα χαραχτήρισα, παίρνω από την εικοσά­χρονη ζωή του «Νουμά» ό,τι σκετίζεται στενότερα με τη ζωή του, που είναι και ζωή μου, γιατί τα είκοσι αυτά τελευταία χρόνια μου μέσα στο «Νουμά», και για το «Νουμά», τα ’ζησα.

Το πρώτο φύλλο βγήκε στις 2 του Γενάρη του 1900, σε σκήμα τρίστηλο. Το σημερινό, δίστηλο, σκήμα, το πήρε τον Ιούλιο του 1910. Στην αρχή έβγαινε με οχτώ με­γάλες σελίδες κάθε Πέμπτη και Κυριακή.

Ύστερα από μερικά φύλλα που κατάντησε να ’χει, κα­θώς το δήλωνα σε κάποιο φύλλο, τη «μικρότερη κυκλοφο­ρία απ’ όλες τις ελληνικές εφημερίδες», οι σελίδες του γινήκανε τέσσερις, και ύστερα πάλι μου το απαίτησε ο κ. Αλέξ. Πάλλης, που μου ’δινε μηνιάτικη συντρομή πέντε Εγγλέζικες λίρες (δρ. 125 τότε) και τον έβγαζα, αρκετά χρόνια, κάθε Κυριακή, με δώδεκα μεγάλες τρίστηλες σε­λίδες - αληθινό οικονομικό και πνεματικό ξεθέωμα. Ίσαμε το σταμάτημά του, που ’γινε το Μάη του 1917, έβγαλα εξακόσια εννιά φύλλα - εξακόσιες εννιά θλιβερές ιστο­ρίες, αφού κάθε φύλλο έχει τη δική του, την ξεχωριστή ιστορία του.

Στις 15 του Δεκέβρη του 1918 ο «Νουμάς» νεκραναστήθηκε κι έβγαλε το πρώτο φύλλο της δεύτερης περιό­δου (αριθ. φύλ. 610) γιατί το θέλησε ο Κίμων I. Θεοδωρόπουλος, που ούτε δημοτικιστής ήτανε, ούτε φίλος μου, μα δημοσιογράφος και γνώριμός μου.

Η νεκρανάσταση του έχει, φυσικά, θέση εδώ, στα «Φι­λολογικά Πορτρέτα».

 

III

 

Ύστερ’ από το σταμάτημα του «Νουμά», ζήτησα δουλειά παντού, δημοσιογραφική δουλειά βέβαια. Γνώρισα πλάτες και πλάτες και μερικές φιλικότατες μάλιστα. Ο Σπύρος Αλιμπέρτης λ.χ., παιδί βγαλμένο από τα σπλάχνα του «Νουμά», που ήτανε να βγάλει την «Πολιτεία» τότε, μαζί με το Νικολούδη, άλλονε συνεργάτη του «Νουμά», μου υποσκέθηκε πως θα με πάρει ταχτικό συντάχτη της με καλό μιστό, μα ύστερα, σα βγήκε η «Πολιτεία», από αναβολή σε ανα­βολή, έφτασε να μου προτείνει να γίνω... διορθωτής της εφημερίδας του με ογδόντα δραχμές το μήνα - γιατί γι’ αυτή τη δουλειά μοναχά μ’ έκρινε ικανό.

 


 

Κίμων Θεοδωρόπουλος, σχέδιο του Σπύρου Βανδώρου

 

Αρχισυντάχτης της  «Πολιτείας»   ήταν τότε ο Κίμων Θεοδωρόπουλος κι έφριξε σαν του είπα τη δουλειά που μου προτείνανε. Τον Απρίλη του 1918 έφυγε κι αυτός από την «Πολιτεία» και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς αποφάσισε την έκδοση του «Νουμά».

Τρώγαμε ένα μεσημέρι μαζί στο «Πάνθεο» - οι δυο μας κι ένα δυο ακόμα φίλοι - και πάνω στο φρούτο μου πέταξε έτσι αδιάφορα, καθώς το συνηθίζει, το λόγο τον καλό.

- Έχεις κέφι να ξαναβγάλουμε το «Νουμά»; Χαμογέλασα πικρά.

- Ν’ αναστήσουμε τους νεκρούς;

- Ναι! μου είπε αδιάφορα. Και ύστερ’ από λίγο ξακολούθησε:

- Σεπτέβρη, Οχτώβρη, θα σου πω ορισμένα πρά­ματα. Πρόκειται να ιδρύσω τυπογραφείο. Για χαρτί και για τυπωτικά θα φροντίζω εγώ. Εσύ θα γράφεις μο­ναχά, δε θα ’χεις καμιάν άλλη φροντίδα, θα παίρνεις και μιστό καλούτσικο...

Για μια στιγμή μου χαμογέλασε η ελπίδα, μα τα λόγια του γλήγορα τα λησμόνησα. Λόγια του γλεντιού τα χαραχτήρισα. Ύστερ’ αρρώστησα δεινά, χαροπάλεψα. Με είχε χτυπήσει πολύ στην ψυχή το σταμάτημα του «Νουμά», μου ’χε κλονίσει τη σιδερένια υγεία μου, μου ’χε κόψει όλο το θάρρος της ζωής που με χαραχτήριζε. Χαροπάλεψα, είπα. Από του χάρου τα δόντια με τράβηξε η γυναίκα μου, με τη στοργή της, με τις αδιάκοπες φροντίδες της, με τις θυσίες της - νύχτα μέρα στο πλευρό μου άγρυπνη και με το χαμόγελο στα χείλια, να μου δίνει κουράγιο.

Τέλη τον Νοέβρη του 1918, που είχα σηκωθεί από το κρεβάτι, σύρθηκα ένα πρωί ίσαμε το τυπογραφείο του Κίμωνα ναν του προτείνω την έκδοση ενός βιβλίου, που πάνω στην αρρώστια μου είχα σκεδιάσει.

Με είδε και τρόμαξε, καθώς μου ξομολογήθηκε αργό­τερα. Φοβήθηκε πως δε θα μπορέσω να σηκωθώ από τον καναπέ, θα μείνω εκεί, πτώμα.

- Ασ’ τα τα βιβλία, μου είπε, κι έλα να βγάλουμε το «Νουμά»...

- Μιλάς σοβαρά; τόνε ρώτησα, θαρρώντας πως παίζει μαζί μου.

- Σοβαρότατα! μου αποκρίθηκε. Να, Οι όροι μου... Πε μου τους δικούς σου!...

Σε πέντε λεπτά συφωνήσαμε. Είμαστε κι οι δυο μας, καθώς λέει ο Κίμωνας, άνθρωποι που τους δίνεις το ωμέγα και συμπληρώνουνε μοναχοί τους τ’ άλλα είκοσι τρία ψηφιά. Συφωνήσαμε λοιπόν, έτσι άψε σβήσε, και στις 15 του Δεκέβρη του 1918 βγήκε κιόλας το πρώτο φύλλο με δεκάξι σελίδες και με πρόγραμμα πλατύ, ανθρωπιστικό.

Ο «Νουμάς» ξαναζωντάνεψε και μαζί του ξαναζων­τάνεψε κι ο ιδρυτής του. Ξαναβρήκα το θάρρος μου, την ψυχική μου γαλήνη, την υγειά μου, αφού βρέθηκε ένας άνθρωπος να με πείσει με πράγματα, όχι με λόγια, πως μπορώ ακόμα κάτι να κάνω κι όχι να διορθώνω τα τυ­πογραφικά λάθια της «Πολιτείας».

Με τον Κίμωνα συνεργαστήκαμε ίσαμε τον Οκτώβρη του 1920 που χωρίστηκε σε δυο η Εταιρία «Τύπος» και μεταφέρ­θηκε ο «Νουμάς», μαζί με τις άλλες εκδόσες του «Τύπου», στο «Αθηναϊκό βιβλιοπωλείο». Ο Κίμωνας, όσον καιρό συνεργαστήκαμε, ποτέ δε χαραχτήρισε την έκδοση του «Νουμά» ως επιχείρηση. Αυτό το χαραχτηρισμό, που το ’ξερε πως με πείραζε, τον άφησε για τους ιδεολόγους».

 

IV

 


Ρήγας Γκόλφης, σε σχέδιο του Μίμη Παπαδημητρίου


Κώστας Παρορίτης, σε σχέδιο του Μίμη Παπαδημητρίου

 

Οι πιστοί, οι αφοσιωμένοι φίλοι και συνεργάτες του «Νουμά», οι βετεράνοι του δημοτικιστικού αγώνα, ο Ρήγας Γκόλφης κι ο Κώστας Παρορίτης, και λίγο πιο ύστερα ο Κ. Καρθαίος,  το χαρήκανε,  όσο  κι εγώ, το ξαναζωντάνεμα του «Νουμά». Ο Κίμωνας, γι’ αυτούς, στάθηκε ο Χριστός που ανάστησε το Λάζαρό τους.

Ο Παρορίτης κι ο Γκόλφης είναι από τους πρώ­τους, από τους αρχαιότε­ρους συνεργάτες και φί­λους του «Νουμά». Τη χρονιά που βγήκε ο «Νουμάς», ο Παρορίτης ήτανε ελληνοδάσκαλος στη Σπάρ­τη, άγνωστος μου ολότε­λα, και χαιρέτησε την έκδοσή του με λόγια γε­μάτα ενθουσιασμό, που δημοσιευτήκανε στην εφη­μερίδα «Σπάρτη», που την έβγαζε ο Μίχος Θεοδωρόπουλος, μεγαλύτερος αδελφός του Κίμωνα. Ύστερα μου ’στειλε ένα άρθρο, θαρρώ, και αργότερα άρχισε να μου στέλνει διηγήματα και στάθηκε από τότε, ίσαμε σήμερα, σύν­τροφος μου αχώριστος, φί­λος μου αγαπημένος, στύλος του «Νουμά» από τους πιο γερούς - σιδερένιος, που ο χρόνος και οι λογής φουρτού­νες που περάσαμε δεν την επηρεάσανε καθόλου, δε λιγοστέψανε τη φιλία του και την αφοσίωση του.

Κι ο Γκόλφης τα πρώτα χρό­νια, στα 1905,ήρθε στο «Νου­μά» μ' ένα τραγουδάκι του που το υπόγραφε με τ’ αληθινό του τ’ όνομα. Του ’γραψα στα «Χωρίς γραμματόσημο» πως μου άρεσε και πως θα τυπωθεί, και ύστερ’ από λίγες μέρες, ένα Σαββατόβραδο, ήρθε στο γρα­φείο του «Νουμά» και γνωριστήκαμε, και μου είπε πως θα υπογράφεται Ρήγας Γκόλφης, που θα γράφει, αν το θέλω, ταχτικά στο «Νουμά». Ήτανε ένα παιδί ευγενικό, δειλό, με ήμερη φυσιογνωμία, μα που δεν άργησα να δω πως όλ’ αυτά σκεπάζανε μια θέληση σιδερένια, μια κρίση τετρά­γωνη, ένα χαραχτήρα ολοκάθαρο. Δόθηκε ολόψυχα στο «Νουμά», ως ποιητής, ως κριτικός - σε σημείο που να μου ζητάει την άδεια, σα να είναι μισθωτός, για να δώσει κανένα τραγούδι του άλλου, όταν τον παραφορτώνουνται.

 


Κ. Καρθαίος, σε σχέδιο του Σπύρου Βανδώρου

 

 

Ο Καρθαίος πρωτοήρ­θε, με τραγούδι του κι αυ­τός, στα 1907 ή 1908, αν­θυπολοχαγός του πεζικού ακόμα ή υπολοχαγός - σή­μερα είναι συνταγματάρ­χης - μόλις γύρισε από την Ευρώπη. Αριά και πού φαινότανε στην αρχή στο «Νουμά» και στο γραφείο μου, όσο που σιγά σι­γά, με τα χρόνια, έγινε στενότερη η γνωριμία μας και η συνεργασία μας. Την υπέροχη μετάφρασή του της «Μπαλλάδας της φυλακής του Ρίντιγγ» την έκαμε μόνο και μόνο για να δημοσιευτεί στο «Νουμά», αρχινώντας τη μετάφραση δειλά, δισταχτικά στην αρχή, όχι μήπως και δεν πετύχει, μα μήπως και δε βγει καλή και δεν ωφε­λήσει έτσι το «Νουμά». Αργότερα, στα 1919, εργάστηκε ταχτικά, πάνω από ένα χρόνο, στο «Νουμά», γράφοντας την «Ξένη φιλολογία» και τα «Χωρίς γραμματόσημο», δημοσιεύοντας τραγούδια του και πεζογραφήματα, μεταφράζοντας άρθρα και διηγήματα κτλ. κτλ.

 

Ιδέα του Κίμωνα ήτανε ναν του αναθέσουμε τότε τη μετάφραση του Δον Κιχώτη του Θερβαντές Τα του Καί­σαρος τω Καίσαρι. Είχα από χρόνια την ιδέα πως για να τραβήξει μπροστά ο δημοτικιστικός αγώνας, για ν’ απλω­θεί πλατύτερα, μπαίνοντας και στις λαϊκές τάξες το Ζήτημα, θα ήτανε καλό να μεταφραζόντανε στη δημοτική έργα ξένα, δυνατά, με φίρμα, που να είναι γνωστά στο λαό από καθαρευουσιάνικες μετάφρασες. Ο Κίμωνας ενθουσιάστηκε με την ιδέα μου και μου είπε να παρακαλέ­σουμε τον Καρθαίο να μας μεταφράσει για το «Νουμά» ή τους «Άθλιους» του Ουγκώ ή το «Δον Κιχώτη» του Θερβαντές. Ο Καρθαίος διάλεξε το «Δον Κιχώτη» - αυ­τός, λέει, του ’ρχότανε καλύτερα στο γούστο - και καταπιά­στηκε, ύστερ’ από λίγο καιρό, τη μετάφρασή του από το πρωτότυπο, το αυθεντικό κείμενο.

Ήξερε Γερμανικά, Γαλλικά κι Εγγλέζικα. Δεν ήξερε όμως Ισπανικά και είδε πως πρέπει να μάθει κι Ισπανικά, για να ’ναι, λέει, η δουλειά του καλοσυνείδητη. Χωρίς να χασομερήσει στιγμή, αγόρασε μια γραμματική κι ένα λεξικό και στρώθηκε στη μελέτη. Έτσι, σε δυο τρεις μή­νες, έχοντας για βοηθήματα τις ξένες μετάφρασες, Εγ­γλέζικες, Γερμανικές και Γαλλικές, αρχίνησε να μεταφρά­ζει το «Δον Κιχώτη» από το πρωτότυπο κι έδωσε στα νεοελληνικά γράμματα μιαν αληθινά αριστουργηματική μετάφραση.

Οι τέσσερις αυτοί, (Καρθαίος, Γκόλφης, Παρορίτης και Θεοδωρόπουλος), μαζί με τον Πάνο μου, αποτελέσανε τη «συνομοσπονδία» του «Νουμά», όπως έγραφα παίζον­τας κάτου από τις καρικατούρες τους, που δημοσιευτήκανε στα ξώφυλλα του Απρίλη και του Μάη, και τον άλλο μήνα, τον Ιούνιο του 1919, πρωτομπήκανε τα ονό­ματα τους στο ξώφυλλό του, πλάι στο δικό μου τ’ όνομα, ως «ταχτικοί συντάχτες του Νουμά».

Για τον Πάνο δεν έχω να πω πολλά πράματα. Είναι παιδί μου, «έζησε  στο σπίτι του Νουμά, κάτω από τη σκέπη του άρχισε τη σπουδή του», όπως είπε ο Παλαμάς προλογίζοντας στις «Δροσοστολίδες» του, θα συνεχίσει αύριο τον αγώνα, φυσικός και πνεματικός διάδοχος μου, κι έχει ριζωθεί μέσα μου η πε­ποίθηση πως έχει κάθε δι­καίωμα να επαναλάβει περή­φανα τα λόγια του Σπαρτιάτη έφηβου: «Άμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ  κάρονες», όπως είναι το χρέος κάθε νέου, που θα ’ρθει να συνεχίσει τη δική μας τη δουλειά.

Αυτό το διαλεχτό «επιτε­λείο του Νουμά», για να μεταχειριστώ μια δημοσιο­γραφική ρουτινιέρικη φράση, μ’ έχει κάνει να πιστεύω πως δεν είμαι μόνος, πως είναι κι άλλοι πέντε πλάι μου, αφοσιωμένοι μου ολόψυχα, τόσο Νουμάδες κι αυτοί όσο κι εγώ, κι έτσι αντικρίζω άφο­βα κάθε κακιά στιγμή από κείνες που παρουσιάζουνται συχνά σ’ ένα φύλλο, που βγαίνει όχι ως επιχείρηση ούτε για να υποδουλωθεί σε τούτο ή σε κείνο το πολιτικό κόμμα η το ισχυρό πρόσωπο.

Σα συλλογίζομαι πως δεν είμαι ένας, μα πως είμαι πέντε, και σήμερα εφτά, αντρειεύω και χαμογελώ σαρ­καστικά για κάθε λογής εμπόδιο που ανταμώνω στο δρόμο μου.

 

 

V

Από το τέλος του 1920, που βγήκε τ’ όνομα του Καρθαίου από τους «ταχτικούς συντάχτες», μπήκε στην αδεια­νή θέση τ’ όνομα του παλιού συνεργάτη του «Νουμά» και ποιητή Γ. Φτέρη, κι αργότερα, το Γενάρη του 1922, προστέθηκε και τ’ όνομα του Alex Steinmetz, από τους παλιότερους συνεργάτες και φίλους του «Νουμά», που μας στέλνει τα τελευταία τούτα χρόνια από την πατρίδα του, το Μόναχο, όπου μένει, τις ανταπόκρισες για τη φιλολογικοκοινωνική κίνηση της σημερινής Γερμανίας, που τόσο διαβάζονται. Μια απ’ αυτές τις ανταπόκρισες έγινε αφορμή να οργιστεί ο κ. Ψυχάρης και να κόψει κάθε σκέση του με το «Νουμά».

Η ανταπόκριση αυτή τυπώθηκε στο φύλλο 723 (13 του Φλεβάρη 1921), και - πάρτε το για διαολική συνερ­γιά αυτό - στο περασμένο φύλλο, αριθ. 722 (6 του Φλε­βάρη) είχε δημοσιευτεί ολοσέλιδη εικόνα του κ. Ψυ­χάρη, αφού όλο το φύλλο, κι οι δεκάξι σελίδες του, ήτανε πιασμένο από το ρομάντζο του: «Τα δυο τριαντάφυλλα του Χάρου», που από κείνο το φύλλο είχε αρχινήσει να δημοσιεύεται. Η ανταπόκριση αρχινούσε έτσι:

«Οι Σαηλόκοι του Παρισιού βγάλανε το φιρμάνι τους. Ο Γερ­μανικός λαός καταδικάστηκε να δουλέψει σαράντα δυο χρόνια για την ανταντική κεφαλαιοκρατία. Θα πληρώσει με τον ίδρωτα του τις αμαρτίες του Γουλιέλμου, του Λούντετορφ, του Τίρπιτς. Βέβαια, στη συνθήκη της ειρήνης υπάρχει και κάποιο άρθρο, υπο­γραμμένο και από Γερμανούς, που λέει πως ο γερμανικός μιλιταρισμός ήτανε η μόνη αίτια του πολέμου. (Και ο μακαρίτικος Τσαρισμός που απειλούσε τις Ίντίες και την Πόλη; ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός; ο γαλλικός σωβινισμός; να μη φταίνε και τούτοι λιγουλάκι;) Μολαταύτα μερικοί Ευρωπαίοι χοντροκέφαλοι, δεν καταλαβαίνουν με τι δικαίωμα θα τιμωρηθούνε και τα μωρά της κούνιας, και κείνα που δε γεννηθήκανε ακόμα».

Σ’ αυτό το ανθρωπιστικό μοτίβο, κι όχι φιλογερμανικό, ούτε αντιγαλλικό, είναι γραμμένη όλη η ανταπόκριση. Κι όμως ο κ. Ψυχάρης ξαγριώθηκε γιατί δημοσίεψα, λέει, αυτό το αντιγαλλικό άρθρο και γιατί αρνήθηκα να δημοσιέψω ένα άδικο άρθρο που μου ’στειλε κατά του Στάινμετζ—σα να μη με ήξερε, σα να μην ήξερε πως, αρκε­τά χρόνια πριν, είχα ψυχράνει τον κ. Πάλλη και τον ανάγκασα ν’ αποτραβηχτεί ολότελα, για χρόνια, από το «Νουμά», γιατί απαιτούσε να μη δημοσιέψω στο «Νουμά» την «Άρρωστη δούλα» του, που ο κ. Πάλλης την εύρι­σκε ακατάλληλη για δημοσίεψη.

Τελοσπάντων, scripta manent, κι ας με κρίνει η Ιστορία α φέρθηκα καλά ή άσκημα. Η συνείδηση μου μ’ έχει δικαιώσει - και κάτι σημαίνει κι αυτό.

 


Ηλίας Ηλιού σε σχέδιο του Σπύρου Βανδώρου


Πάνος Ταγκόπουλος, σε σχέδιο του Φωκ. Δημητριάδη

 

Στους ταχτικούς συντάχτες του «Νουμά», από τον Απρίλη του 1922, μπήκε ένα καινούριο όνομα, τ’ όνομα του Ηλία Φ. Ηλιού. Είναι ο Βενιαμίν της συντροφιάς μας, ένα παιδί δεκαεννιά μόλις χρονώνε, που ήρθε αρματωμένο με μόρφω­ση, με ταλέντο, με χαραχτήρα, με αφοσίωση, να συνερ­γαστεί μαζί μας, να μας φέ­ρει όλη τη δροσιά της νιό­της, της αληθινής και της ηθικής νιότης, σ’ εμάς τους παλαίμαχους αγωνιστές. Του ανοίξαμε διάπλατες τις στή­λες του «Νουμά», του ανοί­ξαμε την ψυχή μας, με την πεποίθηση πως δε γελαστή­καμε, και τούτη τη φορά, πως δε δημιουργήσαμε έναν καινούργιο ραβδή, μα έναν άξιο σύντροφο του Γκόλφη, του Παρορίτη, του Πάνου και των άλλων που στολίζουνε με τ’ όνομά τους τη μετόπη του «Νουμά».

Πρέπει να σημειώσω και τούτο, το αρκετά χαραχτηριστικό: Γραφτήκανε για τη «Μητέρα», σαν παραστάθηκε στο θέατρο, κριτικές και κριτικές, από δραματογράφους φημισμένους, από κριτικούς πατεντάτους, από καθηγητές του Πανεπιστημίου, από λογής λογής ανθρώπους και κα­λαμαράδες. Μου βρήκανε λάθη και λάθη, ίσως γιατί ο Ήλιου με τον αγαπημένο μου Μιχάλη Μουλάκη και με τον Κίμωνα κάμανε το ασυχώρετο λάθος, στο τέλος της δεύ­τερης πράξης, σαν ανέβηκε η αυλαία και βγήκα στη σκηνή με τη Μυριέλλα μου, να γεμίσουνε τη σκηνή με δάφνινα στεφάνια και με λουλούδια. Ας είναι. Μου βρή­κανε λοιπόν, είπαμε, λάθη και λάθη, μα δεν τα πολυλογάριασα και να με συμπαθάνε. Δυο λάθια όμως που μου βρήκε ο Ηλίας στην κριτική του, που δημοσιεύτηκε στον αριθμό 763 του «Νουμά», τα πολυλογάριασα και θαν τα διορθώσω σαν τυπώσω τη «Μητέρα» μου.

Ένα παιδί, βλέπετε, πρωτόβγαλτο στα γράμματα, ήρθε να δείξει το σωστό σε τόσα και τόσα φιλολογικά καλ­πάκια.

VII

Ένα κομμάτι από την ανέκδοτη ιστορία του «Νουμά»: «Τα πρώτα Σαββατόβραδα», δημοσιεύτηκε στο «Νουμά» του 1919 (αριθ. 620 και 621). Διαβάστηκε πρώτα στις 7του Οχτώβρη του 1917 σ’ ένα από τα φιλολογικά Σαββατόβραδα που είχε διοργανώσει το περιοδικό «Πυρσός», που το ’βγαζε ο Πάνος, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση του «Νουμά» και που το σταμάτησε ύστερ' από του «Νουμά» το ξαναζωντάνεμα. Ο Πάνος είχε διοργανώσει τα Σαββατόβραδα με μεγάλη επιτυχία, και σε μια σειρά απ’ αυτά αναλύθηκε, μπροστά σε διαλεχτό ακροατήριο, συστηματικά και για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από το Ρήγα Γκόλφη, τον Κώστα Παρορίτη, τον Πάνο, το νέο ποιητή Κώστα Βελμύρα και μένα, το πολυσύνθετο έργο του Ψυχάρη απ’ όλες του τις μεριές: Το «Ταξίδι του Ψυχάρη» (Ρήγας Γκόλφης), «Ο Ψυχάρης και το διήγημα» (Κώστας Παρορίτης), «Ο Ψυχάρης ως λυρικός ποιητής» (Πάνος Δ. Ταγκόπουλος), «Ο Ψυχάρης και το θέατρο» (Κώστας Βελμύρας) και «Ο Ψυχάρης και η Πολιτική» (Δ. Π. Ταγκόπουλος). Ένας σταθμός σημαντικός της νεοελληνι­κής φιλολογίας χαραχτηριστήκανε οι διάλεξες αυτές τότε - και ήτανε αληθινός σταθμός γιατί πρώτη φορά ξεταζότανε δημόσια, με τόση στοργή και με τόση ειλικρίνεια, το έργο του μεγάλου μας Δασκάλου.

VIII

Δεν προχωρώ περισσότερο, σε τούτη τη σκιαγράφηση, να την πούμε, του «Νουμά», γιατί άθελα μου θα πέσω στην «Ιστορία» του, που τη φυλάω για δεύτερο, ξεχωριστό βιβλίο, ίσως με τον ίδιο τύπο, - έτσι σα συνέχεια, σα δεύτερο τόμο, στα «Φιλολογικά πορτρέτα». Τότε θα μι­λήσουμε πλατιά και ξεχωριστά για τον καθένα και θα καταστρώσουμε γεγονότα που θα δικαιολογούνε όσα θα γράψουμε. Είπαμε, η Ιστορία αυτή θα ’ναι πάρα πολύ διδαχτική και περίεργη.

Τώρα σταματώ, εδώ. Ο «Νουμάς» τον ερχόμενο Γενάρη μπαίνει στα είκοσί του   χρόνια και τα «Εικοσά­χρονά» του οι συνεργάτες του και οι φίλοι του θέλουνε ναν τη γιορτάσουνε. Ίσως σ’ αυτή τη γιορτή, που θα είμαι υποχρεωμένος να μιλήσω κι εγώ, διαλέξω για θέμα κανένα κομμάτι από την ιστορία του «Νουμά», φυσικά το πιο χαρούμενο, γιατί στις γιορτές δεν αξίζει κανείς ν’ αναθυμάται και να θυμίζει πράματα θλιβερά.

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ