ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΕΝΩ ΠΕΡΑ ΣΒΗΝΑΝΕ ΤΑ ΦΩΤΑ.

 

 

Τα πεζοδρόμια είχανε πλημμυρίσει από κόσμο. Γυναικούλες του λαού με γερανιά μαντηλάκια στο χέρι, κοριτσάκια σαν τα κρύα νερά, με δεματάκια, γέροι, παιδιά, στρατιώτες απ’ άλλα σώματα, -ένα σωρό σωρό άνθρωποι που μας πε­ριμένανε να βγούμε από την καμπυλωτή πόρτα, για να μας χαιρετίσουνε οι γνωστοί, να μας πούνε ένα καλό λόγο οι φίλοι, να μας παρηγορήσουνε οι περισσότεροι - γιατί πα­ρηγοριά θέλαμε κι απ’ αυτήν είχαμε ανάγκη. Φεύγαμε πάλι. Ξεκινούσαμε για νέο πόλεμο, καινούριες δάφνες, καινού­ρια τρόπαια. Κι όμως, ενώ η ψυχή όλων έκλαιε κι ήτανε μαύρη και σκοτεινή σαν τον Άδη, έξω παιζογελούσε ο ξαν­θός Απρίλης κι ο ουρανός ήτανε κατακάθαρος κι ο ήλιος έλαμπε, έλαμπε σα να ’τανε γιορτάσιμη μέρα.

Η μουσική τάχτηκε μπροστά, επικεφαλής. Άρχισε κάποιο θούριο στρατιωτικό. Οι αξιωματικοί προστάξανε το «Εμπρός μαρς» κι ύστερα δυνατότερα ακούστηκε από τους υπαξιωματικούς το παράγγελμα του βηματισμού: «Εν δύο εν»

Βγήκαμε από την πύλη, όπως ένα μπουλούκι φυλακι­σμένων. Πηγαίναμε πάλι στο άγνωστο χωρίς να ’χουμε αυτή τη φορά μια ελπίδα να μας γαλβανίζει σαν πρώτα. Ο πό­λεμος είχε κριθεί απ’ τις «επιχειρήσεις» του Μάρτη κι εμείς οι γερο-έφεδροι, οι κουρασμένοι, οι σακατεμένοι ψυχικά, τραβούσαμε να συμπληρώσουμε τα κενά, το πα­λιό αίμα να δώσει νέα ζωή στις μαργωμένες φλέβες του στρατού. Κι η μουσική έπαιζε έπαιζε, μ' όλα τα χάλκινα όργανά της, το πατριωτικό θούριο...

Ο κόσμος που περίμενε απ’ έξω, κινήθηκε μαζί μας. Ένας δεύτερος στρατός από μανάδες; πατεράδες, γυναίκες, αδερφές, φίλους, φιλενάδες, γνωστούς, βάδιζε πλάι μας. Κι όλοι κλαίγανε, κλαίγανε. Τα γερανιά μαντιλάκια είχανε περάσει το περιεχόμενο τους στα τρεμάμενα χέρια του γιου, του αδερφού, του συζύγου. Τα δεματάκια τα ’χαμε ρίξει στα σακίδια εκστρατείας. Κι όσοι δεν είχανε κανένα δικό τους να τους φέρει κάτι, μουρμουρίζανε πίσω απ’ τα σφιγμένα δόντια, ποιος ξέρει ποια παράπονα, ποια λόγια, τι κατάρες.

Είχα μείνει πίσω τελευταίος με τα μεταγωγικά του Σώματος - αν και βαδίζαμε χωρίς καμιά τάξη. Ο λοχα­γός μ’ είχε τάξει «επικεφαλής» των μεταγωγικών, που κι αυτά ήτανε σαν κι εμάς, - κουρασμένα, σακατεμένα, γέρι­κα, χωρίς σάγματα και στολίδια, όπως τα ’χανε φέρει απ’ την επίταξη. Θα τα φορτώναμε σ’ άλλο καράβι που θα ’φευγε για τα Μουδανιά. Μπορεί στο ίδιο να μπαίναμε κι εμείς, γιατί κανένας δεν ήξερε πού πηγαίναμε. Μήπως εί­χαμε οπλισμό κι είχαμε καταρτιστεί σε Σώμα; Όλοι του πυροβολικού. Άλλα τίνος πυροβολικού; Εδώ στη φάλαγ­γα που βάδιζε, είμαστε από κάθε καρυδιάς καρύδι. Του πεδινού, των οβιδοβόλων, του βαρέος, του ορειβατικού. Λέ­νε πως θα μας ξεχώριζαν εκεί. Άλλα πού, πού;

Το άγνωστο με τρόμαζε περισσότερο απ’ την αντάρα του πολέμου κι απ’ τον κρότο του κανονιού που θ’ άκουγα ξανά. Προτιμούσα το σφύριγμα της οβίδας απ’ το πατριω­τικό θούριο, που έπαιζε η μουσική, αλύπητα, μονότονα, όλο το ίδιο. Μα θα ’θελα να ’ξερα, πού θα πηγαίναμε, σε ποιο λιμάνι θα πιάναμε, αν θα μέναμε κάπου για λίγο ή αν θα φεύγαμε αμέσως, όπως είμαστε, για τη «γραμμή του πυ­ρός».

Άλλοτε, συλλογίστηκα, βαδίζαμε μ’ ορισμένη κα­τεύθυνση. Άλλοτε ξέραμε πού πηγαίναμε!...

Και θυμήθηκα πως είχαμε φύγει τότε, εδώ και τέσσε­ρα χρόνια, για το μέτωπο το Βαλκανικό.

Κάθε σώμα καταρτιζότανε στην έδρα του. Τα πεζικά, τα πεδινά, τα ορειβατικά, τα μηχανικά, οι διλοχίες Νοσο­κόμων. Κι εμείς είχαμε ξεκινήσει Μεγάλη Πέμπτη ανή­μερα - το θυμάμαι σα να ’ναι τώρα. Μεγάλη Πέμπτη! Κι οι καμπάνες είχανε αρχίσει να χτυπούνε πένθιμα. Κι ήτανε Μάρτης τότε και ματιάζανε τα μπουμπούκια των ρόδων. Κι εμείς χαιρόμαστε που φεύγαμε, κι ας ήτανε Με­γάλη Πέμπτη. Θαρρούσαμε τον Πόλεμο πανηγύρι. Κι όταν περνούσε ο στρατός απ’ την Ομόνοια εμείς φωνάζαμε πε­ρισσότερο από τους πολίτες:

- Γεια σας, παιδιά !

- Καλήν αντάμωση!

- Στο καλό! Στο καλό!

- Και με τη Νίκη, να δώσει ο Θεός!

Α! ήτανε αλλιώτικα τότε! Είμαστε νέοι, παιδιά, έβραζε το αίμα! Και πιστεύαμε και σε πατρίδες, οι περισσότεροι. Όσοι δεν πιστεύαμε, τον είχαμε τον πόλεμο για πανηγύρι. Να, σα να στήνεις φρούρια, βασιλιάδες, στρατό, ιππικό, ά­λογα ξύλινα στο σκάκι και να τα γκρεμίζεις με μια κίνηση του χεριού. Και φεύγαμε όλοι με μια καρδιά. Άλλοι για την Πατρίδα, άλλοι για το γλέντισμα της νιότης. Γιατί όχι; Και στον πόλεμο! Δοκιμάζεις τη ζωή...

Το τρένο περνούσε φορτωμένο από στρατό, κανόνια και ζώα, Μεγάλη Παρασκευή πρωί, από τις καμάρες και τα τουνέλια των βουνών. Από βραδύς είχαμε γλεντήσει πολύ, ως τα ξημερώματα, στο σταθμό, και δεν ξέραμε καλά καλά πού πηγαίναμε. Σε πόλεμο ή σε πανηγύρι! Όλη τη νύχτα άκουγες στα μαγαζιά του σταθμού κιθάρες, μαντο­λίνα, μισοφωνίες, σαντούρια, βιολιά, παιχνίδια. Και τρα­γούδια ένα σωρό! Καντάδες, όπερες, οπερέτες, μινόρε, αμανέδες, σαρκιά λυπητερά, πεταχτά τραγούδια, της φυλα­κής και της ταβέρνας σεβντάδες. Κι εγώ θυμάμαι πως είχα τραγουδήσει με κέφι, μ’ ένα κέφι, όσο ποτέ στη ζωή μου!...

Και τώρα ταξιδεύαμε! Είχε νυχτώσει. Και κρατούσα στα χέρια μου κάτι τριαντάφυλλα κόκκινα, που δεν είχανε μα­ραθεί ακόμα, και κάτι πασχαλιές.

Το θυμάμαι σα να ’ναι τώρα Κι αυτό. Στάθηκε κάποιο αμάξι, όταν περνούσαμε στη λεωφόρο, μια φωνούλα χα­διάρα φώναζε τ’ όνομά μου κι ένα χεράκι τοσούλη, γαντοφορεμένο, μικροσκοπικό, μου ’χε δώσει τα λουλούδια εκείνα ραντισμένα με το δάκρυ της συμπόνιας και της αγάπης...

Και τώρα περνούσαμε ψηλά με το τρένο, κοντά στον Παρνασσό. Κι ήτανε νύχτα. Και φαίνεται πως από κάποιο χωριό θα κατέβαζαν τον Επιτάφιο, γιατί χίλια τόσα κεριά τρεμολάμπανε σαν αστέρια ολόχρυσα που φέγγανε στο δρόμο του μαρτυρίου...

Είχα βυθιστεί τόσο, που δεν άκουγα, δεν ένιωθα τί­ποτα γύρω μου, - και περπατούσα μηχανικά μαζί με τους άλλους. Ο λοχαγός καβάλα. Έτρεχε πάνω κάτω σε όλη την ακατάστατη φάλαγγα, χωρίς να υπάρχει λόγος, μα έτσι για να κάνει επίδειξη. Κι εγώ γελούσα γελούσα μαζί του. Γιατί τώρα δεν ήτανε σαν και τότε. Τώρα ξέραμε όλοι πως ο πόλεμος δε γίνεται για καμιά πατρίδα παρά έτσι για να καβαλάει ο λοχαγός το καλύτερο άλογο και να καλπάζει χωρίς λόγο. Και ξέραμε ακόμη πως δεν ήτανε ο πόλεμος κι η εκστρατεία τραγούδι, μα είναι θάνατος ζωντανός, που σε παραμονεύει κάθε στιγμή, όπου σε βρει: στο αντίσκηνο η στη μάχη, - βόλι, οβίδα, κρυολόγημα φαρμακερό... Ο πό­λεμος που ξεσπερμεύει λαούς και ξεθεμελιώνει πατρίδες! Το χάλκινο άλογο, που περνάει πάνω από χωριά και πολι­τείες... ο λοχαγός που καλπάζει!...

Και πάλι σαν ξεκούρασμα, ο νους μου έτρεξε στην πα­λιά εκείνη ανάμνηση, και θυμήθηκα πάλι το γαντοφορε­μένο εκείνο χεράκι, το μικροσκοπικό, και θυμήθηκα το δράμα, που ξετυλίχτηκε άγριο πάνω στα κακοτράχαλα πο­λεμικά βουνά, - στα μαβιά χαρτάκια, που τα γέμιζε με λό­για της καρδιάς το ίδιο χεράκι, το πονετικό, να τα παίρνει μια πνοή ανέμου και να τα ταξιδεύει μακριά μακριά.

Κι είναι περίεργο πως πονούσα τώρα περισσότερο από κείνη την εποχή, πως ξαναζούσα τώρα με περισσότερο σπαραγμό, στιγμές και λεπτομέρειες, που είχανε περάσει. Κι ενώ γύρω μου οργίαζε το χρώμα και το φως, ενώ παν­τού λουλούδιζε ο ξανθός Απρίλης κι οι ακακίες στη δεντροστοιχία ήταν ανθισμένες και λυγίζανε από τον ανθό, εγώ θαρρούσα πως τώρα είναι Μεγάλη Πέμπτη, Μεγάλη Παρασκευή, τώρα, κι όχι τότε, άρχιζε για μένα η εβδομά­δα των Παθών, σκοτεινή, θλιβερή, πιεστική, δίχως άνθη, ρόδα και πασχαλιές, για να στολίσουνε κάποιον Επι­τάφιο...

Η Μουσική έπαιζε έπαιζε το ίδιο εμβατήριο, στον ίδιο τόνο, προσπαθώντας του κάκου να μας ενθουσιάσει. Βαδίζαμε κουρασμένοι πια στον ατέλειωτο δρόμο, που ανοιγό­τανε μπροστά μας σαν μαρτυρίου δρόμος για το Γολγοθά. Βαδίζαμε όπως θέλαμε. Δυο δυο, ένας ένας, τέσσερις τέσσερις. Στην Ομόνοια έπαιξε η στρατιωτική μουσική το τελευταίο μαρς, ενώ οι γύρω διαβάτες ακούγανε χωρίς να λένε λέξη, κουνώντας περίλυπα το κεφάλι τους.

Μπήκαμε αργά το βράδυ στα φορτηγά - κάτι βαπόρια κατάμαυρα σαν τα καράβια του θανάτου. Πού πηγαίναμε; Πόσοι θα γυρίζαμε; Γιατί πάλι αυτός ο πόλεμος; Γιατί; γιατί; Ήταν μια ερώτηση που ο καθένας την έλεγε στον εαυτό του και που ερχότανε κάθε τόσο στη σκέψη μας επί­μονα. Ένα χάος, σαν το ατέρμονο πέλαγο, ανοιγόταν εμπρός μας. Κι είμαστε τόσο, μα τόσο κουρασμένοι, χωρίς ελπίδα καμιά, κανένα δειλό φωσάκι ζωής.

Και τότε θυμήθηκα πάλι την παλιά εκείνη εκστρατεία, την πρώτη, και τα χείλια μου αρχίσανε να μουρμουρίζουνε τα πένθιμα τροπάρια που δεν είπα κείνη τη Μεγάλη Πα­ρασκευή, καθώς έβλεπα τα κεριά του Επιταφίου να κατε­βαίνουνε από τις φωτισμένες ανάρια βουνοπλαγιές.

Κι έλεγα το «Η Ζωή έν τάφω», αποτραβηγμένος εκεί στην πλώρα του καραβιού, ενώ πέρα σβήνανε τα φώτα του λιμανιού ένα ένα σαν αστέρια που χάνουνται πίσω άπονα κατάμαυρο σύννεφο.

(Φορτηγό «Αλεξάνδρα» Απρίλης 1921)

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ